Ανθολογία Φαντασίας

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ […] Αυτή, λοιπόν, είναι η εξιστόρηση της απελευθέρωσής μας. Ρουφήξτε αέρα και αρπάξτε γρασίδι! Χο-χο, να η ιστορία! Ο μήνας ήταν Αύγουστος, μια Τρίτη τον Αύγουστο. Αυτές οι λέξεις δεν έχουν...

Ανθολογία Φαντασίας

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ

[…] Αυτή, λοιπόν, είναι η εξιστόρηση της απελευθέρωσής μας.
Ρουφήξτε αέρα και αρπάξτε γρασίδι! Χο-χο, να η ιστορία!
Ο μήνας ήταν Αύγουστος, μια Τρίτη τον Αύγουστο. Αυτές οι λέξεις δεν έχουν νόημα τώρα, τόσο πολύ προοδεύσαμε· μα πολλά πράγματα που γνώριζαν και συζητούσαν οι πρωτόγονοι πρόγονοί μας, οι πατέρες μας που δεν είχαν απελευθερωθεί και ανακατασκευαστεί, για τα ελεύθερα μυαλά μας στερούνται λογικής. Η ιστορία πάντως πρέπει να ειπωθεί, μ’ όλα τα απίστευτα ονόματα τόπων και τα χαμένα σημεία αναφοράς. Γιατί πρέπει να ειπωθεί; Έχει κανείς από σας να κάνει κάτι καλύτερο; Έχουμε νερό και χόρτα και ξαπλώνουμε σε μια κοιλάδα που φυσά ο άνεμος. Ξεκουραστείτε, χαλαρώστε κι ακούστε λοιπόν! Και ρουφήξτε αέρα, ρουφήξτε αέρα! […]

Περιεχόμενα

WILLIAM TENN
Η απελευθέρωση της Γης

HARLAN ELLISON
ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

JOHN G. McDAID
Τζιγκόκου Νο Μοκουσιρόκου
(Η συμβολική ερμηνεία της αποκάλυψης)
(Βραβείο STURGEON 1996)

RACOONA SHELDON
Η λύση της παλιόμυγας
(Βραβείο NEBULA 1977)

GEORGE EFFINGER
Οι εξωγήινοι που τα ήξεραν όλα

ARTHUR CLARK
Αναφορά για τον πλανήτη Τρία

CONNIE WILLIS
Γιατί ο κόσμος δεν τελείωσε την περασμένη Τρίτη

——————-

ΣΚΕΨΟΥ ΣΑΝ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ

[…] Η Κάμαλα Σάστρι επέστρεψε στον κόσμο όπως τον είχε αφήσει – γυμνή. Βγήκε παραπατώντας από το συναρμολογητή, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ισορροπία της στη ντελικάτη βαρύτητα του Σταθμού Τούλεν. Με μια κίνηση την έπιασα και την τύλιξα σε μια ρόμπα, κι έπειτα την έβαλα απαλά στον αιωρητή. Τα τρία χρόνια σε άλλο πλανήτη την είχαν μεταμορφώσει. Ήταν λεπτότερη, περισσότερο μυώδης. Τα νύχια της είχαν μήκος αρκετών εκατοστών, και στο αριστερό της μάγουλο ήταν χαραγμένες τέσσερις παράλληλες ουλές, ίσως ένα είδος Γκεντιανής κούρας ομορφιάς. Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το αγωνιώδες, παράξενο βλέμμα της. Αυτό το μέρος, που για μένα ήταν τόσο οικείο, φαινόταν να την ξαφνιάζει. Σαν να αμφέβαλε για τους τοίχους και να αμφισβητούσε τον αέρα. Είχε μάθει να σκέφτεται σαν εξωγήινη. […]

Περιεχόμενα

JAMES P. KELLY
Σκέψου σαν δεινόσαυρος
(ΒΡΑΒΕΙΟ HUGO 1996)

KATIE WILHELM
Παντοτινά δική σου, Άννα
(ΒΡΑΒΕΙΟ NEBULA 1987)

GEOFFREY LANDIS
Το βασίλειο των αισθήσεων

URSULA LE GUIN
Αυτοί που φεύγουν από την Όμελας
(ΒΡΑΒΕΙΟ HUGO 1974)

