Το στοίχημα της ελευθερίας του λόγου έχει χαθεί

Από τον Tζόζεφ Μακάρθι στους σύγχρονους βαρώνους του εγκλήματος. Τα συστήματα, όντας πανίσχυρα, διαθέτουν πληθώρα τρόπων για να επιβάλλουν με εύκομψο ή άκομψο τρόπο μια δικτατορία φωνών ή μονοφωνία, από το ξερίζωμα της γλώσσας ως...

Το στοίχημα της ελευθερίας του λόγου έχει χαθεί

Οι άνθρωποι που στερούνται το προνόμιο να μιλούν και να ακούγονται, μετανάστες, πολιτικοί πρόσφυγες, γυναίκες, παιδιά, ψυχασθενείς, ηλικιωμένοι, εργάτες του Τρίτου Κόσμου, υποσιτιζόμενοι και περιθωριακοί, έχουν βιώσει από πρώτο χέρι πως εκεί όπου τελειώνουν τα λόγια, (ή δεν προφέρονται καν) αρχίζει η κατάχρηση της εξουσίας, είτε αυτή καλείται ρατσιστική βία, είτε τραμπουκισμός, είτε σεξουαλική κακοποίηση, συνεχίζει ο συγγραφέας, φέρνοντας μας κατά νου ένα είδος ανατριχιαστικού οργουελιανού διευθυντηρίου που επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα απευθυνόμενο στο υποσυνείδητο, επιχειρώντας να αποκλείσει κάθε νέα μορφή σκέψης, λόγου, αντίδρασης, δημιουργίας, έκφρασης.

Από τον Tζόζεφ Μακάρθι στους σύγχρονους βαρώνους του εγκλήματος

Βεβαίως, τα διάφορα συστήματα, όντας πανίσχυρα, διαθέτουν πληθώρα τρόπων για να επιβάλλουν με εύκομψο ή άκομψο τρόπο μια δικτατορία φωνών ή μονοφωνία, από το ξερίζωμα της γλώσσας ως το κάψιμο των βιβλίων, από τη λογοκρισία ως τον κεκαλυμένο αποκλεισμό και τον παραγκωνισμό, π.χ. να αγνοείται συστηματικά κάποιος, μέχρι την παραβίαση των πιό ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και το έννομο κρατικό φακέλωμα, τις «μαύρες λίστες» και την απειλή της σωματικής ακεραιότητος ως και τον ίδιο τον θάνατο, ωμό και εν ψυχρώ ή συγκεκαλυμένο με την ανοχή ενός ολόκληρου συστήματος με σκοπό τον απόλυτο εξευτελισμό θεμελιωδών ανθρωπίνων αξιών, (όχι βεβαίως έργο θεών, αλλά αφρόνων που εκτελούν με χειρουργική ακρίβεια την αποστολή τους, σκοτεινώς βοηθούμενοι από ένα γερά δομημένο παρακράτος διεφθαρμένων, (γιατροί, αστυνομικοί, φύλακες, δημοσιογράφοι κ.λπ.).

Οι διωγμοί, οι φυλακίσεις και οι προσπάθειες για ηθική και επαγγελματική εξόντωση είναι μια θλιβερή πραγματικότητα για τους έχοντες και κατέχοντες την οσχύ της πένας με παρελθόν. Κάποτε ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος, ο «κομμουνιστικός κίνδυνος» ο Τζο Μακάρθι και η Eπιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, κληρονομιά του Νιου Ντηλ, η οποία συνέταξε την περίφημη «λίστα των κομμουνιστών πρακτόρων» αναστατώνοντας προσωπικότητες του πνευματικού, διπλωματικού και στρατιωτικού κόσμου της Αμερικής.

