Το Ανθρώπινο Βιοκομπιούτερ

Μήπως έχουμε πάψει τελικά να είμαστε άνθρωποι, μήπως έχουμε γίνει μηχανικά αυτόματα, προγραμματισμένα ρομπότ, απλές μηχανές. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κινηθεί, να σκεφτεί ή να μιλήσει με δική του πρωτοβουλία, γιατί δεν γνωρίζει πραγματικά...

Το Ανθρώπινο Βιοκομπιούτερ

Κάτι περίεργο συμβαίνει με τους ανθρώπους. Φαίνεται να πάσχουν από ένα μόνιμο «ψυχικό κρυολόγημα» χωρίς να το αντιλαμβάνονται. Το έχουν συνηθίσει, ζουν με αυτό, μια σιδερένια μέγγενη σφίγγει συνεχώς το στήθος τους, αλλά εκείνοι συνεχίζουν τυπικά τις δουλειές τους.

Και ο φόβος και η οικονομική κρίση κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Μήπως έχουμε πάψει τελικά να είμαστε άνθρωποι, μήπως έχουμε γίνει μηχανικά αυτόματα, προγραμματισμένα ρομπότ, απλές μηχανές. Πριν από λίγο καιρό καθόμουν σε μια πολυσύχναστη καφετέρια στο κέντρο της πόλης, αγναντεύοντας τον δρόμο απ’ έξω, πίσω από την μεγάλη τζαμαρία της.

Άρχισα να παρακολουθώ τους διαβάτες του δρόμου. Ένα πολύβουο πλήθος περνούσε απ’ έξω βιαστικό ή ράθυμο, τρέχοντας στις δουλειές του ή χασομερώντας, και έπειτα από λίγο ένιωσα την εικόνα να με υπνωτίζει. Δεν υπήρχε τίποτα το ιδιαίτερο, σχεδόν κανένα ατομικό χαρακτηριστικό, παρά μόνο τα γενικά γνωρίσματα ενός ευρύτερου συνόλου, ενός πλήθους που χωριζόταν απλά σε μερικές ομάδες.

Κι ακόμη, μετά από λίγο ένιωσα πως μπορούσα να μαντέψω τις σκέψεις του καθενός, τα άγχη του, τις ιδέες του, την καθημερινότητά του, το όνειρο μέσα στο οποίο ήταν βυθισμένος. Άραγε θα ήμουν και εγώ βυθισμένος στο δικό μου όνειρο τώρα, και στο δικό μου πρόγραμμα, αν δεν είχα αυτή την αίσθηση του ελαφρώματος, ότι είχα μόλις βγει από μια σκοτεινή σπηλιά στο φως του ήλιου;

Το ανθρώπινο βιοκομπιούτερ

Το ζήτημα αυτό φαίνεται πως επανερχόταν πάντοτε μέσα στην σύγχρονη ιστορία, καθώς ήδη από το 1748 ο φιλόσοφος Ζυλιέν ντε Λαμετρί είχε προκαλέσει σκάνδαλο με τις απόψεις του ότι η ψυχή είναι ανύπαρκτη και ότι ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνευτεί αποκλειστικά ως μηχανικό σύστημα. Τις απόψεις αυτές εξέφρασε στο βιβλίο του «Ο Άνθρωπος ως Μηχανή».

Ο Άγγλος κριτικός τέχνης Τζον Ράσκιν (1819-1900) είχε σχολιάσει καυστικά την αφέλεια του ανθρώπου να πιστεύει πως διαθέτει ελευθερία:

«Η ελευθερία είναι η πιο απατηλή απ’ όλες τις απάτες. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα στο σύμπαν και ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει. Τα άστρα δεν την έχουν. Η Γη δεν την έχει. Κι εμείς οι άνθρωποι έχουμε τον αντικατοπτρισμό και την επίφασή της μόνο προς βαρύτατη τιμωρία μας».

Επίσης, ο πρωτοπόρος εφευρέτης Νίκολα Τέσλα είχε παρατηρήσει ένα είδος μηχανικότητας στις δραστηριότητες των ανθρώπων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για «αυτόματα, που διαχειρίζονται οι δυνάμεις της Φύσης, που είναι παντού διασκορπισμένα σαν τάπες φελλού στην επιφάνεια του νερού, και που λανθασμένα δεχόμαστε ότι διαθέτουν ελεύθερη βούληση».

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Ζακ Λοέμπ στο βιβλίο του «Η Μηχανική Άποψη της Ζωής» είχε συμπεράνει:

«Σε τελική ανάλυση, η ζωή μπορεί να εξηγηθεί αναμφισβήτητα με φυσικοχημικούς όρους. Τρώμε, πίνουμε, αναπαραγόμαστε, όχι επειδή η ανθρωπότητα έκανε μια συμφωνία πως έτσι πρέπει να γίνεται, αλλά επειδή, ως μηχανές, κατασκευασμένες, είμαστε υποχρεωμένοι να λειτουργούμε έτσι».

