Γελωτοποιοί «Αθλητισμός» Βαρβαρότητα

Θλιβερό το κατάντημα όλων των διαχειριστών της εξουσίας. Ο πολιτικός κανιβαλισμός και η ακόρεστη πείνα για προνόμια που επιβλήθηκε ως τρόπος διαχείρισης της εξουσίας επί 4 δεκαετίες, με στόχο τη μεθοδευμένη, μαζική και συστηματική υπεξαίρεση...

Γελωτοποιοί «Αθλητισμός» Βαρβαρότητα

Το εξωτερικό χρέος πηδάει σαν άλτης επί κοντώ

Το κόστος ζωής τείνει να συνθλίψει ακόμη και τους αρσιβαρίστες. Η παιδεία αναπροσανατολίζεται προς την «παραγωγή δεκαθλητών» των γενεών των 400 ευρώ. Η «κουλτούρα» του μπότοξ και του λάιφ στάιλ, ενισχυμένη από την «αισθητική» (μπούτι-στήθος) και την «ηθική» των Μέσων Μαζικής Αποβλάκωσης, επιτίθεται από παντού. Η διάλυση της κοινωνικής συνοχής αποφασίζεται από υπερεθνικά κέντρα, εφαρμόζεται με υπουργικές αποφάσεις και αντιμετωπίζεται με «συναγερμούς» που αυτοακυρώνονται.

Οι βασικές πηγές της ζωής (αέρας, νερό, τροφή) συνεχώς μολύνονται και η αρρώστια ανάγεται σε κοινή μοίρα. Τα ασφαλιστικά ταμεία (τίνος;) τινάζονται στον αέρα. Στην τηλεόραση, κάθε αρσενικός ή θηλυκός ημι-ηλίθιος Ε-πλην, γυμνός ή ημίγυμνος, φτύνει τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά μας. Και ορδές αλητών επιδίδονται σε ένα ανθρωποκυνηγητό για την επιβολή της τάξης όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από τα ξυρισμένα και κενά κρανία τους, μιμούμενοι τα αποτρόπαια αντίστοιχά τους της σκοτεινής Ευρώπης του μεσοπόλεμου.

Σε μια τέτοια κατάσταση το ζήτημα είναι ποιος θ’ ανάψει το σπίρτο. Η Ελλάδα χρεοκοπεί ως δίκτυο ανθρώπων, ως σύνολο σχέσεων και ως κοινωνική, πολιτική και γεωγραφική ενότητα, μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της έλλειψης κάθε επιβιωτικής αντίδρασης. Η Ελλάδα χρεοκοπεί σε όλες της τις συνιστώσες πλήν μιας: Δοξάζεται μόνο στα γήπεδα, «ατιμασμένη και εγκαταλειμμένη» στα χέρια μιας ομάδας ποδο- ή χειρο-σφαιριστών, που την διεκδικεί όλος ο πολιτικός κόσμος.

Στη βουλή, θριαμβεύει ένας ιδιότυπος θίασος ποικιλιών που διαχειρίζεται την εξουσία και τα εξοργιστικά προνόμια από τη νομή της. Η «πολιτική» εξαντλείται στο θέαμα. Οι «εθνοπατέρες» μεταφέρουν στα βουλευτικά τους έδρανα γλώσσα και συμπεριφορές κερκίδας (και αντιστρόφως). Ο «αγωνιστικός χώρος» υποκαθιστά τον κοινοβουλευτικό. Οι βουλευτές μεταμορφώνονται σε αφασικούς θεατές και η βουλή σε γήπεδο.

Με μοναδικό σημείο «σύμπτωσης» και συγχρόνως σύμπτωμα της αρρώστιας τους, το σύνθημα «κάθε γειτονιά και γήπεδο» όλοι οι διαχειριστές της εξουσίας («συντηρητικοί» και «προοδευτικοί») ξορκίζουν την απέχθειά τους σε κάθε διεκδίκηση του τύπου «κάθε γειτονιά και βουλή» γιατί είναι αυτονόητο πως κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε τον παρασιτικό χαρακτήρα και το αχρείαστο της άχρηστης ύπαρξης τους. Η εξουσία είναι δυνατό να εξαναγκαστεί σε περιορισμούς, υποχωρήσεις ή περιστολές της αυθαιρεσίας της, αλλά ποτέ δεν αυτοαναιρείται.

