Μεγάλη Φάρμα

Δύο πρόσφατα δελτία τύπου, σχετικά με την αδηφάγο βιομηχανία φαρμάκων πρέπει από μόνα τους να απαιτήσουν από ένα νωχελικό Κογκρέσο να εξεγερθεί και να εισάγει έρευνες σχετικά με τις «πλήρωσε ή πέθανε» τιμές φαρμάκων που...

Μεγάλη Φάρμα

«Πλήρωσε ή Πέθανε»

Δύο πρόσφατα δελτία τύπου, σχετικά με την αδηφάγο βιομηχανία φαρμάκων πρέπει από μόνα τους να απαιτήσουν από ένα νωχελικό Κογκρέσο να εξεγερθεί και να εισάγει έρευνες σχετικά με τις «πλήρωσε ή πέθανε» τιμές φαρμάκων που είναι πάρα πολύ συχνές.

Το πρώτο δελτίο- μια σελίδα πρωτοσέλιδο στη New York Times- ήταν για το ίδρυμα Κυστικής Ίνωσης (ΙΚΙ), το οποίο πριν από δεκαπέντε χρόνια επένδυσε 150.000.000 δολάρια στην εταιρία βιοτεχνολογίας Vertex Pharmaceuticals ώστε να αναπτύξουν ένα φάρμακο γι’ αυτή τη σοβαρή ασθένεια των πνευμόνων.

Στις 19 Νοεμβρίου, το ίδρυμα (ΙΚΙ) ανακοίνωσε μια επιστροφή ύψους 3,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την έν λόγω επένδυση. Το φάρμακο που αναπτύχθηκε από αυτήν την επένδυση και ονομάζεται Kalydeco, λαμβάνεται καθημερινά από τους ασθενείς, που μπορούν να το αντέξουν οικονομικά και η τιμή του ανέρχεται στα 300.000 δολάρια το χρόνο για κάθε έναν ασθενή. Ποιός μπορεί να πληρώσει αυτήν την υπέρογκη τιμή;

Το δεύτερο δελτίο τύπου προέρχεται από τη βιομηχανία φαρμάκων, η οποία χρηματοδότησε το Κέντρο Tufts για τη μελέτη και την ανάπτυξη φαρμάκων. Ο Joseph DiMasi του εν’ λόγω κέντρου, ισχυρίζεται ότι το κόστος ανάπτυξης μιας καινούργιας συνταγής φαρμάκου ανέρχεται περίπου στα 2.558.000.000 δολάρια, τα οποία είναι αξιοσημείωτα υψηλότερα από την προηγούμενη εκτίμηση των 802 εκατομμυρίων δολαρίων, που το κέντρο υποστήριζε το 2003.

Οι υπεύθυνοι παραγωγής της βιομηχανίας φαρμάκων, χρησιμοποιούν αυτό το γελοίο ψηφίο (της τιμής της παραγωγής του φαρμάκου) για να δικαιολογήσουν αυτές τις στα ουράνια τιμές πώλησης στους καταναλωτές. Δυστυχώς, αυτή η κριτική της φουσκωμένης τιμής δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Τα μισά από τα ευκαιριακά κόστη χάνονται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του DiMasi εάν η φαρμακευτική εταιρεία επενδύσει τα λεφτά της αλλού. Αυτό κόβει τις εκτιμήσεις του σχεδόν κατά το ήμισυ σε 1.395 εκατομμύρια δολάρια. Με αυτό το τέχνασμα δίνει στο «φούσκωμα» ένα νέο μήνυμα.

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο James P. Love, ιδρυτή του Knowledge Ecology International (Διεθνής Γνώση Οικολογίας), ο DiMasi επίσης βολικά αγνοεί κρατικές επιδοτήσεις, όπως τις λεγόμενες ορφανού-φόρου φαρμακευτικές πιστώσεις, τις ερευνητικές επιχορηγήσεις από το Εθνικο Ινστιτούτο Υγείας, καθώς επίσης και την υποστήριξη της κυβέρνησης όσον αφορά στο κόστος των κλινικών δοκιμών που πληρούν τις προϋποθέσεις (δες keionline.org).