HILBERT SCHENCK
Μούσα από πυρίτιο

KATHERINE McLEAN
Το φαινόμενο της χιονοστιβάδας

WILLIAM TENN
Ο μέσος όρος

——————–

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

[…] Όταν ο Μάρτιν ήταν μικρό αγοράκι, ο μπαμπάς του ήταν σιδηροδρομικός. Ο μπαμπάς ποτέ δεν ανέβαινε στο θηρίο, αλλά επιτηρούσε τις ράγες για την CB&O και καμάρωνε για τη δουλειά του. Και κάθε νύχτα, όταν μεθούσε, τραγουδούσε το παλιό τραγούδι για “Κείνο το Τραίνο για την Κόλαση”. Ο Μάρτιν δε θυμόταν καθόλου τα λόγια, μα δεν μπορούσε να ξεχάσει τον τρόπο που τα τραγουδούσε ο μπαμπάς του. Και όταν ο μπαμπάς έκανε το λάθος να μεθύσει ένα απόγευμα και να γίνει πίτα ανάμεσα σε μια υδατοδεξαμενή Πένσυ και σε ένα ανοιχτό βαγόνι εμπορευμάτων AT&SF, ο Μάρτιν απόρησε γιατί άραγε η Αδερφότητα δεν είπε το τραγούδι στην κηδεία του. Ύστερα απ’ αυτό, τα πράγματα δεν πήγαν καλά για τον Μάρτιν, αλλά συχνά θυμόταν το τραγούδι του μπαμπά του. […]

Περιεχόμενα

ROBERT BLOCH
Εκείνο το τραίνο για την κόλαση
(Βραβείο HUGO 1959)

JOSEPH W. HALDEMAN
Κανείς δεν είναι τόσο τυφλός
(Βραβείο HUGO 1995)

NANCY KRESS
Ο Μάρτιν την Τετάρτη
(Βραβείο ASIMOV’S 1993)

JOHN BRUNNER
Οι εντελώς πλούσιοι

LARRY NIVEN
Ασταθές φεγγάρι

ALLEN STEELE
Μνημείο πολέμου

———————

Αυτοί που φεύγουν από την Όµελας

Στο διήγηµα της Λε Γκεν, η Όµελας είναι η πόλη της ουτοπίας, η χώρα της ευδαιµονίας, της διαρκούς γιορτής και χαράς, του γέλιου και της ξεγνοιασιάς. Αυτό είναι ένα απόσπασμα:

[…] Στο υπόγειο, κάτω από ένα από τα όµορφα δηµόσια κτίρια της Όµελας, ή ίσως στο κελάρι ενός από τα ευρύχωρα ιδιωτικά σπίτια της, υπάρχει ένα δωµάτιο. Έχει µια κλειδωµένη πόρτα και δεν υπάρχει παράθυρο. Λίγο φως σταλάζει σκονισµένο από τις χαραµάδες στις σανίδες, κι έρχεται από δεύτερο χέρι από ένα αραχνιασµένο παράθυρο κάπου στην άλλη άκρη του κελαριού. Σε µια γωνιά του µικρού δωµατίου είναι µερικές σφουγγαρίστρες µε σκληρές, µπλεγµένες, δύσοσµες ίνες, πλάι σε ένα σκουριασµένο κουβά. Το πάτωµα είναι χωµάτινο, λίγο υγρό στην αφή, όπως είναι συνήθως το χώµα στα κελάρια. Το δωµάτιο έχει µήκος περίπου τρία βήµατα και πλάτος δύο: δεν είναι παρά ένα ντουλάπι για σκούπες ή ένα δωµάτιο εργαλείων που έχει πέσει σε αχρηστία.

Στο δωµάτιο κάθεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι αγόρι, µπορεί να είναι κορίτσι. Δείχνει έξι, αλλά στην πραγµατικότητα είναι δέκα χρονών. Είναι λωλό. Ίσως να γεννήθηκε καθυστερηµένο, ή ίσως να έγινε έτσι από φόβο, ασιτία και αµέλεια. Σκαλίζει τη µύτη του και µερικές φορές ψαχουλεύει τυχαία τα δάχτυλα των ποδιών του ή τα γεννητικά όργανά του, καθώς κάθεται καµπουριασµένο στη γωνία όσο πιο µακριά γίνεται από τον κουβά και τις δύο σφουγγαρίστρες.

Φοβάται τις σφουγγαρίστρες. Τις βρίσκει φρικτές. Κλείνει τα µάτια, αλλά ξέρει ότι οι σφουγγαρίστρες ακόµη στέκονται εκεί· και η πόρτα είναι κλειδωµένη· και δεν πρόκειται να έρθει κανείς. Η πόρτα είναι πάντα κλειδωµένη· και κανείς ποτέ δεν έρχεται, µόνο που µερικές φορές –το παιδί δεν κατανοεί τον χρόνο, τα διαστήµατα του χρόνου– µερικές φορές η πόρτα τρίζει φρικτά και εµφανίζεται ένα άτοµο ή µερικοί άνθρωποι. Ένας απ’ αυτούς ίσως µπει µέσα και κλωτσήσει το παιδί για να το κάνει να σηκωθεί. Οι άλλοι δεν πλησιάζουν ποτέ, αλλά το κοιτάζουν µε τροµαγµένα, αηδιασµένα βλέµµατα. Γεµίζει βιαστικά τη γαβάθα του φαγητού και την κανάτα του νερού, η πόρτα κλείνει, τα βλέµµατα χάνονται.