Τα πρακτικά των μυστικών ανακρίσεων φτάνουν τον καταπληκτικό αριθμό των 4.232 σελίδων– με αμφιβολία εάν τα πρακτικά είναι αυτούσια ή προϊόν ειδικής επεξεργασίας. Όπως αποκαλύπτει ο Αρθουρ Σλέζιντζερ Τζούνιορ σε άρθρο του στην Times Literary Supplement με αφορμή τη θλιβερή επέτειο των πενήντα ετών, είχε προηγηθεί – στο «όνομα της Δημοκρατίας»- η οργάνωση Americans for Democratic Action με διάσημα μέλη, μεταξώ των οποίων η Έλεανορ Ρούζβελτ, ο Τζον Κένεθ Γκάλμπραιηθ και ο Γουόλτερ Ρόιτερ.

Ο Joe Mc Carthy ήταν το νόθο παιδί των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών της δεκαετίας του ’40 και του ’50.

Για την ακρίβεια, αποτελούσε επιθυμία του Χάρυ Τρούμαν (ο Γκάρυ Γουίλς στην εισαγωγή του βιβλίου της Λίλιαν Χέλμαν Scoundrel Time με θέμα το Μακαρθισμό, ιποστηρίζει τον όρο Τρουμανισμός αντί για Μακαρθισμός), και ήταν δημιούργημα όχι και τόσο ετερόκλητων στοιχείων: των Φιλελευθέρων του Ψυχρού Πολέμου, των κατασκόπων που είχε στείλει στην Αμερικη ο ίδιος ο Τζόζεφ Στάλιν -περίπου 350- του αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, ώστε να περάσει στα ψηλά γράμματα το Σχέδιο Μάρσαλ και η Ελληνο- Τουρκική βοήθεια, του εκτός εξουσίας για είκοσι χρόνια Ρεπουμπλικανικού κόμματος, το οποίο είχε υποστεί αναπάντεχη ήττα το 1948, που ανίχνευσε και χρησιμοποίησε για λόγους αντεκδίκησης τη δημοφιλία του Τζο Μακάρθι για να προσελκύσει ψηφοφόρους.

Της διαβολικής αυτοκρατορίας των κόκκινων Rώσσων, η «αφύπνιση» του ενστίκτου της προστασίας του Αμερικάνικου τρόπου ζωής του λαού και ο πόλεμος της Κορέας, όπου «εφ΄όσον χιλιάδες αμερικάνοι έχαναν τη ζωή τους από τους κομμουνιστές, γιατί θα έπρεπε να αφήσουν τους αμερικανούς κομμουνιστές να κάνουν τις βρώμικες δουλειές τους στη χώρα – και κυρίως, ποιοί ήσαν αυτοί που τους προστάτευαν;» και ανθρώπων υποστηρικτών του Μακαρθισμού οι οποίοι υπέφεραν από Status Anxiety, κατά τον Άρθουρ Σλέζιντζερ Τζούνιορ, που με αυτό τον τρόπο μπορούσαν να επιβεβαιώσουν αυτό που καλούμε Americanness.

Το άστρο του Τζο Μακάρθι έλαμψε εκτυφλωτικά και έσβησε, αλλά προτού συμβεί αυτό, είχε καταστρέψει ίσως για πάντα συγγραφείς και σεναριογράφους με την αρωγή σύσσωμου του Τύπου ο οποίος μέσω ζωντανων συνδέσεων (NBC, Herald Tribune, New York Times, Sunday Times, Washington Post, Saturday Evening Post,) επέσειε καθημερινά «την τρομακτική κομμουνιστική απειλή». Η οποία, βεβαίως, ουδέποτε απεδείχθη, γιατί, φυσικά, ουδέποτε υπήρξε.

