Οι επώδυνες όψεις της τεμπελιάς

Ο τεμπέλης ήταν πάντα αυτός που προκαλούσε έντονα συναισθήματα στις κοινωνίες. Eχουμε την πασίγνωστη ρήση του Σόλωνα «αργία μήτηρ πάσης κακίας». Αν ο άνθρωπος πάψει να δουλεύει τότε τα κράτη και οι εθνικές οικονομίες απειλούνται...

Οι επώδυνες όψεις της τεμπελιάς

Ο τεμπέλης ήταν πάντα ένα πρόσωπο που προκαλούσε έντονα συναισθήματα στις κοινωνίες, νέες και μη. Ξεκινώντας από την αρχαιότητα έχουμε την πασίγνωστη ρήση του Σόλωνα «αργία μήτηρ πάσης κακίας».

Λαμβάνοντας υπόψιν την καταγωγή και την πολιτική θέση του Σόλωνα, είναι ευκολονόητο πως η ρήση αυτή δεν ειπώθηκε ούτε τυχαία, ούτε από τυχαίο άτομο. Πρόκειται για έναν ολιγάρχη αθηναίο που, προφανώς, η κοινωνική του θέση εξυπηρετούνταν από την εργασία των δούλων, παρά τις μεταρρυθμίσεις που είχε εισηγηθεί.

Γιατί η φράση αυτή, αν και σήμερα ακούγεται και απευθύνεται σε όλους τους ελεύθερους πολίτες, στην αρχαιότητα απευθυνόταν μονάχα σε δούλους, αν εξετάσουμε την αργία ως αποχή από την εκτέλεση των βασικών διεργασιών της καθημερινότητας, αφού οι εργασίες αυτές είχαν ανατεθεί αποκλειστικά σε δούλους, ενώ οι Αθηναίοι πολίτες ασχολούνταν με την σωματική και πνευματική άσκηση. Μάλιστα, θεωρήθηκε πολύ απαξιωτικό να επιτελεί ένας ελεύθερος άνθρωπος όλες αυτές τις εργασίες, γιατί είχε να ασχοληθεί με πολύ σημαντικότερα ζητήματα.

Αυτός είναι και ο λόγος που στην Αρχαία Αθήνα δεν είχε απολύτως καμία ισχύ αυτό που σήμερα ονομάζουμε «εκτελεστική εξουσία», γιατί ήταν κατανοητό στους Αθηναίους πως δεν υφίσταται καμία μορφή εξουσίας μέσω της εκτέλεσης εντολών. Χαρακτηριστικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει πως “αν ζούσαμε στην Αρχαία Ελλάδα ο διοικητής της τράπεζας της Ελλάδος θα ήταν, ενδεχομένως, κάποιος επιδέξιος Φοίνιξ, Σύριος ή και Έλληνας, που, ούτως ή άλλως, δεν θα εθεωρείτο σημαντικό πρόσωπο, γιατί η δουλειά του θα ήταν απλώς εκτελεστική”.

Υπάρχει, λοιπόν, από την αρχαιότητα η κλασική αντίληψη της εργασίας ότι είναι ο μόνος τρόπος ευημερίας του ανθρώπου-δούλου, αφού το αντίτιμο της σωματικής -και αργότερα πνευματικής- του κόπωσης είναι μια προσωρινή ευημερία. Αυτή η ευμερία ήταν αρχικά το ψωμί.

Αργότερα όμως η εργασία έφτασε σε σημείο να υπόσχεται στους εργαζόμενους χρήματα ή δόξα, που αποτελούν μορφές ευδαιμονίας καθεμία από τις οποίες τείνει προς την τεμπελιά. Και αυτό γιατί η ανθρώπινη φύση μας εμπεριέχει το στοιχείο της τεμπελιάς, όμως για λόγους συμφερόντων και σταδιακά από τον αρχαίο κόσμο μέχρι σήμερα παγιώθηκε η άποψη πως η εργασία είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσης στον πολιτισμό που δημιουργήσαμε.

Αν ο άνθρωπος πάψει να δουλεύει τότε τα κράτη και οι εθνικές οικονομίες απειλούνται με θάνατο, πράγμα δυσάρεστο για τις άρχουσες τάξεις, για αυτό και τα σύγχρονα συστήματα που εφευρέθηκαν για να περιγράψουν τη ζωή ήταν τέτοια ώστε όλοι να δουλεύουν να μην υπάρχει τεμπελιά.

