Gabriel José García Márquez

Ποιος ήταν ο συγγραφέας που δήλωνε ότι θα ήταν πιο χρήσιμος στην κοινωνία «ως τρομοκράτης» - Τα βιβλία και οι σταθμοί της ζωής του - Η αποθέωση από κοινό και κριτικούς - Οι διάσημοι φίλοι...

Gabriel José García Márquez

«Είναι η ζωή περισσότερο από το θάνατο, αυτή που δεν έχει όρια» Gabriel José García Márquez

Ποιος ήταν ο συγγραφέας που δήλωνε ότι θα ήταν πιο χρήσιμος στην κοινωνία «ως τρομοκράτης» – Τα βιβλία και οι σταθμοί της ζωής του – Η αποθέωση από κοινό και κριτικούς – Οι διάσημοι φίλοι του. Γεννήθηκε το 1927 στην Κολομβία. Μια χώρα γνωστή για τους εμφυλίους της και το εμπόριο ναρκωτικών.

Σαράντα χρόνια μετά τη γέννησή του, όταν θα εκδοθεί το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, η δόξα του θα ξεπεράσει τη φήμη του εμπόρου ναρκωτικών Εσκομπάρ και ο παγκόσμιος Τύπος θα αρχίσει να βλέπει αλλιώς την κολομβιανή Ιστορία. Ό ίδιος, όταν κλήθηκε να συστηθεί στο κοινό, μίλησε κάπως έτσι για τον εαυτό του:

«Το όνομά μου, σενιόρ, είναι Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Λυπάμαι: ούτε σ’ εμένα αρέσει το όνομα, γιατί είναι μια σειρά από κοινοτοπίες, με τις οποίες ποτές δεν μπόρεσα να δεθώ. (…) Είμαι ένας συγγραφέας από δειλία. Η αληθινή κλίση μου είναι προς τη μαγεία, αλλά κάθε φορά που προσπαθώ να την εξασκήσω, τα χάνω σε τέτοιο βαθμό, που αναγκάστηκα να καταφύγω στη μοναξιά της λογοτεχνίας. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο δραστηριότητες οδηγούν στο μοναδικό πράγμα που με ένοιαζε όταν ήμουν παιδί: να με αγαπούν περισσότερο οι φίλοι μου. Στην περίπτωσή μου, το ότι είμαι συγγραφέας είναι ένα εξαιρετικό επίτευγμα, γιατί είμαι πολύ κακός στο γράψιμο. (…) Ποτέ δεν μιλάω για λογοτεχνία, επειδή δεν ξέρω τι είναι και εκτός αυτού είμαι πεπεισμένος ότι ο κόσμος θα ήταν ακριβώς ο ίδιος χωρίς αυτήν. Από την άλλη, αντίθετα, είμαι πεπεισμένος ότι θα ήταν εντελώς διαφορετικός χωρίς αστυνομία. Ως εκ τούτου, πιστεύω ότι θα ήμουν πολύ πιο χρήσιμος στην ανθρωπότητα, αν αντί για συγγραφέας είχα γίνει τρομοκράτης».

Ζούσε νοικιάζοντας δωμάτια σε πορνεία

Μια νέα θεώρηση του κόσμου τον απασχόλησε σε ολόκληρη τη διαδρομή του. Και πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά, με ένα δαιμόνιο πνεύμα που γεννήθηκε -μαζί με όλη τη γενιά του- σχεδόν με μια προδιαγεγραμένη πορεία: να πεθάνει φτωχός, νέος κι επαναστάτης.

Μεγάλωσε με τους παππούδες του σε ένα χωριό της Καραϊβικής, την Αρακατάκα, παράτησε τη νομική σχολή γρήγορα, έπιασε δουλειά σε μια εφημερίδα που τον πλήρωναν με “κάτι λιγότερο από το τίποτα”και ζούσε σαν άρχοντας, νοικιάζοντας δωμάτια σε πορνεία. Η πρώτη επαφή του με τη λογοτεχνία ήταν, όταν παιδί βρήκε “σε ένα σκονισμένο μπαούλο στην αποθήκη του σπιτιού””το Χίλιες και Μία Νύχτες. Πολύ γρήγορα άρχισε να διαβάζει τα πάντα, βιβλία όλα δανεικά. Μέσα σε περίπου είκοσι χρόνια κατάφερε να δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία, τα οποία κέντρισαν το ενδιαφέρον κάποιων κριτικών, όμως το καθένα από αυτά δεν είχε πουλήσει παραπάνω από εφτακόσια αντίτυπα.