Οι άνθρωποι στην πόρτα ποτέ δεν λένε τίποτα, αλλά το παιδί, που δεν ζούσε πάντα στο δωµάτιο των εργαλείων, και που µπορεί να θυµηθεί τη λιακάδα και τη φωνή της µητέρας του, µερικές φορές µιλάει. «Θα είµαι καλό παιδί», λέει. «Παρακαλώ αφήστε µε έξω. Θα είµαι καλό παιδί!». Ποτέ δεν του απαντούν. Το παιδί κάποτε ούρλιαζε για βοήθεια µέσα στη νύχτα, και έκλαιγε πολύ, αλλά τώρα απλώς κάνει κάτι σαν κλαψούρισµα, «ε-αα, ε-αα», και µιλάει όλο και πιο σπάνια. Είναι τόσο αδύνατο που τα πόδια του δεν έχουν αστραγάλους· η κοιλιά του εξέχει· τρέφεται µε µισή γαβάθα καλαµποκάλευρο και λίπος κάθε µέρα. Είναι γυµνό. Ο πισινός του και οι µηροί του είναι µια µάζα από πυώδεις πληγές, καθώς κάθεται συνεχώς πάνω στα περιττώµατά του.

Όλοι ξέρουν ότι το παιδί είναι εκεί, όλοι οι άνθρωποι της Όµελας. Μερικοί έχουν έρθει για να το δουν, άλλοι αρκούνται απλώς να ξέρουν ότι είναι εκεί. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να είναι εκεί. Μερικοί καταλαβαίνουν το γιατί, και µερικοί όχι, όλοι όµως καταλαβαίνουν ότι η ευτυχία τους, η οµορφιά της πόλης τους, η τρυφερότητα της κάθε φιλίας τους, η υγεία των παιδιών τους, η σοφία των στοχαστών τους, η δεξιοτεχνία των µαστόρων τους, ακόµη και η αφθονία της συγκοµιδής τους και ο καλός καιρός των ουρανών τους, βασίζονται αποκλειστικά και µόνο στη φρικαλέα δυστυχία αυτού του παιδιού.

Αυτό συνήθως το εξηγούν στα παιδιά όταν είναι µεταξύ οκτώ και δώδεκα χρονών, όποτε δείχνουν ικανά να το καταλάβουν· και οι περισσότεροι απ’ αυτούς που έρχονται να δουν το παιδί είναι νεαροί, αν και συχνά κάποιοι ενήλικες έρχονται ή ξανάρχονται για να δουν το παιδί. Όσο κι αν τους έχει εξηγηθεί το ζήτηµα, αυτοί οι νεαροί θεατές πάντα σοκάρονται και αρρωσταίνουν µε το θέαµα. Νιώθουν αηδία, κάτι το οποίο θεωρούσαν ανάξιο γι’ αυτούς. Νιώθουν θυµό, οργή, ανηµποριά, παρά τις εξηγήσεις.

Θα ήθελαν να κάνουν κάτι για το παιδί. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να µπορούν να κάνουν. Αν το παιδί το έβγαζαν από κείνο το βροµερό µέρος στη λιακάδα, αν το καθάριζαν και το τάιζαν και το παρηγορούσαν, αυτό πράγµατι θα ήταν καλό· αλλά αν αυτό γινόταν, την ίδια µέρα και ώρα η ευµάρεια και η οµορφιά και η χαρά της Όµελας θα µαραίνονταν και θα έσβηναν. Αυτοί είναι οι όροι. Η ανταλλαγή όλων των καλών και των αγαθών κάθε ζωής στην Όµελας γι’ αυτή τη µοναδική, µικρή βελτίωση: να πετάξουν την ευτυχία χιλιάδων για την πιθανότητα της ευτυχίας ενός: αυτό πράγµατι θα έφερνε την ενοχή µέσα στα τείχη.

Οι όροι είναι ρητοί και απόλυτοι· το παιδί δεν πρέπει ούτε καν µια ευγενική λέξη να ακούσει.

Συχνά οι νεαροί γυρνάνε στα σπίτια τους κλαίγοντας, ή µε αδάκρυτη οργή, όταν έχουν δει το παιδί και έχουν αντιµετωπίσει αυτό το τροµερό παράδοξο. Μπορεί να το συλλογίζονται µελαγχολικά επί βδοµάδες ή χρόνια. Αλλά καθώς περνάει ο καιρός αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ακόµη κι αν το παιδί ελευθερωνόταν δεν θα κέρδιζε τίποτα από την ελευθερία του: λίγη αόριστη ευχαρίστηση από τη ζέστη και το φαγητό, αναµφίβολα, µα τίποτα παραπάνω. Είναι υπερβολικά εξαθλιωμένο και καθυστερηµένο για να γνωρίσει πραγµατική χαρά.