Η ανάπτυξη της αξιολογικής κρίσης ως δομικό στοιχείο της ιδιότητας του πολίτη ξορκίζεται συνεχώς και με κάθε δυνατό τρόπο από εκείνους που δεν επιθυμούν να διαλέγονται με πολίτες αλλά να διαχειρίζονται υπηκόους. Γι’ αυτό και οι διαχειριστές της εξουσίας απευθύνονται πάντοτε στα «πόδια» και όχι στα κεφάλια της ανθρωπόμαζας που διαφεντεύουν. Τουτέστιν, στα υποφλοιώδη κέντρα και όχι στο μετωπιαίο φλοιό του εγκεφάλου των υπηκόων τους. Γιατί η πυροδότηση των ενστίκτων είναι απείρως ευκολότερη και πολλαπλώς συμφερότερη από την ενεργοποίηση της λογικής.

Εξ’ ου και ο θρίαμβος των κερκίδων, στις οποίες συνωθείται και τις οποίες αντιγράφει σύμπασα η «συμπολίτευση» και η «αντιπολίτευση», σε μια κατάσταση σπάνιας σύμπνοιας, από την οποία συνάγεται το μέγιστο «πολιτικό» μάθημα του καιρού μας ότι η Ελλάδα ζει, ανασαίνει και κυβερνιέται στα γήπεδα και από τα γήπεδα (και στα και από τα κάθε είδους και επιπέδου «σκυλάδικα»). Κι αυτό εξηγεί επαρκώς την κατάστασή της. Η εξουσία δεν βρίσκεται στους δρόμους αλλά στις κερκίδες. Η Εξουσία και Κολοσσαίο ήταν πάντοτε έννοιες αλληλοπροσδιοριζόμενες και αλληλοσυμπληρούμενες.

Οι εξουσιοφρενείς ανθρωποβοσκοί έχουν συμφέρον από τη μεθοδική παραγωγή χειραγώγιμων μαζανθρώπων. Και οι «αθλητικοί χώροι» είναι ιδεώδη εκτροφεία γι’ αυτό το είδος των ανθρωποειδών. Οι εξουσίες περιβάλλουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον «αθλητισμό», γιατί εκεί επιτελούν μια διαρκή τερατογένεση μέσω της δημιουργίας του αθλητή-τέρατος και του θεατή-τέρατος που αυτοκαταναλώνονται στο βωμό του θεάματος.

Ο μαζάνθρωπος αυτοκαταναλώνεται και καταναλώνει άλλους μέσω μιας εξοντωτικής ανταγωνιστικότητας. Αδυνατεί να πάρει μέρος στο παιχνίδι, γιατί το παιχνίδι προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή και στερείται οποιουδήποτε σκοπού πλην του προσπορισμού της χαράς. Δεν μπορεί να συμμετέχει ούτε να χαίρεται πραγματικά και, συνεπώς, δεν μπορεί να παίζει. Μπορεί μόνο να συμμετέχει στη διαδικασία της παραγωγής και της κατανάλωσης του θεάματος σαν ηδονοβλεψίας.

Κι επειδή δεν μπορεί να παίζει, δεν ξέρει ούτε να κερδίζει, ούτε να χάνει. Όταν «χάνει» καταλαμβάνεται από τυφλά επιθετική απελπισία, και όταν «κερδίζει», παραφρονεί προς τέρψη της εξουσίας η οποία χειρίζεται και την απελπισία και την παραφροσύνη του. Οι συνεχώς πιο μαζικές «αθλητικές» φιέστες που οργανώνει καθημερινά η εξουσία, αποδεικνύουν ότι το Παιχνίδι έχει σχεδόν χαθεί. Από το Κολοσσαίο μέχρι την Ολυμπιάδα του 1936 και από τα γήπεδα της Λατινικής Αμερικής μέχρι τα στάδια της Μόσχας και του Πεκίνου, το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου έχει διανυθεί.