terrapapers.com One Hundred Years of Solitude
Παράτησε τα πάντα, για να γράψει τα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς»

Ώσπου ήρθε το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς. “Ξεκινώντας, θυμάμαι πολύ καθαρά τη μέρα που με τεράστια δυσκολία τελείωσα την πρώτη πρόταση και αναρωτήθηκα τρομοκρατημένος τι διάολο θα έγραφα μετά” εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα. Η συγγραφή του έργου θα τον απασχολούσε από τον Ιούλιο του 1965 μέχρι τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 1966.

Παράτησε τα πάντα. Αφιερώθηκε στη συγγραφή, κλεισμένος σε ένα μικρό δωμάτιο του σπιτιού, παντρεμένος με δυο παιδιά, χρωστώντας οχτώ νοίκια και υπολογίζοντας στην υπομονή του σπιτονοικοκύρη. Για να ζήσουν πουλούσαν πράγματα του σπιτιού. Όταν επιτέλους το τέλειωσε, ενθουσιασμένος πήγε με τη γυναίκα του, Μερσέντες, στο ταχυδρομείο για να στείλουν τις 490 δακτυλογραφημένες σελίδες στον εκδότη στο Μπουένος Άιρες. Είχαν μαζί τους μόνο πενήντα πέσος.

“Ογδόντα δύο”, τους είπε ο ταχυδρομικός υπάλληλος. Μπορούσαν να στείλουν κάτι περισσότερο από το μισό. ‘Εστειλαν όσες σελίδες μπορούσαν κι επέστρεψαν σπίτι. Ήταν μια μεγάλη απόφαση ζωής: τους είχαν μείνει μόνο το μίξερ, το πιστολάκι μαλλιών και η θερμάστρα που μπορούσαν να βάλουν ενέχυρο και ή θα έστελναν το υπόλοιπο βιβλίο, μένοντας απένταροι για μέρες ή θα έκαναν υπομονή. Αποφάσισαν να στείλουν το υπόλοιπο βιβλίο εκείνη τη μέρα. Αυτό έκαναν.Μόλις πια είχαν στείλει και το άλλο μισό στον εκδότη, στο δρόμο για το σπίτι, η Μερσέντες του είπε: “Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια”.

Η αποθέωση

Ο συνδυασμός της μαγείας των ενστίκτων με τη θουκυδίδεια ερμηνεία των γεγονότων στο Εκατό Χρόνια Μοναξιάς θα έφτιαχναν ένα εκρηκτικό μείγμα, που θα διαμόρφωνε την παγκόσμια λογοτεχνία για πάντα. Η φρενίτιδα της φήμης θα ξεκινούσε μέσα σε λίγους μήνες από εκείνη την ημέρα. Όταν εκδόθηκε το Εκατό Χρόνια Μοναξιάς, θαμπώθηκε όλη η Λατινική Αμερική και πολύ γρήγορα η πολυπόθητη αναγνώριση θα ερχόταν και από την Ευρώπη, που θα τον καθιέρωνε κιόλας -αρχικά, ως τον σπουδαιότερο συγγραφέα των “Ινδιών”από το ’60 και μετά.

Ο Νερούδα έκανε λόγο για το νέο Θερβάντες. Ο επιστήθιος φίλος του, Κάρλος Φουέντες, θα πει: “Η σημασία του για τη Λατινική Αμερική θα είναι ανάλογη με αυτήν του Δον Κιχώτη του Θερβάντες για την Ισπανία”.

Ο άλλος φίλος του (άσπονδος αυτός) Βάργκας Γιόσα θα αναγκαστεί να παραδεχτεί νικημένος από το βάρος του λογοτεχνικού επιτεύγματος: “Μια πρόζα με ξεκάθαρους στόχους, αλάνθαστη τεχνική, μαγεία και μια διαβολική φαντασία είναι τα όπλα που έκαναν δυνατό αυτόν τον αφηγηματικό άθλο, το μυστικό αυτού του εξαιρετικού βιβλίου”.