Ουσιαστικά, το εσωτερικό πάθος των εργατών για την δουλειά είναι που συντήρησε -και συντηρεί ακόμη- τα συστήματα αυτά, τα οποία, χρονολογικά, ξεκίνησαν ταυτόχρονα με την εισαγωγή της έννοιας «κράτος» στην ζωή μας.

Το πάθος αυτό, σαφώς, δεν είναι στοιχείο οντολογικό, αλλά εισέρχεται στη ζωή μας σαν μια θεμελιώδης αρχή, είναι επίκτητο και μάλιστα επιβραβεύεται από τους άνωθεν. Όμως, γιατί η τεμπελιά να μην έχει δικαίωμα ύπαρξης απέναντι στην εργασία; Tο ερώτημα απασχόλησε τον Robert Louis Stevenson ο οποίος θεωρεί πως μέσω της τεμπελιάς, υπό την έννοια της σχόλης και όχι της φυγοπονίας όπως ερμηνέυται στις μέρες μας, μπορεί κανείς να διδαχθεί από τα θέλγητρα της ζωής και τα καθημερινά συναισθήματα.

Διαχωρίζει και διαφοροποιεί την σχολική εκπαίδευση από την εκπαίδευση που μπορεί κανείς να λάβει μέσα από την ζωή, ένα ωραίο τραγούδι ή τους δρόμους και οπουδήποτε αλλού υπάρχει η «φυσική ικανότητα της μάθησης».

Ασκεί έντονη κριτική στο σχολείο που εκγωμιάζει το βιβλίο και ειδικότερα γράφει: “Τα βιβλία είναι άψυχο υποκατάστατο της ζωής. Γιατί κοιτάς την ζωή μέσα από καθρέφτη έχοντας στραμμένη την πλάτη στην αληθινή ζωή” Επομένως αυτοί που διαβάζουν πολύ, όχι μόνο απέχουν από την πραγματικότητα, αλλά δεν έχουν και χρόνο να την σκεφτούν.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να απαξιώσει την σημαντική ισχύ του βιβλίου στον άνθρωπο και την κοινωνία εν γένει, αλλά το θέμα που τίθεται είναι πως η πραγματική γνώση αξιολογείται στην τυχαία πρόκληση και όχι στην εξειδικευμένη θεωρία. Δηλαδή η αληθινή μόρφωση κατακτιέται από τον άνθρωπο που γνωρίζει τον κόσμο που ζει, τον εξερευνεί και, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, μπορεί να τον αισθάνεται σαν μέρος της ύπαρξης του.

Όλα τα παραπάνω συνδέονται άρρηκτα με την τεμπελιά, γιατί για να τα κατορθώσει κανείς πρέπει να πάει κόντρα στο κατεστημένο σύστημα της μηχανικής εργασίας και να υπερασπιστεί την αργοσχολία του ως δικαίωμα τόσο στην κοινωνική όσο και στην πολιτική ζωή του. Η τεμπελιά πάλι είναι η δύναμη που ανανεώνει και την εικόνα του ανθρώπου εκτός από το πνεύμα. Σίγουρα κάποιος που έχει αρκετό χρόνο ώστε να ασχοληθεί με το σώμα του θα είναι σε καλύτερη φυσική κατάσταση από κάποιον άλλο που η εργασία τον εξουθενώνει και δεν μπορεί να αφιερώσει χρόνο παρά μόνο για την τροφή και τον ύπνο του.

Η φυσική υγεία εξαρτάται, λοιπόν, από τον χρόνο που έχουμε στην τεμπελιά και αυτό είναι σημαντικό γιατί η εξωτερική εικόνα και η ομορφιά είναι από τα πιο ωραία πράγματα στη ζωή και καθένας θα ήθελε να βλέπει στον εαυτό του αυτό που θαυμάζει στους άλλους. Ανέκαθεν το όμορφο ήταν κάτι αξιοθαύμαστο που εκφραζόταν και μέσα από τις τέχνες. Στην ζωγραφική, την γλυπτική ή την λογοτεχνία πολλοί καλλιτέχνες ασχολήθηκαν με την καλαισθησία ενός γυμνού σώματος που μπορεί να φανερώνει ντροπή, έρωτα ή μίσος στο κοινό που τα παρακολουθεί.