Ο κύριος Love προσθέτει ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες δαπανούν «πολύ περισσότερα χρήματα στο μάρκετινγκ από ότι στην έρευνα και την ανάπτυξη»

Ο Rohit Malpani, διευθυντής της διοίκησης και ανάλυσης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα (ο οποίος βραβεύτηκε με βραβείο Nobel, το 1999), είπε ότι «αν πιστεύετε τα στοιχεία του κέντρου Tufts, του οποίου η υποτιθέμενη ανάλυση δεδομένων (στατιστικών στοιχείων) είναι σε μεγάλο βαθμό μυστική, τότε ίσως επίσης πιστεύετε ότι η Γη είναι επίπεδη».

Ο κ. Malpani επικαλείται τον Andrew Witty, τον Διευθύνων Σύμβουλο της GlaxoSmithKline, ο οποίος λέει ότι το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων για την ανάπτυξη ενός φαρμάκου είναι ένας μύθος.

O Molpani προσθέτει ότι «γνωρίζουμε από προηγούμενες μελέτες και από την απειρία των μη κερδοσκόπων εταιριών ανάπτυξης φαρμάκων ότι ένα καινούργιο φάρμακο μπορεί να αναπτυχθεί για μόλις ένα κλάσμα του κόστους από ότι προτείνει η αναφορά του κέντρου Tufts. Το κόστος ανάπτυξης είναι μεταβλητό αλλά η εμπειρία δείχνει ότι τα νέα φάρμακα μπορούν να αναπτυχθούν για τόσο λίγα χρήματα όσο τα $50.000.000 ή μέχρι τα $186.000.000 εάν λάβουμε υπόψη μας μια τυχόν αποτυχία, όχι μόνο οι φορολογούμενοι πληρώνουν για ένα μεγάλο ποσοστό της βιομηχανικής R&D (research and development/ έρευνα και ανάπτυξη), αλλά στην πραγματικότητα τα πληρώνουν δυο φορές, επειδή έπειτα πληρώνουν τις υψηλές τιμές (πώλησης) για τα φάρμακα που θέλουν να χρησιμοποιήσουν οι ίδιοι.

Ο κύριος Malpani αναφερόταν κυρίως στις ΗΠΑ όπου οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν δείχνουν ευγνωμοσύνη για τις γενναιόδωρες φορολογικές ελαφρύνσεις και την φορολογούμενα χρηματοδοτούμενη R&D (που παίρνουν σχεδόν δωρεάν).

Προσθέστε και την απουσία ελέγχου τιμής και ο καταναλωτής- ασθενής πληρώνει τις υψηλότερες τιμές φαρμάκων στον κόσμο.

Μια κατά μεγάλο ποσοστό αγνοημένη πτυχή της R&D βιομηχανίας, είναι πόσα από αυτά τα προϊόντα (φάρμακα – φαρμάκια) ταράζουν, παρά βελτιώνουν, τα αποτέλεσμα της υγείας των ασθενών – τα λεγόμενα «me too» (και εγώ) φάρμακα τα οποία είναι κερδοφόρα, αλλά δεν ωφελούν την υγεία των ασθενών.

Επίσης η σταθερή κερδοφόρα βιομηχανία φαρμάκων υπήρξε συνεχώς ανίκανη να περιορίσει την παραπλανητική της προώθηση των φαρμάκων και την ανεπαρκή γνωστοποίηση των παρενεργειών. Περίπου 100.000 Αμερικανοί πεθαίνουν κάθε χρόνο από τις δυσμενείς επιδράσεις των φαρμακευτικών προϊόντων. Δεκάδες από τα δισεκατομμύρια δολάρια των καταναλωτών σπαταλούνται σε φάρμακα που έχουν παρενέργειες αντί για φάρμακα που αντιμετωπίζουν τις ίδιες ασθένειες με λιγότερες παρενέργειες (βλέπε citizen.org/hrg).

Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης το 2000 με γιατρούς του στρατού και επιστήμονες στο Walter Reed Army Hospital (νοσοκομείο του στρατού), ρώτησα ποσά ξοδεύουν στην R&D (έρευνα και ανάπτυξη) ώστε να αναπτύξουν τα κατά της ελονοσίας φάρμακα. Η απάντηση: από 5 έως $10.000.000 ανά φάρμακο, το οποίο περιελάμβανε κλινική δοκιμή, συν τους μισθούς των ερευνητών.