Οι συνεργάτες, ή οι πάσχοντες από status anxiety ξεπήδησαν μέσα από το ίδιο το σύστημα. Ο ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης, συγγραφέας και σεναριογράφος Ελία Καζάν, μεγαλοφυής αλλά κυνικός, δημιουργός και προδότης, παιδί μεταναστών και άνθρωπος του περιθωρίου, ο οποίος είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια της νεανικής του ζωής » μέσα σε ένα νέφος απορρίψεων – πραγματικό ή φανταστικό», δε διστάζει καθόλου να παρομοιάσει τον εαυτό του με φίδι που αλλάζει δέρμα, και ότι ανεφερε με προθυμία τα ονόματα των επικίνδυνων αριστερων, ενώ σαφώς μπορούσε να το αποφύγει. Αλλά έπραξε με σκοπιμότητα «επειδή» όπως εξομολογειται στην αυτοβιογραφία του «δεν ήταν εκείνο που ήθελα. Πράγματι, δε μπορούσα να καταλάβω το μέγεθος της ενοχής μου -η λογική μου έλεγε ότι είχα ενεργήσει σωστά. Φαίνεται ότι είχα ξεπεράσει ορισμένα βασικά όρια ανοχής για τα ανθρώπινα λάθη και τις αμαρτίες»

Ο πραγματικός ήρωας του βιβλίου Τhe Deer Park του Νόρμαν Μαίηλερ το οποίο γράφτηκε ακριβώς μετά τα χρόνια της ντροπής δεν είναι ο ίδιος (με τη μορφή του νεαρού επίδοξου συγγραφέα) αλλά ο σκηνοθέτης Τσάρλυ Αϊτελ, «που παράτησε κάποια ταινία στη μέση του γυρίσματος και μετά από δυό μέρες κλήθηκε μάρτυρας υπό κατηγορίαν σε μια επιτροπή του Κογκρέσου», εξαιτίας των αριστερών του πεποιθήσεων.

Ο Μαίηλερ εκφράζει μια απέχθεια για τη Ντοροθέα, πολύ χαρακτηριστική: “πολύ πατριώτισσα και όπως όλοι οι πατριώτες ένιωθε παθιασμένα και σκεφτόταν λίγο”

Η σύγκρουση με το κατεστημένο πάντοτε έβλαπτε τους αριστερούς διανοούμενους, ενώ το φλερτ με την εξουσία απέφερε ουσιαστικότερους καρπούς. Ακόμα και η Σουηδική Ακαδημία, θεσμός που στο παρελθόν έχει περάσει ημέρες αμφισβήτησης έχει κατά γενική ομολογία ευνοήσει συγγραφείς με συντηρητικές απόψεις (Σεφέρης, Ελύτης, Ελιοτ, Γκύντερ Γκρας, Καμίλο Χοσέ Θέλα, Τζων Σταϊνμπεκ), σε σχέση με λογοτέχνες αριστερών πεποιθήσεων που δεν τα κατάφεραν μέχρι εκεί (Γιάννης Ρίτσος, Νίκος Καζαντζάκης, Κάρλος Φουέντες, Νόρμαν Μαίηλερ). Η γραφή είναι ατομικιστική απασχόληση και συνυφασμένη με τον εγωϊσμό Δεν σχετίζεται με τη συλλογικότητα και την ομαδική εργασία. Η ιδιότητα αυτή της γραφής πρέπει άραγε να προσάπτεται και στον συγγραφέα;

Στη Νέα Εποχή η Τρομοκρατία, το Απόλυτο Κακό είναι επώνυμο, έχει ένα όνομα, αλλά πολλά επίθετα

Στο όνομα της εξορκίζεται η αναστολή, ο περιορισμός και η κατάργηση των ελευθεριών και των αξιών δια νόμου και του damnatio memoriae. Σε μια εποχή όπου τα πάντα κατασκευάζονται, η ενημέρωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Στα μέσα Μαρτίου του 2005, οι New York Times έφερναν στο φως ένα σκάνδαλο που κλόνισε βαθύτατα την εμπιστοσύνη στην αμερικανική τηλεοπτική δημοσιογραφία, βίντεος κυβερνητικών υπηρεσιών ή ιδιωτικών εταιριών ενσωματώνονται σε ρεπορτάζ, ή και τα υποκαθιστούν πλήρως, χωρίς ωστόσο να ενημερώνονται οι τηλεθεατές για την πηγή της «πληροφόρησης»