Οι Γελωτοποιοί ως Επαγγελματίες Πολιτικοί μπροστά σε μια κάλπικη κάλπη

Και έτσι μας προέκυψαν ανεπάγγελτοι, ανεπαρκείς και ατάλαντοι Γελωτοποιοί, φορείς μιας τουρκο-μπαρόκ «κουλτούρας», με μοναδικό τους προσόν τη «θητεία» τους στον αστερισμό του Κενταύρων και των 15μελών, αποδεικνύοντας ότι ενώ στο AncientRegime κάθε «σοβαρός» άρχοντας είχε στην Αυλή του ένα Γελωτοποιό, στο σύγχρονο Regime του «δήθεν» (που έχει έντονα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά) κάθε «σοβαρός» Γελωτοποιός διαθέτει μια Αυλή…

Πριν από 162 χρόνια, ο Καρλ Μαρξ σκιαγράφησε με εκπληκτική ακρίβεια το πορτραίτο κάθε (ανεπάγγελτου) επαγγελματία πολιτικού που ισχύει στο διηνεκές. (Κ. Μαρξ, Για τον Πάλμερστον, 22/10/1853) «Αυτός που υποκύπτει σε κάθε ξένη επίδραση, ενώ της αντιστέκεται με τα λόγια… Καταφέρνει να συνδυάζει τη δημοκρατική φρασεολογία με τις ολιγαρχικές ιδέες. Έχει την ειδικότητα να φαίνεται πως επιτίθεται όταν υποχωρεί, και πως υπερασπίζεται αυτούς που προδίδει. Ξέρει να χειρίζεται δεξιοτεχνικά έναν επιφανειακό αντίπαλο και να σπρώχνει σε απελπισία έναν υποτιθέμενο σύμμαχο. Ξέρει να παίρνει στην αποφασιστική στιγμή το μέρος του δυνατού απέναντι στον πιo αδύνατο, και να το βάζει στα πόδια αλαλάζοντας όλο θάρρος και στόμφο. Και μέχρι σήμερα, η φιλία του υπήρξε πάντοτε το προμήνυμα σίγουρης καταστροφής»

Όπως είναι γνωστό «όταν το δάκτυλο δείχνει το φεγγάρι, ο βλάκας κοιτάζει το… δάκτυλο». Αλλά όταν το χέρι του Αρτούρο Ούι κάθε κομματικής συμμορίας δείχνει τη διαχείριση της εξουσίας και τα οφέλη της, ο βλάκας εξακολουθεί να ατενίζει το χέρι, ο καιροσκόπος επικεντρώνει τη σωληνοειδή όρασή του στα προνόμια από τη νομή της, και ο εθελότυφλος συνεχίζει να μη βλέπει τίποτε. Και τότε, σημαίνει η Ώρα του Γελωτοποιού. Οι επαγγελματίες πολιτικοί, αυτοί οι παράδοξοι Ειδικοί του Τίποτα που επιμένουν να επιβιώνουν παρασιτικά σε μια ταραγμένη εποχή («υψηλής ειδίκευσης», υποτίθεται), έχουν ως κύριο όπλο τους μια διανοητική εμβέλεια και ένα δείκτη νοημοσύνη που τους στερεί (μεταξύ άλλων και) από τη στοιχειώδη αυτοπροστασία που παρέχει στον καθένα η αίσθηση του γελοίου.

Και στην προσπάθειά τους να αντισταθμίσουν την φοβία που τους διακατέχει από το ενδεχόμενο της απώλειας της διαχείρισης της (μικροκομματικής ή πολιτειακής) εξουσίας, ενεργοποιούν το εργαλείο της μαζικής εξαπάτησης, στηριγμένοι στην Αυλή τους που αποτελείται από πλείστα όσα προσωπικά ανύπαρκτα και ετερόφωτα σαπρόφυτα (από «γιές-μαν» και «γιές-γούμαν») που -από κοινωνικο-πολιτική και ψυχοσεξουαλική άποψη- είναι καθηλωμένα στη βρεφική φάση της «εξέλιξής» τους.