Φουέντες, Βάργκας Γιόσα, Κορτάσαρ, μαζί με τον Γκαρσία Μάρκες, συγκρότησαν την πυρίτιδα δύναμη του περίφημου λογοτεχνικού “μπουμ”για τη Λατινική Αμερική. Ο επίσημος βιογράφος του, Τζέραλντ Μαρτιν, στη βιογραφία του που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος, περιγράφει έξοχα την παρέα εκείνη την εποχή:

“Αυτοί οι τέσσερις συγγραφείς, Κορτάσαρ, Φουέντες, Βαργκας Γιόσα και, εφεξής, ο Γκαρσία Μάρκες, θα αποκτούσαν απαράμιλη φήμη τα επόμενα χρόνια, αλλά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή το κίνημα δεν είχε ανδρωθεί πλήρως και κανένας τους δεν είχε αναδειχθεί ο κορυφαίος των κορυφαίων. Ωστόσο, οι γύρω του ήδη ήξεραν• μεταφορικά, είχαν ήδη υποκλιθεί μπροστά του: ήταν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Η Λατινική Αμερική θα άλλαζε ριζικά μετά τη δημοσίευση του Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”.

Η επιρροή του όμως δεν έμεινε εκεί. Όλοι σχεδόν οι μεγάλοι συγγραφείς του καιρού του θα υποκλιθούν. Κούντερα, Μέιλερ, Ρούσντι και ο “αμίλητος”Πίντσον, που βγήκε από τη σιωπή του για να εκθειάσει τον Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας, σε άρθρο του στους New York Times. Αναμφίβολα, ο πιο παραστατικός απ’ όλους ήταν ο συγγραφέας των Σατανικών Στίχων, Σαλμάν Ρούσντι, ο οποίος, όταν έγινε γνωστό πως το Νόμπελ πήγε στον Γκαρσία Μάρκες, έγραψε:

“Είναι μία από τις δημοφιλέστερες επιλογές της επιτροπής των Νόμπελ, ένας από τους λίγους αληθινούς μάγους της σύγχρονης λογοτεχνίας, ένας καλλιτέχνης με τη σπάνια ικανότητα να παράγει έργο υψίστης ποιότητας που αγγίζει και μαγεύει ένα τεράστιο αναγνωστικό κοινό. Το αριστούργημα του Μάρκες Εκατό Χρόνια Μοναξιάς είναι, πιστεύω, ένα από τα δύο ή τρία σημαντικότερα και πιο ολοκληρωμένα μυθιστορήματα που έχουν δημοσιευτεί οπουδήποτε μετά τον πόλεμο”.

Ο κύκλος των διάσημων φίλων του δεν περιοριζόταν μόνο στο χώρο της λογοτεχνίας. Στάθηκε μέχρι τέλους στο πλευρό του Φιντέλ Κάστρο, παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχτηκε επί χρόνια. Ο Κάστρο του είχε παραχωρήσει ένα εξοχικό στην Αβάνα, το οποίο ο Γκαρσία Μάρκες επισκεπτόταν συχνά. Ενδιαφέρθηκε για τη χώρα αυτή σαν να ήταν η δική του.

Η Ακαδημία Κινηματογράφου της Κούβας ήταν ένα δικό του δημιούργημα. Οι πολιτικές ανησυχίες του δεν τον άφηναν όμως ήσυχο. Ανέπτυξε ένα είδος μυστικής διπλωματίας με τις ΗΠΑ, προκειμένου να αρθεί το εμπάργκο κατά της Κούβας, πάντα σε συνενόηση με τον Κάστρο.

Στο πλαίσιο αυτό συνδέθηκε στενά με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον και πολλές φορές αποτέλεσε τον κρίκο επαφών των δύο πλευρών. Ο Κλίντον τον κάλεσε στο Λευκό Οίκο σε μια βραδιά που θα τον τιμούσε μαζί με την Τόνι Μόρισον και τον Κάρλος Φουέντες. Η είδηση βέβαια ήταν ο ίδιος. Επί χρόνια οι ΗΠΑ του αρνούνταν βίζα, λόγω των σχέσεών του με την Κούβα και ξαφνικά ο Γκάμπο περνούσε το κατώφλι του Λευκού Οίκου!