Η μοντέρνα προπαγάνδα φροντίζει ώστε τα θέματα των δελτίων ειδήσεων να διανθίζονται από καλοσερβιρισμένες ρεκλάμες κυβερνητικών προγραμμάτων ή πολυεθνικών εταιρειών. Σε μια εποχή όπου το χαμηλό κόστος αποθεώνει τη νοοτροπία του fast food, το «έτοιμο για κατανάλωση» κονσερβοποιημένο προϊόν είναι εύπεπτο, μιας χρήσης, δεν αφήνει ίχνη, είναι προσφορά – όπως απαιτεί το savoir faire των δημοσίων σχέσεων – και επιπλέον μειώνει το δημοσιογραφικό προσωπικό.

Τα εύσημα στην πρωταθλήτρια των κατασκευασμένων ειδήσεων, την ηλιόλουστη Καλιφόρνια, γη της «επαγγελίας» αλλά και της «παραγγελίας» αφού τα ρεπορτάζ κατασκευάζονται όπως τα ενδύματα: sur mesure και με βραβείο για τον εμπνευστή της καλύτερης τηλεοπτικής απάτης. Ποιός τολμά να ισχυριστεί ότι η κοροιδϊα δεν είναι Τέχνη;

Όσο η ψεύτικη αξία στο χρηματιστήριο της ενημέρωσης ανεβαίνει, τόσο τα έργα των θαρραλέων φωνών παραγκωνίζονται

Ένα δοκίμιο του Γκορ Βιντάλ εγράφη κατά παραγγελία για το Vanity Fair αλλά κρίθηκε από τη διεύθυνση ως υπερβολικά «οχληρό» για να τυπωθεί, και δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Κατά τον ίδιο, τα ΜΜΕ ανήκουν στους ίδιους ανθρώπους που κατασκευάζουν τα όπλα, που ελέγχουν όλες τις πηγές ενέργειας και που πληρώνουν τους πολιτικούς, οι αμερικανοί πολίτες έχουν καθόλου – ή ελάχιστη- ενημέρωση για τη δική τους χώρα, λαμβάνουν ψευδή εικόνα του τι πραγματικά συμβαίνει και προτείνει να ξεκινήσουν εκστρατείες πληροφόρησης των πολιτών.

Την ίδια τύχη είχε και το βιβλίο του Μαϊκλ Μουρ «Ηλίθιοι Λευκοί» μια καταγγελία της Προεδρίας Bush και των επιπτώσεών της το οποίο παραλίγο να μείνει απούλητο, επειδή, παρά τα συμπεφωνημένα, ο εκδοτικός οίκος Χάρπερ Κόλλινς υποστήριξε οτι «λόγω της αλλαγής του πολιτικού κλίματος» δεν επρόκειτο να κυκλοφορήσει εάν «…πρώτα δεν αφαιρούσε ο ίδιος ένα σημαντικό κεφάλαιο, δεν έκανε εκτεταμένες αλλαγές και δεν πλήρωνε από την τσέπη του ένα φοβερό χρηματικό ποσό» Ο συγγραφέας αρνήθηκε, τα βιβλία παρέμειναν στις αποθήκες χωρίς να διατίθενται στην αγορά και μόνο όταν έλαβε το θέμα δημοσιότητα ο εκδοτικός οίκος αναγκάστηκε να τα κυκλοφορήσει, φοβούμενος την κατηγορία της λογοκρισίας. Θα μπορούσε να είναι ένα καλοστημένο εκδοτικό τρικ, αν δεν συνέβαινε αυτό στον «παραγωγό και εξαγωγέα της Δημοκρατίας» την Αμερική.