Φοβάται τόσον καιρό, που δεν θα γλιτώσει ποτέ από το φόβο. Οι συνήθειές του είναι τόσο άξεστες, που δεν θα ανταποκριθεί σε ανθρώπινη µεταχείριση. Και πραγµατικά, µετά από τόσον καιρό µάλλον θα νιώθει δυστυχία δίχως τοίχους γύρω του να το προστατεύουν, δίχως το σκοτάδι για τα µάτια του, δίχως τα περιττώµατά του για να κάθεται. Τα δάκρυά τους για την πικρή αδικία στεγνώνουν όταν αρχίζουν να συλλαµβάνουν την τροµερή δικαιοσύνη της πραγµατικότητας και να την αποδέχονται. Κι όµως τα δάκρυά τους και ο θυµός τους, η δοκιµασία της ευσπλαχνίας τους και η αποδοχή της ανηµποριάς τους, είναι ίσως η πραγµατική πηγή του θάµβους των ζωών τους.

Η ευτυχία τους δεν είναι χλιαρή κι ανεύθυνη. Ξέρουν ότι κι αυτοί, σαν το παιδί, δεν είναι ελεύθεροι. Γνωρίζουν τη συμπόνια. Η ύπαρξη του παιδιού, και η δική τους γνώση της ύπαρξής του, είναι αυτό που καθιστά δυνατές την αριστοτεχνικότητα της αρχιτεκτονικής τους, το πάθος της µουσικής τους, την εµβρίθεια της επιστήµης τους. Εξαιτίας αυτού του παιδιού είναι τόσο καλοί µε τα παιδιά. Ξέρουν ότι αν το τυραννισµένο δεν ήταν εκεί να µυξοκλαίει στο σκοτάδι, το άλλο, το παιδί που έπαιζε φλογέρα, δεν θα έβγαζε µουσική χαράς καθώς οι νεαροί καβαλάρηδες παρατάσσονταν µε την οµορφιά τους για τον αγώνα στη λιακάδα του πρώτου πρωινού του καλοκαιριού.

Τους πιστεύεις τώρα; Δεν είναι πιο πειστικοί; Αλλά υπάρχει κάτι ακόµα να ειπωθεί, και είναι απίστευτο.

Μερικές φορές ένα από τα έφηβα αγόρια ή κορίτσια που πηγαίνουν να δουν το παιδί δεν επιστρέφει σπίτι του για να κλάψει ή να οργιστεί, και µάλιστα δεν επιστρέφει καν στο σπίτι του. Μερικές φορές επίσης κάποιος άντρας ή κάποια γυναίκα, πολύ µεγαλύτεροι, µένουν σιωπηλοί για µια δυο µέρες, και µετά εγκαταλείπουν το σπίτι τους.

Αυτοί οι άνθρωποι βγαίνουν στο δρόµο, και περπατούν στο δρόµο µόνοι τους. Συνεχίζουν να περπατούν, και περπατώντας βγαίνουν από την πόλη της Όµελας, περνώντας από τις πανέµορφες πύλες. Παίρνουν το δρόµο τους διασχίζοντας τους αγρούς της Όµελας. Καθένας πάει µόνος του, παλικάρι ή κοπέλα, άντρας ή γυναίκα. Πέφτει η νύχτα· ο ταξιδιώτης πρέπει να περάσει από δρόµους χωριών, ανάµεσα σε σπίτια µε παράθυρα που φέγγουν κίτρινα, και πάλι µετά στο σκοτάδι των χωραφιών. Καθένας µόνος του, τραβάει δυτικά ή βόρεια, κατά τα βουνά.

Συνεχίζουν. Αφήνουν την Όµελας, χώνονται στο σκοτάδι, και δεν επιστρέφουν. Το µέρος προς το οποίο πάνε είναι ένα µέρος ακόµα πιο αδιανόητο για τους περισσότερους από µας απ’ ό,τι η πόλη της ευτυχίας. Δεν µπορώ να το περιγράψω καθόλου. Πιθανόν να µην υπάρχει. Αλλά δείχνουν να ξέρουν πού πηγαίνουν αυτοί που φεύγουν από την Όµελας.[…]

Ομελας = Σάλεμ (Ορεγκον)

Είναι τόσο σημαντικά τα διηγήματα, που στα εργαστήρια “Ανακεφαλαίωσης” χρησιμοποιώ πολλές από αυτές. Μπορείς να βρεις και τα τρια βιβλία στο βιβλιοπωλείο “Πολιτεία”.

@Ηω Αναγνώστου