Αυτή η «οντότητα ανάπτυξης φαρμάκων» μέσα στο τμήμα του Υπουργείου Άμυνας προέκυψε γιατί οι φαρμακευτικές εταιρείες αρνήθηκαν να επενδύσουν σε εμβόλια ή θεραπευτικά φάρμακα για την ελονοσία, τότε τη δεύτερη κυρία αιτία νοσηλείας στην Αμερική για τους στρατιώτες του Vietnam, η πρώτη ήταν οι τραυματισμοί πολέμου. Έτσι ο στρατός αποφάσισε να καλύψει το κενό εσωτερικά και με μεγάλη επιτυχία.

Το πρόβλημα με τη μικροπρέπεια της παραχαϊδεμένης ιδιωτικής φαρμακευτικής βιομηχανίας, όσον αφορά στην ανάπτυξη του εμβολίου συνεχίζεται. Ανθεκτικά στη φυματίωση φάρμακα και σε άλλες μολυσματικές ασθένειες, που μαστίζουν στις αναπτυσσόμενες χώρες συνεχίζουν να παίρνουν εκατομμύρια ζωές το χρόνο. Η επιδημία Έμπολα είναι μια τρέχουσα θανατηφόρα απεικόνιση της ένα λόγω παραμέλησης.

Η επιβίωση πολλών ανθρώπων είναι πολύ σημαντική για να αφεθεί στις φαρμακευτικές εταιρείες. Ένα μέρος από αυτά που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση σπαταλά για τη διάδοση και την αποτυχία των άνομων πολέμων στο εξωτερικό μπορεί να εκταθεί από το παράδειγμα των Walter Reed Army Hospital ώστε να δημιουργηθεί μια ανθρωπιστική υπερδύναμη, που να παράγει σωτήρια εμβόλια και φάρμακα, όπως και το δράμα των αρρώστων που έχει περισσότερη σημασία από τα απροσδόκητα κέρδη για τη Μεγάλη Φάρμα.

@ Big Pharma—Crony Capitalism Out of Control by Ralph Nader

Μετάφραση, επιμέλεια Angela Papazian

«Ο κύριος λόγος που παίρνουμε τόσα πολλά φάρμακα είναι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες δεν πωλούν φάρμακα, πουλάνε ψέματα σχετικά με τα φάρμακα.  Αυτό είναι που κάνει τα φάρμακα τόσο διαφορετικά από οτιδήποτε άλλο στη ζωή. Σχεδόν όλα όσα ξέρουμε για τα φάρμακα είναι ό,τι έχουν επιλέξει να μας πουν οι εταιρείες και οι γιατροί μας, ο λόγος που οι ασθενείς εμπιστεύονται το φάρμακό τους είναι γιατί προεκτείνουν την εμπιστοσύνη που έχουν στους γιατρούς τους στα φάρμακα που τους συνταγογραφούν.

Οι ασθενείς δεν συνειδητοποιούν ότι, αν και οι γιατροί τους μπορεί να γνωρίζουν πολλά για τις ασθένειες και την ανθρώπινη φυσιολογία και ψυχολογία, ξέρουν πολύ, πολύ λίγα για τα φάρμακα τα οποία δεν έχουν παρασκευάσει προσεκτικά και έχουν μεταμφιεσθεί από τη φαρμακευτική βιομηχανία. Αν δεν πιστεύετε ότι το σύστημα είναι εκτός ελέγχου, παρακαλώ στείλτε μου email και εξηγήστε μου γιατί τα φάρμακα είναι η τρίτη κύρια αιτία θανάτου. Αν μια τέτοια εξαιρετικά θανατηφόρα επιδημία είχε προκληθεί από ένα νέο βακτήριο ή ιό, ή ακόμα και ένα εκατοστό από αυτό, θα είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε για να τα θέσουμε υπό έλεγχο.» @Peter C. Gøtzsche, MD είναι ένας Δανός ιατρικός ερευνητής και ο διευθύνων του Σκανδιναβικού Cochrane Center στο Rigshospitalet στην Κοπεγχάγη, Δανία. Έχει γράψει πολλές κριτικές αξιολογήσεις μέσω της συνεργασίας του στο Cochrane. Ο ιατρός Peter C Gøtzsche, MD εκθέτει τις φαρμακευτικές βιομηχανίες και το σίριαλ της δόλιας συμπεριφοράς τους, τόσο στον τομέα της έρευνας όσο και στο μάρκετινγκ όπου η ηθικά κατακριτέα περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή είναι ο κανόνας.