Και αν οι συγγραφείς είναι δύσκολος και κραυγαλέος στόχος, υπάρχουν ευκολότεροι στόχοι: οι άνθρωποι του τύπου. Άνθρωποι που προσπαθούν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Θεωρητικά τα ΜΜΕ είναι ο βασικός θεματοφύλακας της κοινωνίας, στον οποίο δίνουν λόγο οι εκάστοτε υπεύθυνοι, κι αυτό πολλαπλασιάζει τα χτυπήματα κάτω από τη μέση που δέχεται η ελευθεροτυπία σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Οι δημοσιογράφοι οι οποίοι διερευνούν θέματα διαφθοράς, έρχονται συχνά αντιμέτωποι με την εξουσία. Η επιτυχία τους στην πάταξή της, έγκειται συχνά σε εξωτερικούς παράγοντες όπως οι νόμοι περί ελευθερίας του Τύπου, οι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι δικαστές, οι τίμιοι και συνεπείς αστυνομικοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Την σήμερον, οι δημοσιογράφοι είναι περισσότερο εξαρτημένοι από τα φώτα της δημοσιότητας παρά ποτέ -σε βαθμό που να έχουν αποκτήσει τους δικούς τους οπαδούς μεταξύ των αναγνωστών ώστε να είναι δημοφιλέστεροι από αρκετούς πολιτικούς, και να αφιερώνονται στην αποκάλυψη όχι των καταχρήσεων αξουσίας, αλλά σκανδάλων που θα ανεβάσουν τις «πωλήσεις» τους, στην πληρωμή εγκληματιών για την άντληση πληροφοριών, στην κατασκευή ψευδών ειδήσεων ή στην άνευ ορίων παραβίαση της ιδιωτικής ζωής πολιτικών (ή, στη Μεγάλη Βρεττανία, μελών της βασιλικής οικογενείας) υποστηρίζει ο Αντονυ Σάμψον. Είναι προφανές ότι, εκτός από φιλομοναρχικός, ο Σάμψον λίγα έχει να πει για τα αλλεπάλληλα κρούσματα λογοκρισίας και τον απίθανο αριθμό εκείνων των συναδέλφων του που καθημερινά δέχονται πιέσεις και απειλές για τη ζωή τους.

Οι «λίστες θανάτου» η θλιβερή εξόντωση των ανθρώπων του Τύπου αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος της φρίκης.

Μπορεί στην ανατολική Ευρώπη η δωροδοκία δημοσιογράφων για τη συγγραφή άρθρων αλλά και τη συγκάλυψη σκανδάλων και εγκλημάτων να αποτελεί σύνηθες φαινόμενο, αλλά ο απολογισμός είναι θλιβερός. O ΤΖεφ Λάβιτ Διευθυντής Επικοινωνίας της Διεθνούς Διαφάνειας και Διεθνείς Οργανισμοί ενώνουν τις δυνάμεις τους ούτως ώστε να συνταχτεί μια Χάρτα Διαφάνειας. Σύμφωνα με την Άντα Γουαϊτ γενική γραμματέα της Διεθνούς Ένωσης Δημοσιογράφων, «όταν ρεπόρτερ με σθένος καθημερινώς θυσιάζουν σάρκα και οστά για την προάσπιση της ελευθερίας του Τύπου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμείς δεν μπορούμε αμέτοχοι να αφήνουμε τις πράξεις δωροδοκίας να εξευτελίζουν αυτές τις προσπάθειες».

Τον Απρίλιο του 2003 η Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων περιέγραψε σε μια έκθεσή της τις δραματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται οι άνθρωποι του Τύπου στο Ιράκ και κάλεσε όλες τις πλευρές να σεβαστούν την ανθρώπινη ζωή και το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Σ΄αυτή την εμπόλεμη ζώνη, είναι αναπόφευκτο για τον δημοσιογράφο που αποφασίζει να διερευνήσει μια υπόθεση που σχετίζεται με την εξουσία να έρχεται αντιμέτωπος με το πολιτικό και επιχειρηματικό κατεστημένο, σε βαθμό ώστε να απειλείται ακόμα και η ίδια του η ζωή.

Αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο τα στοιχεία δεν είναι λιγότερο εφιαλτικά.

Μέσα σε τρείς μήνες έχασαν τη ζωή τους 16 άνθρωποι του Τύπου και 135 φυλακίστηκαν. Από τον ασφυκτικό κλοιό αυτής της «εναλλακτικής» δικαιοσύνης δεν ξέφυγαν ούτε οι απασχολούμενοι στα μέσα ηλεκτρονικής ενημέρωσης, καθώς 80 εξ αυτών γνώρισαν από πρώτο χέρι στα κελιά τους τι σημαίνει η υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας και των αρχών που πιστεύουν και υπηρετούν.Στη «μαύρη λίστα του θανάτου» φιγουράρουν Αμερική και Ασία: η Κολομβία, το Περού, το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, η Αιτή, η Παλαιστίνη, το Εκουαδόρ, η Κούβα, η Κίνα, το Νεπάλ, το Ιράν, η Μπούρμα, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ρουάντα, το Βιετνάμ, η Συρία, οι Μαλδίβες, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες περιλαμβάνονται μεταξύ των χωρών όπου η ισορροπία μεταξύ δημόσιας ασφάλειας και ελευθερίας του Τύπου έχει δεχτεί ισχυρούς κλονισμούς στο «όνομα του αντιτρομοκρατικού μετώπου».

Οι δολοφονίες, οι φυλακίσεις και οι διώξεις με πρόσχημα την τρομοκρατία – αυτόν τον γενικό και αόριστο εχθρό – βρίσκονται σε έξαρση σαν πραγματική αρρώστια, ενώ πριν ένα χρόνο οργανώσεις δημοσιογράφων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγόρησαν ανοιχτά την Κυβέρνηση Bush οτι προσπαθεί να θέσει «υπό επίβλεψη» τον Τύπο με αμφιλεγόμενες νομικές ρυθμίσεις, επικαλούμενη την περιλάλητη τρομοκρατία. Τα πράγματα στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες βέβαια είναι πολύ χειρότερα με αλυσιδωτές δολοφονίες εκδοτών και εκπροσώπων των ΜΜΕ να σοκάρουν τον παγκόσμιο Τύπο.

Ούτε στη Γηραιά Αλβιώνα τα πράγματα είναι ειδυλλιακά, αφού λαμβάνονται – με τη σφραγίδα του νόμου- μέτρα παρακολούθησης προσωπικών πηγών πληροφόρησης, συνδιαλέξεων και συνομιλιών μέσω διαδυκτίου, ενώ στην Ιταλία ο Mister Mass Media Σύλβιο Μπερλουσκόνι κάνει τα αδύνατα δυνατά προκειμενου να απλώσει τα πλοκάμια του στα δημόσια μέσα. Φυσικά από τον κατάλογο της βίας, τον οποίο συμπληρώνουν η μαχητική Γαλλία και η Ισπανία, δεν ξεφεύγει ούτε ακόμα και η υπεράνω πάσης υποψίας Σουηδία.