Για αυτό και στους προηγούμενους αιώνες όσοι ασχολούνταν με τις τέχνες τους ονόμαζαν «τεμπέληδες» γιατί δεν μπορούσαν να συγκρίνουν την πνευματική κόπωση με την σωματική –και ενδεχομένως είχαν δίκιο για τη σκέψη τους-, αφού πολλοί άνθρωποι δούλευαν πάνω από 12 ώρες την ημέρα σε σκληρές συνθήκες που δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε σήμερα.

Κόντρα σε όλα αυτά ο τεμπέλης (ή ρέμπελος, που σήμαινε και επαναστάτης) είναι ένας άνθρωπος καταδικασμένος από το κοινωνικό σύνολο, γιατί δεν πρόκειται να μείνει ατιμώρητος για την αργοσχολία του. Βέβαια, μετά από όλα αυτά ορθώς θα αναρωτιόταν κανείς για ποιον λόγο να τιμωρείται η τεμπελιά και να στιγματίζεται ο τεμπέλης.

Την απάντηση θα δώσει με σύντομο τρόπο ο Νίκος Καζαντζάκης που γράφει:

“Εδώ να μείνω ακόμα θα σαπίσω από σιγουράδα, τεμπελιά και καλοπέραση. Άνοιξε την πόρτα να φύγω. Είμαι άνθρωπος. Άνθρωπος πάει να πει πολεμιστής. Έξω ψυχανεμίζομαι θεριά που δαγκώνουν, ποτάμια που πνίγουν, φωτιές που καίνε. Θα βγω να πολεμήσω. Άνοιξε την πόρτα να φύγω.”

Η καλοπέραση, η τεμπελιά και η σιγουριά είναι εφικτές καταστάσεις και η ζωή του ανθρώπου θα ήταν πιο άνετη έτσι. Μα ο άνθρωπος εντέλει είναι πολεμιστής και από τη φύση του παλεύει κόντρα στους άλλους ανθρώπους, κόντρα στη φύση του, κόντρα στον ίδιο του τον εαυτό. Γι’ αυτό και ο τεμπέλης που αρνείται να πολεμήσει είναι αυτός που έχει απογυμνωθεί στον κόσμο και είναι έτοιμος να ρουφήξει το μεδούλι της ζωής από τα απλά καθημερινά γεγονότα, χωρίς να αναρωτιέται για ποιον λόγο ήρθε και που πάει.

Ο Ανέστος Δελιάς γράφει σε κάποιο τραγούδι του: “Τίποτα δε μ’ απόμεινε στο κόσμο για να κάνω, αφού η πρέζα μ’ έκανε στους δρόμους ν’ αποθάνω”. Αν και σε νεαρή ηλικία έχει καταλάβει ότι τα ναρκωτικά θα του στερήσουν τη ζωή πολύ σύντομα, αλλά δε μετανιώνει για την επιλογή του, γιατί επέλεξε με αυτόν τον τρόπο να απολαύσει τη ζωή. Η χρήση ναρκωτικών είναι επίσης δείγμα τεμπελιάς στο θέμα της ίδιας της ζωής, δηλαδή σε άλλο επίπεδο που ίσως δεν μπορούμε να κρίνουμε αν είναι αντικειμενικά ορθό ή εσφαλμένο.

Το συμπέρασμα που προσπαθώ να καταλήξω είναι πως η τεμπελιά έχει λόγο ύπαρξης στην εργασία όπως και η αυτοκτονία έχει δικαίωμα ύπαρξης στη ζωή, χωρίς να ταυτίζω απόλυτα την αυτοκτονία με την τεμπελιά. Όπως και το να θέτεις τέρμα στη ζωή είναι αμφιλεγόμενη ενέργεια, έτσι και η τεμπελιά είναι αμφιλεγόμενη κατάσταση που τιμωρείται, ενώ είναι μέρος της ανθρρώπινης φύσης, καθώς και η αυτοκτονία είναι κάτι που όλοι θα σκεφτούν έστω μια φορά στη ζωή τους.

@Βλαδίμηρος Κατρανίδης

Φωτογραφία Eos Aurora
***

Βιβλιογραφία:
“Απολογία ενός αργόσχολου – η τεμπελιά ως πραγματική αλήθεια του ανθρώπου”, των Robert Luis Stevenson & Kazimir Malevitch
“Το δικαίωμα στην τεμπελιά” του Paul Lafargue