Αργότερα ο Γκαρσία Μάρκες θα έστελνε στον Κλίντον το χειρόγραφο της Είδησης μιας Απαγωγής και εκείνος θα του απαντούσε με ένα σημείωμα: “Εχθές το βράδυ διάβασα του βιβλίο σου μονορούφι”. Ο Κλίντον θα ήταν παρών και στην στην τιμητική εκδήλωση για τον Γκάμπο στο συνέδριο της Διαμερικανικής Ένωσης Τύπου στην Καρταχένια το 2007.

Ο Γκαρσία Μάρκες ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τις σχέσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής με την Ισπανία. Μάλιστα, εξέφρασε από νωρίς επιφυλάξεις για την ένταξη της Ισπανίας στην ΕΕ, μιας και ήξερε πως κάτι τέτοιο θα δυσχέραινε τις σχέσεις των Ισπανών με τους Λατινοαμερικάνους και θα απομακρυνόταν -όπως και έγινε- το ενδεχόμενο ελεύθερης μετακίνησης πολιτών στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Επιπλέον, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επίσκεψη του Πάπα στην Αβάνα, με επισκέψεις του στο Βατικανό.

Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη

Εν τω μεταξύ, όλα αυτά τα χρόνια εξακολουθούσε να γράφει και να δημοσιεύει μυθιστορήματα. Ήδη από το 1975 είχε εκδώσει Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη. Πρόκειται ίσως για την πιο τολμηρή του προσπάθεια να ανανεώσει τις τεχνικές του μυθιστορήματος, βασισμένος στον εσωτερικό μονόλογο του Οδυσσέα του Τζόις και το παραληρηματικό ύφος του Φόκνερ στο Αβεσαλώμ! Αβεσαλώμ!

Παράλληλα, το βιβλίο αυτό είναι μια πολιτική καταγγελία κατά των δικτατόρων της Λατινικής Αμερικής, αφού στο πρόσωπο του Πατριάρχη του μυθιστορήματος συγκεντρώνονται γνωρίσματα του Περόν, του Τρουχίλο, αλλά και του Ισπανού Φράνκο. Κάθε φράση αυτού του μυθιστορήματος καθρεφτίζει τη δαιμόνια φαντασία του, το μαγικό ρεαλισμό και την πολιτική του κρίση. Η ικανότητά του να αναπλάθει τη φρίκη και τη “σιωπή μιας τελικής αβύσσου”σε ποιητικό μεγαλείο, βρίσκεται περισσότερο από όπουδήποτε αλλού μέσα στις μακροσκελείς προτάσεις αυτού του μυθιστορήματος, που σε πολλές περιπτώσεις γεμίζουν ολόκληρες σελίδες.

Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας

Αφού μεσολάβησε το Χρονικό Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου, μια ιστορία βεντέτας, της οποίας ο πρώτος αναγνώστης θα είναι ο Φιντέλ Κάστρο, ακολουθεί το εμβλυματικό Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας. Η ερωτική ιστορία της Φερμίνας Δάσα και του Φλορεντίνου Αρίσα, που διαρκεί “πενηντα τρία χρόνια, εφτά μήνες και έντεκα μέρες με τις νύχτες τους”, τον φέρνει ακόμη μία φορά στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος.

Ο ίδιος θα δηλώσει πως μετά από αυτό το μυθιστόρημα “άδειασε”. Για πολλούς είναι το καλύτερο μυθιστόρημά του και μάλιστα γράφτηκε μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ. Στο βιβλίο έχουν θέση όλα τα είδη του έρωτα: ο παράνομος, ο συζυγικός, ο εφηβικός, ο γεροντικός, ο πλατωνικός, ο παρανοϊκός, της μιας νύχτας και της μιας ολόκληρης ζωής. Σε αυτό το βιβλίο έχει αφήσει στην άκρη το μαγικό ρεαλισμό και αναδεικνύει τη μαγεία της πραγματικότητας. Εδώ δεν υπάρχουν τσιγγάνοι που διαβάζουν το μέλλον και κορίτσια που χάνονται πετώντας στον ουρανό, αλλά μόνο η φθορά του έρωτα και το πείσμα για ζωή.

Η ιστορία είναι απλή: ένας άνδρας περιμένει μια γυναίκα. Περιμένει να τον ερωτευτεί, περιμένει να γυρίσει από ένα μακρινό ταξίδι, περιμένει το θάνατο του άνδρα της στα βαθιά του γεράματα. Παράλληλα, επιδημίες της χολέρας έρχονται και φεύγουν στην πόλη. Άνθρωποι πεθαίνουν από έρωτα και χολέρα επί δεκαετίες. Το μυθιστόρημα έχει happy end. Ο έρωτας θριαμβεύει επάνω στην ανθρώπινη μιζέρια. “Για όλη μας τη ζωή”.