Στις Φιλιππίνες, πίσω από τις αιματηρές δολοφονίες ξένων ανταποκριτών κρύβεται μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα βίας, διαμορφωμένη έξυπνα από τα «στεγανά» της πολιτικής εξουσίας και των τοπικών παραγόντων, καθιστώντας τους δημοσιογράφους εύκολο στόχο. Πέρυσι, η Διεθνής Επιτροπή Έρευνας συναντήθηκε με οικογένειες και συναδέλφους των θυμάτων και ανέλαβε πρωτοβουλία δράσης ώστε να αποκαλυφθούν οι δράστες και να γίνει κάποια προσπάθεια να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Σε πολλές χώρες της λατινικής Αμερικής οι πλέον επικίνδυνοι εχθροί του δημοσιογραφικού λειτουργήματος είναι «οι βαρόνοι του εγκλήματος» και η διαπλοκή τους με πολιτικά κατεστημένα. Νόμοι που εμποδίζουν την έρυνα, λογοκρισία και αυτολογοκρισία είναι σκληρά δεδομένα, ενώ φορολογικές ρυθμίσεις κυριολεκτικά «στραγγαλίζουν» τον Τύπο. Στην Κούβα, τη Αιτή και το Μεξικό, οι «νονοί» των ναρκωτικών απαντούν στις έρευνες και τις αποκαλύψεις με δολοφονίες, ενώ στην Κολομβία οι απαγωγές ανθρώπων του Τύπου αποτελούν βιβλικό ολοκαύτωμα που αναλώνει τη χώρα περισσότερο από είκοσι χρόνια τώρα. Η μαφία του εγκλήματος είναι αρκετά ισχυρή ώστε να φιμώνει και τα πιο αποφασισμένα στόματα.

Αυτοί οι λόγοι φτάνουν και περισσεύουν ώστε να μη μιλήσεις και να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό, όπως ξέρουν να κάνουν καλά οι αντιφρονούντες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, ειδικά εάν αυτό που πρόκειται να πεις μπορεί να κριθεί ως επικίνδυνο, προσβλητικό, τραυματικό, εκφοβιστικό, ηθικά κακό ή απλά σοκαριστικό. Πολύχρονες επιστημονικές μελέτες κατέδειξαν οτι τα παιδιά, στην προσπάθειά τους να εκφραστούν πειραματίζονται με τις λέξεις, και μαθαίνουν τις ένοιες της απαγόρευσης της τιμωρίας και τι είναι το μυστικό και το λαθραίο: αλλά επίσης μαθαίνουν ότι αυτό που λένε μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες. Όταν ανακαλύψουν τι είναι αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί, οι επιλογές περιορίζονται στις ελάχιστες δυνατές: πρέπει να μάθον να ψεύδονται – ή να συγκρατούν τη γλώσσα τους. Αν είναι τυχερά, γίνονται δημιουργικά και μαθαίνουν τη μεταφορική έκφραση. Aν είναι άτυχα, τρελλαίνονται.

Γι’ αυτό και ο καταθλιπτικός, λιγομίλητος όχι εκ φύσεως, δεν πιστεύει στη γλώσσα ως φορέα μηνύματος κι αισθάνεται αποκομμένος από την πηγή των λέξεων. Ο σιωπηλός, ο οποίος ξεχωρίζει από το πλήθος, πρέπει με κάποιο επίθετο να χαρακτηριστεί: προβληματικός, δυσπροσάρμοστος, ψυχικά ανεπαρκής, ή ξένος, μετανάστης, πρόσφυγας, εξόριστος, ένας παρείσακτος, που «δεν ανήκει εδώ». Αυτή όμως η επιβεβλημένη σιωπή, καταλήγει ο Κιουρέισι, προς όφελος των ισχυρών δεν είναι χωρίς συνέπειες.

p.s – Αποφάσισα να μην αναφέρω πουθενά το όνομα του Νόαμ Τσόμσκι επειδή θα έπρεπε να παραπέμπω σ’ αυτόν κυριολεκτικά σε κάθε πρόταση, πράγμα το οποίο είναι αδύνατον.

The bet of expression’s freedom: why you are going to lose it Summary Various political systems, being powerfull, allocate abundance of ways in order to impose a dictatorship on voices : uprooting language or burning books, censorship, covered exclusion and systematical ignoring, up to the violation of most sensitive personal data and the legal governmental personal data filing, the «black lists» and the threat of physical integrity, death, are such methods that under tolerance of the entire social system itself aim at the absolute humiliation of fundamental human values.

@ Κίτσου Ντίνα