Πράγματι, γενικά μιλώντας, θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε τον άνθρωπο σαν μία καλοκουρδισμένη μηχανή.

Σχεδόν όλες οι σωματικές μας λειτουργίες γίνονται αυτόματα, η καρδιά μας χτυπά μηχανικά, αναπνέουμε χωρίς να χρειάζεται να σκεφτούμε γι’ αυτό, οι κινήσεις μας καθορίζονται από επιστημονικά εξηγήσιμες βιοχημικές αντιδράσεις. Οι διανοητικές μας λειτουργίες θα μπορούσαν επίσης να παρουσιαστούν με υπολογιστικούς όρους. Οι σκέψεις μας είναι το «software» και ο εγκέφαλός μας το «hardware», οι αισθήσεις μας είναι τα «inputs» και η συμπεριφορά μας τα «outputs».

Μετά από όλα αυτά, θέλησα να ερευνήσω ακόμη περισσότερο τις ιδέες που αφορούν στην μηχανική φύση του ανθρώπου, τους προβληματισμούς σχετικά με το πώς λειτουργεί ένα ρομπότ και πώς ένας πραγματικός άνθρωπος, τις αμφιβολίες για το ότι ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του έχει περιοριστεί σε έναν αυτόματο διεκπεραιωτή, χωρίς αληθινή ζωή, που συμμετέχει σε μια θολή αντανάκλαση της πραγματικότητας. Συγγραφείς, φιλόσοφοι και σύγχρονοι πνευματικοί δάσκαλοι θα είναι οι οδηγοί μας σε αυτή την πορεία.

Τα Ανδροειδή του Φίλιπ Κ. Ντικ

Ο Φίλιπ Ντικ, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, έγραψε πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, τα ρομπότ και τον ολοκληρωτισμό της υπερ-τεχνολογίας. Οι δυο βασικές εμμονές που διατρέχουν το έργο του μπορούν να συνοψιστούν στα ερωτήματα «τί είναι πραγματικότητα;» και «τί είναι ο αυθεντικός άνθρωπος;». Στο διασημότερο ίσως έργο του, το «Do Androids Dream of Electric Sheep?», στο οποίο βασίστηκε η γνωστή ταινία «Blade Runner», παρουσιάζει την τραγική προσπάθεια ανθρώπων και ρομπότ να βρουν μια απάντηση για τον λόγο της ύπαρξής τους.

Σύμφωνα με τον Ντικ, το περιβάλλον μας, που αποτελείται ολοένα από μηχανές, κομπιούτερ, ηλεκτρονικά συστήματα και τεχνητά κατασκευάσματα, φαίνεται ότι αρχίζει όλο και περισσότερο να ζωντανεύει ή τουλάχιστον να ημι-ζωντανεύει, και μάλιστα με τρόπους ανάλογους με τους εαυτούς μας, ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να ανακαλύψουμε ότι εμείς, οι αποκαλούμενοι άνθρωποι, γινόμαστε άψυχοι, τεχνητοί, υπό την έννοια ότι οδηγούμαστε, ότι κατευθυνόμαστε, από ενσωματωμένους τροπισμούς.

«Τί είναι αυτό που στην συμπεριφορά μας μπορούμε να ονομάσουμε ανθρώπινο; Και τί είναι αυτό που μπορούμε να ορίσουμε ως μηχανική ή αντανακλαστική συμπεριφορά;» διερωτάται ο Ντικ, και δίνει δύο βασικές απαντήσεις. Καταρχήν, η «ανδροειδοποίηση» απαιτεί υπακοή και κυρίως προβλεψιμότητα. Όταν η αντίδραση ενός ατόμου μπορεί να προβλεφθεί με επιστημονική ακρίβεια, τότε ανοίγει και ο δρόμος για την ανδροειδή μορφή ζωής.

Αντίθετα, δεν μπορείς να μετατρέψεις έναν άνθρωπο σε ανδροειδές, αν αυτός πρόκειται να παραβιάσει τον νόμο με την πρώτη ευκαιρία. Ένας άνθρωπος παύει να λειτουργεί σαν ανδροειδές – ή ένα ανδροειδές ενεργεί σαν άνθρωπος – όταν σταματά τον προγραμματισμένο κύκλο του και διαφοροποιείται εξαιτίας μιας απόφασης. Επίσης, η διαφορά ανάμεσα στην ανδροειδή νοημοσύνη και την ανθρώπινη είναι ότι η δεύτερη μπορεί να περάσει μέσα από εμπειρίες που δεν μπορεί η πρώτη, και μέσα από αυτές μπορεί να αλλάξει, να μάθει, να εξελιχθεί. Έτσι, όταν βρεθεί μπροστά σε ένα πρόβλημα ο οργανισμός που έχει γίνει πιο ανθρώπινος συνεχίζει να παλεύει, δοκιμάζοντας την μία αντίδραση μετά την άλλη, όταν όλες οι προηγούμενες αποτυγχάνουν.

Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συμβεί, κατά τον Φίλιπ Ντικ, είναι η εναπόθεση πάνω σε αυτό που κάποτε ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος ενός κανόνα που να τον περιορίζει να εκπληρώσει έναν σκοπό έξω από την δική του προσωπική μοίρα. Ένας άνθρωπος που έχει εκπαιδευτεί και έχει γίνει δεκτικός σε πρακτικές χειρισμού, εξοπλισμένος με μηχανισμούς, και ιδεολογικά κατευθυνόμενος.

Τα ρομπότ του Κόλιν Γουίλσον

Ο συγγραφέας Κόλιν Γουίλσον έχει γράψει πολλά βιβλία με θέμα την φιλοσοφία και το απόκρυφο. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες του υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος αποτελείται από μία «σκάλα εαυτών». Όταν κάποιος ανέρχεται σε αυτή την συνειδησιακή κλίμακα, η αντίληψή του για την πραγματικότητα και η αποτελεσματικότητα χειρισμού αυτής διευρύνεται εκπληκτικά. Όμως, υπάρχει και η κατώτερη περιοχή συνειδητότητας για τον καθένα μας, την οποία δυστυχώς έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε περισσότερο, που την ονομάζει «το ρομπότ».

Όπως γράφει ο Γουίλσον:

«ονομάζω ρομπότ τον υποσυνείδητο υπηρέτη που εκτελεί κάθε αυτόματη εργασία της καθημερινής ζωής. Το ρομπότ είναι που πληκτρολογεί αυτή την σελίδα για λογαριασμό μου, ενώ ο πραγματικός εαυτός μου σκέφτεται τί θα γράψει. Καθώς κουράζομαι, το ρομπότ αναλαμβάνει όλο και περισσότερες λειτουργίες και η πραγματικότητα ολόγυρά μου γίνεται όλο και πιο θολή. Όταν η εσωτερική μου πίεση είναι χαμηλή, το ρομπότ κυριαρχεί στην συνείδηση και η ζωή γίνεται εξωπραγματική. Αν δεχτώ περαιτέρω πιέσεις αντί να έχω το περιθώριο να χαλαρώσω, το άγχος μου κλιμακώνεται σε πανικό – είναι το ρομπότ που το γκάζι του έχει κολλήσει στο τέρμα».

Σε αυτήν την περίπτωση, μπορούμε να πούμε ότι το βασικό πρόβλημα έγκειται στην έμφυτη παθητικότητά μας, στην τάση μας να αφήνουμε το ρομπότ να ζει την ζωή μας για λογαριασμό μας. Επίσης, καθώς η ζωή μας διακατέχεται από την συνήθεια και τον αυτοματισμό, σπανίως εμφανίζεται η ανάγκη να αντλήσουμε περισσότερη ενέργεια από τα ζωτικά μας αποθέματα. Έτσι, η ενέργειά μας περιορίζεται από την συνήθεια και η καθημερινή μας ζωή κυριαρχείται βασικά από το ρομπότ.

Με αυτό τον τρόπο ένας άνθρωπος μπορεί, θεωρητικά, να περάσει ολόκληρη την ζωή του σε ένα καθαρά ρομποτικό στάδιο, απλώς αντιδρώντας σε εξωτερικούς ερεθισμούς και διεκπεραιώνοντας τον βασικό του «προγραμματισμό».

Όμως, αυτό το είδος αυτόματης αντίδρασης δύσκολα μπορεί να αποκληθεί ζωή και θυμίζει μάλλον αυτό που εννοούσε ο Τ.Σ. Έλιοτ όταν ρωτούσε «πού είναι η ζωή που χάσαμε ζώντας;». Η αλήθεια είναι ότι κατοικούμε σε μία μηχανή, η οποία ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής για λογαριασμό μας, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τόσο απορροφημένοι από τις καθημερινές τους ασχολίες που δεν έχουν επίγνωση αυτής της έλλειψης ελευθερίας. Το ρομπότ, ο τέλειος υπηρέτης μας, έχει γίνει τώρα ο κύριος υποστηρικτής της οκνηρίας μας. Η επιτυχία του ανθρώπου στην επίτευξη του αυτοματισμού έχει καταντήσει πλέον το βασικό εμπόδιο στην εξέλιξή του.