Θλιβερό το κατάντημα όλων των διαχειριστών της εξουσίας. Και τραγικές οι άμεσες, αλλά κυρίως οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της αρχανθρωπικής εισβολής και κυριαρχίας τους στο δημόσιο βίο. Ο πολιτικός κανιβαλισμός και η ακόρεστη πείνα για προνόμια που επιβλήθηκε ως τρόπος διαχείρισης της εξουσίας επί 4 δεκαετίες, με στόχο τη μεθοδευμένη, μαζική και συστηματική υπεξαίρεση και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, καθιστούν όλο και περισσότερο σκοτεινό και δυσοίωνο το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.

Γιατί κάποτε τα οικονομικά «ελλείμματα» της κλεπτοκρατικής τους δραστηριότητας θα καλυφθούν (όχι φυσικά από εκείνους που τα δημιούργησαν, μετασχηματίζοντας τη λεηλασία των δημόσιων ταμείων σε απόρρητους ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς). Εκείνο που δεν πρόκειται να ξεπεραστεί είναι η πλήρης ανατροπή των πολιτικών, ηθικών και ψυχοδιανοητικών δομών που συνεπάγεται η πολύχρονη συστηματική καταστρατήγηση και διαστροφή της σκέψης και της γλώσσας ενός λαού.

Η κάθε πληβεία «ελίτ» που διαχειρίζεται την εξουσία (ακολουθώντας τον ιστορικά δοκιμασμένο δρόμο όλων των διαχειριστών της εξουσίας), διέστρεψε το περιεχόμενο των εννοιών και βίασε ανενδοίαστα τις λέξεις, για να εκφράσει μια πραγματικότητα που υπάρχει μόνο στο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, στην ανορθόλογη διάνοια και την ασταθή κοινωνική της υπόσταση. Και μέσα από αυτή τη μεθοδική καταστροφή της γλώσσας, συμβάλλει στην επί δεκαετίες στη μεθοδική αλλοίωση των ψυχοδιανοητικών μας δομών που διευκολύνει την κυριαρχία του Γελωτοποιού και τη μετατροπή των πολιτών σε υπηκόους.

Αν η έννοια του πολίτη νοηματοδοτείται από την επιθυμία και τη δυνατότητά του να έχει αποφασιστικό λόγο στις αποφάσεις που τον αφορούν και να αντιδρά στην αυθαιρεσία της εξουσίας (σ’ αντίθεση με τον υπήκοο που δεν διανοείται και δεν επιθυμεί να αντιδράσει σ’ αυτή), τότε οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι σ’ ολόκληρη την περίοδο της δικομματικής κλεπτοκρατίας της μεταπολίτευσης (η οποία δεν έπαψε να υφίσταται ούτε στις συνθήκες της κρίσης):

• Είμαστε πολίτες μόνο όταν και όσο υπερασπιζόμαστε αυτή την ιδιότητα, αντιστεκόμενοι σε κάθε παραβίαση των ορίων και των κανόνων του κοινωνικο-πολιτικού παιχνιδιού από τους Γελωτοποιούς που διαχειρίζονται κάθε φορά την εξουσία. Και

• Είμαστε δούλοι όσο ανεχόμαστε τους όποιους νεο-βάρβαρους διαχειριστές της εξουσίας να κακοποιούν τη γλώσσα μας, να εμπορεύονται τα οράματά μας, να εμπαίζουν τις ελπίδες και τις αγωνίες μας, να κάνουν πολιτικά πραξικοπήματα (από τα πολύχρωμα ψηφοδέλτια μέχρι τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των δημοψηφισματικών «όχι» σε «ναι»), να μας εμπαίζουν διαρκώς («διώχνοντας» τις βάσεις κρατώντας τες ή καταγγέλλοντας τα «μνημόνια», αποδεχόμενοι άλλα επαχθέστερα), να κάνουν «μπίζνες» αδειάζοντας τα δημόσια ταμεία και διογκώνοντας τους ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς τους.