«Είναι η ζωή περισσότερο από το θάνατο, αυτή που δεν έχει όρια»

Μετά θα ακολουθήσουν κι άλλα, αμφιλεγόμενα και μη. Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων, Η Είδηση μιας Απαγωγής, Οι Θλιμμένες Πουτάνες της Ζωής μου και η μυθιστορηματική βιογραφία του Μπολίβαρ, Ο Στρατηγός μες στον Λαβύρινθό του.

Πριν τον προλάβει η άνοια, έγραψε τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του, Ζω για να Τη Διηγούμαι. Είχε ανακοινωθεί πως ετοιμάζονταν άλλοι δύο τόμοι. Η μυστικότητα με την οποία έγραφε, έχει ως αποτέλεσμα να μην ξέρει κανείς σήμερα αν τους είχε ολοκληρώσει ή αν είχε εν τω μεταξύ καταπιαστεί με κάποια άλλη νουβέλα ή μυθιστόρημα.

Ο Γκαρσία Μάρκες ήταν ο συγγραφέας μιας χαμένης παράδοσης: έγραφε για όλους. “Έχω γράψει αρκετά, έτσι δεν είναι; Κανείς δεν έμεινε απογοητευμένος, δεν μπορούν να περιμένουν άλλα από μένα, σωστά;” διερωτήθηκε σε μια από τις τελευταίες συναντήσεις που είχε με το βιογράφο του, Τζέραλντ Μάρτιν.

Κι ήταν πέρα για πέρα αλήθεια. Κανείς σαν αυτόν δεν αφομοίωσε τόσες πολλές τεχνικές στο έργο του, απ’ όλες τις σχολές και τις εποχές της τέχνης του μυθιστορήματος. Τόλμησε να ανοιχτεί όσο λίγοι σε όλα τα είδη, εγκιβωτίζοντας στο έργο του τα φτηνά ρομαντικά αναγνώσματα που διάβαζε η μητέρα του μαζί με τον Οιδίποδα του Σοφοκλή και τον Οδυσσέα του Τζόις.

Πηγαινοερχόταν από την πολιτική στην τέχνη με υποδειγματική προσοχή -αυτός ο ανέστιος και πένης, που δεν είχε καταφέρει να πάρει ούτε ένα πτυχίο νομικής. Έγραψε αυτό που έζησε κι έζησε έντονα, κατανοώντας από νωρίς πως “είναι η ζωή περισσότερο από το θάνατο, αυτή που δεν έχει όρια”.

@Ανδρέας Μπελεγρής

Gabriel José García Márquez
Έργα του Gabriel José García Márquez:

La hojarasca (Τα νεκρά φύλλα, 1955)
El coronel no tiene quien le escriba (Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει, 1961)
La mala hora (Η κακιά ώρα, 1962)
Los funerales de la Mamá Grande (Η κηδεία της Μεγάλης Μάμα, 1962)
Cien años de soledad (Εκατό χρόνια μοναξιάς, 1967) ― ελλην.μετάφρ.Αγγ.Βερυκοκάκη-Αρτέμη (“Νέα Σύνορα”)
El otoño del patriarca (Το φθινόπωρο του Πατριάρχη, 1975)
Crónica de una muerte anunciada (Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου, 1981) ― ελλην.μετάφρ.Σωτηριάδου-Μπαράχας (“Νέα Σύνορα”)
El amor en los tiempos del cólera (Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, 1985) ― ελλην.μετάφρ.Σωτηριάδου-Μπαράχας (“Νέα Σύνορα”)
La aventura de Miguel Littín clandestino en Chile (Η περιπέτεια του Μιγκέλ Λιττίν, λαθραίου στη Χιλή’, 1986)
El general en su laberinto (Ο στρατηγός μες στο λαβύρινθό του, 1989)
Doce cuentos peregrinos (Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα, 1992)
Del amor y otros demonios (Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων, 1994)
Noticia de un secuestro (Η είδηση μιας απαγωγής, 1996)
Ανεμοσκορπίσματα
Ζω για να τη διηγούμαι

Επίσης, είχε γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.