Ωστόσο, είναι μέσα στις δυνατότητες του ανθρώπου να «ξυπνήσει». Να αντιληφθεί ότι κοιμάται, ότι ζει μηχανικά, έρμαιο των συγκυριών και των εσωτερικών του αντιδράσεων. Τότε θα αρχίσει να καταλαβαίνει πως ό,τι σκέφτεται, λέει και κάνει είναι σκέψεις, λόγια και πράξεις ενός «μηχανικού» ανθρώπου, και το ίδιο συμβαίνει με τα συναισθήματά του, όπως η λύπη, η χαρά κτλ.

Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζουμε γιατί κάνουμε τα πράγματα που κάνουμε, όπως δεν γνωρίζουμε γιατί δεν κάνουμε τα πράγματα που δεν κάνουμε. Ο άνθρωπος έχει εφεύρει πολλές μηχανές και ξέρει ότι μια πολύπλοκη μηχανή απαιτεί πολύ χρόνο προσεκτικής μελέτης προτού μπορέσει να την χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά. Κι όμως, αγνοεί να εφαρμόσει αυτή την γνώση στον εαυτό του, και ας είναι ο ίδιος η πιο πολύπλοκη μηχανή απ’ όλες όσες έχει εφεύρει.

Τελικά, μόνο όταν η ζωή πάψει να αντιμετωπίζεται μηχανικά, μόνο όταν ο άνθρωπος γίνει συνειδητός στον εαυτό του, θα μπορέσει να αντιληφθεί ότι είναι ένα ον ανολοκλήρωτο, που έχει όμως μια εν δυνάμει δυνατότητα, την δυνατότητα να αναπτύξει το Είναι του, μια δυνατότητα που απαιτεί αρκετή εξάσκηση και προσπάθεια.

Οι μηχανές του Γκουρτζίεφ

Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς δασκάλους του 20ου αιώνα. Με τις ιδέες του πρόσφερε έναν καινούριο δρόμο για την αρμονική εσωτερική ανάπτυξη του ανθρώπου, επηρεάζοντας πάρα πολλούς συγγραφείς, λόγιους, καλλιτέχνες, φιλοσόφους, αλλά και απλούς ανθρώπους.

Σύμφωνα με τον Γκουρτζίεφ, ο άνθρωπος στην συνηθισμένη του κατάσταση μοιάζει με μια μηχανή που ελέγχεται από εξωτερικές επιδράσεις. Και δεν εμφανίζει την δυνατότητα να αντισταθεί σε αυτές τις εξωτερικές επιδράσεις, την δυνατότητα να τις διακρίνει μεταξύ τους, ούτε και να μελετήσει τον εαυτό του ξέχωρα από αυτές.

Καθώς ο άνθρωπος «βλέπει» τον εαυτό του σε μία διαρκή κίνηση, έχει βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι είναι ελεύθερος να πηγαίνει όπου θέλει, ότι μπορεί να κινείται κατά την επιθυμία του, ενώ στην πραγματικότητα αντιδρά μηχανικά σε όλα. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένη, προσωπική θέληση είναι μία ψευδαίσθηση.

Η συνηθισμένη συνείδηση, λέει ο Γκουρτζίεφ, είναι καθαρά μηχανική. Δεν είναι σωστό να λέμε «εγώ σκέφτομαι», αλλά θα ήταν ακριβέστερο να λέμε «αυτό σκέφτεται».

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κινηθεί, να σκεφτεί ή να μιλήσει με δική του πρωτοβουλία, γιατί δεν γνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του. Έτσι, είναι μια μαριονέττα που αόρατοι σπάγγοι την τραβούν από δω και από κει. Μοιάζει περισσότερο με έναν δίσκο γραμμοφώνου του οποίου η βελόνα έχει κολλήσει, κι έτσι επαναλαμβάνει την ίδια φράση ξανά και ξανά αντί να συνεχίσει να παίξει ολόκληρη την συμφωνία.

@ Δημήτρης Αργασταράς

Βιβλιογραφία
1. Philip K. Dick, “Εναλλακτικές Πραγματικότητες”, εκδ. Αρχέτυπο
2. Colin Wilson, “Μυστήρια”, εκδ. Αρχέτυπο
3. Πήτερ Ουσπένσκι, “Αναζητώντας τον Κόσμο του Θαυμαστού” εκδ. Πύρινος Κόσμος
4. Πήτερ Ουσπένσκι, “Διαλέξεις πάνω σε μια Νέα Ψυχολογία”  εκδ. Σπαγειρία