Επί 4 δεκαετίες, υποτιμούσαμε το δικαίωμά μας σε μια πολιτική αρχών και, σταδιακά, μετασχηματιστήκαμε σε υπήκοους, παραδίνοντας αδιαμαρτύρητα τη διαχείριση της τύχης μας σε έναν εσμό πολιτικών χωρίς αρχές, σε μια (ημι)ντόπια διαχειριστική Κόζα Νόστρα που ενδιαφέρονταν μόνο για τη διαιώνιση της επικυριαρχίας της στην ελληνική κοινωνία. Αρνούμενοι να αναλάβουμε την ευθύνη της ύπαρξής μας εμείς οι ίδιοι, θεοποιούσαμε τον κάθε τυχάρπαστο Γελωτοποιό-«σωτήρα», επιλήσμονες της προειδοποίησης του Samuel Johnnson ότι «πίσω από κάθε σωτήρα βαδίζει ένας δήμιος».

«Μετά τη θεοποίηση του Στάλιν, η βραδινή προσευχή κατέστη περιττή», σάρκαζε ο Μπέρτολτ Μπρέχτ. Μετά τη θεσμοποίηση της ξύλινης κομματικής γλώσσας των Γελωτοποιών, ο πολιτικός λόγος αποδείχθηκε περιττός. Όμως, τί μπορεί να είναι μια κοινωνία χωρίς πολιτικό λόγο, εάν όχι ένα άθυρμα ανιστορικών (και ανιστόρητων) ανθρωποειδών που στερούνται οποιασδήποτε προοπτικής;  Ο κοινωνικός και πολιτικός ορίζοντας μας είναι σκοτεινός, «το μέλλον (μας) έχει πολλή ξηρασία». Και δυστυχώς, δεν φροντίσαμε για αποθέματα νερού. Τώρα «είναι πολύ αργά να σώσεις το κεφάλι σου, όμως υπάρχει ακόμα καιρός για να εξευτελιστείς, για να καταντήσεις να πιστεύεις στα μάγια και στο διάβολο, για να πιστεύεις τα πάντα και να συναινείς. Ακόμα και τούτη τη στερνή ώρα». Jan Kott, Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας.

Αφήνoντας πίσω του «παλιοσίδερα και το υπόκουφο κοροιδευτικό γέλιο των γενεών» (Τ. Μπορόφσκι), ο εσμός των ιδιόμορφων «θιάσων ποικιλιών» που διαγκωνίζονταν για τη συμμετοχή τους στη διαχείριση της εξουσίας σε όλη την –ολέθρια- μεταπολιτευτική περίοδο, ενισχύθηκε και «ανανεώθηκε» με ένα κομματικό σχηματισμό ο οποίος επί δεκαετίες φυτοζωούσε στο όριο του 3% για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και ο οποίος τώρα παίζει τη «Γκόλφω» διακηρύσσοντας με στόμφο ότι ερμηνεύει τον «Βασιλιά Ληρ».

Υπό την ηγεσία ενός ατάλαντου και ανεπαρκούς επαγγελματία πολιτικού που τώρα αρχίζει να συνειδητοποιεί πανικόβλητος ότι ποτέ δεν υπαγόταν στην αρμοδιότητα της πολιτικής κριτικής. Γιατί ήταν και είναι ένας αξιολύπητος Γελωτοποιός. Ο οποίος (θυμηθείτε):  «υποκύπτει σε κάθε ξένη επίδραση, ενώ της αντιστέκεται με τα λόγια… Καταφέρνει να συνδυάζει τη δημοκρατική φρασεολογία με τις ολιγαρχικές ιδέες… Έχει την ειδικότητα να φαίνεταιπως επιτίθεται όταν υποχωρεί, και πως υπερασπίζεται αυτούς που προδίδει. Ξέρει να χειρίζεται δεξιοτεχνικάέναν επιφανειακό αντίπαλο και να σπρώχνει σε απελπισία έναν υποτιθέμενο σύμμαχο. Ξέρει να παίρνει στην αποφασιστική στιγμή το μέρος του δυνατούαπέναντι στον πιo αδύνατο, και να το βάζει στα πόδια αλαλάζοντας όλο θάρρος και στόμφο… Και μέχρι σήμερα, η φιλία του υπήρξε πάντοτε το προμήνυμα σίγουρης καταστροφής…» Κ. Μαρξ

@Κλεάνθης Γρίβας