Πάνω απ’ την Φωλιά του Κούκου

Τρείς ταινίες σπουδής πάνω στην κυριαρχία των θεσμών και κριτικής πάνω στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αν δούμε τους συμβολισμούς, διαπιστώνουμε ότι είναι μια καλά καμουφλαρισμένη κριτική αναζήτησης διεξόδου προς την ελευθερία. Ο χαρακτήρας προϋπάρχει και...

Πάνω απ’ την Φωλιά του Κούκου

Η ταινία «Μια πτήση πάνω από τη φωλιά του κούκου» (One flew over cuckoo’s nest, 1975, US) του Milos Forman είναι μια πασίγνωστη ταινία, με εκπληκτικές ερμηνείες και πολλά βραβεία. Είναι βασισμένη πάνω στο ομότιτλο βιβλίου του Ken Kessy (1962), ένα από τα 100 καλύτερα βιβλία αγγλικής λογοτεχνίας από το 1920 ως σήμερα, αλλά και το πιο αμφισβητούμενο και απαγορευμένο στις ΗΠΑ (την δεκαετία του 1970). Αποτελεί μια σπουδή πάνω στην κυριαρχία των θεσμών και μια κριτική πάνω στη συμπεριφορά των ανθρώπων. Αν θελήσουμε να δούμε τους συμβολισμούς πέρα από την υπέροχη δραματική ιστορία θα διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για μια καλά καμουφλαρισμένη κριτική και αναζήτηση διεξόδου προς την ελευθερία.

Ήδη από τον τίτλο και την αναφορά στη φωλιά του κούκου έχουμε τον πρώτο υπαινιγμό: Ο κούκος δεν έχει δικιά του φωλιά, ζει μόνος και διαλέγει σημεία ψηλότερα από τα υπόλοιπα πουλιά. Ας προετοιμαστούμε λοιπόν για μια υψηλή, μοναχική πτήση προς την ελευθερία.Το ψυχιατρικό ίδρυμα στην ιστορία μας πρεσβεύει τους θεσμούς. Τι είναι όμως οι θεσμοί στην κοινωνιολογία; Όταν μοτίβα συμπεριφοράς γίνουν σχετικά διακριτά, έχουν διάρκεια και αυτονομία, τότε τα ονομάζουμε θεσμούς. Οι πιο ακραίες μορφές του αποκαλούνται «ολοκληρωτικοί θεσμοί»: Στρατός, φυλακές, ψυχιατρικά ιδρύματα, αιρέσεις, σχολικά οικοτροφεία κοκ.

Είναι οργανισμοί που κυβερνούν και ελέγχουν όλες τις πλευρές της ζωής των μελών τους. Τα άτομα κυριολεκτικά χάνουν όλες τις προηγούμενες κοινωνικές τους ταυτότητες και υποκύπτουν στην απόλυτη εξουσία των ανωτέρων τους. Τα μέλη συνήθως φοράνε στολές, δεν έχουν προσωπική περιουσία, η συμπεριφορά τους ελέγχεται και ρυθμίζεται όλο το 24ωρο. Μαθαίνουν τους ιδιαίτερους τρόπους του θεσμού στο πώς να κάνουν κάτι, πώς να σκέφτονται και πώς να νιώθουν. Όλα αυτά αποτελούν μια εμπειρία που μεταμορφώνει τα μέλη, ακόμα και αν εγκαταλείψουν το εκάστοτε ίδρυμα.

Η διευθύντρια του θεσμού εκπροσωπεί τον κατασταλτικό μηχανισμό (μαζί με τους φύλακες) της μοντέρνας κοινωνίας. Είναι ο άκαρδος υπάλληλος που υπηρετεί τυφλά το σύστημα, χωρίς ίσως να είναι ο ίδιος απαραίτητα κακός. Είναι το εργαλείο του κακού και πολλές φορές δε γνωρίζει ο ίδιος ότι είναι κακός. Στην πραγματικότητα μπορεί να νομίζει ότι κάνει το καλό και ότι εξυπηρετεί τους άλλους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως προσποιείται. Αυτή η ικανότητα μάς λέει ότι οι μηχανικές και κατασταλτικές δυνάμεις στην κοινωνία κυριαρχούν μέσω της ανεντιμότητας των δυνατών. Διατηρεί τη δύναμή της με στρατηγικές χρησιμοποίησης του αισθήματος της ντροπής και της ενοχής όπως και με το «διαίρει και βασίλευε» ανάμεσα στους ασθενείς. Γνωρίζει τα αδύνατα σημεία τους και ξέρει πού ακριβώς να στοχεύσει.

Ο μουγκός ινδιάνος είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που έχει συντριβεί από το βάρος της κοινωνίας και τη μηδαμινή σημασία του για το κοινωνικό σύνολο. Ενώ είναι ψηλός και δυνατός σαν βουνό, εντούτοις νιώθει σαν «μυρμηγκάκι». Δεν είναι στην πραγματικότητα μουγκός, το «παίζει» γιατί αυτή είναι η άμυνά του για να μην τραβάει την προσοχή πάνω του. Είναι ο τρόπος διαφυγής του από την πραγματικότητα. Η γελοία σκέψη ότι όσο δεν μου συμβαίνει κάτι χειρότερο είμαι αόρατος και ασφαλής από κινδύνους και ας βλέπω τους γύρω μου να υποφέρουν.

Οι άλλοι παλιοί τρόφιμοι εκπροσωπούν την πλειοψηφία της κοινωνίας μας. Συμμορφωμένοι με τις επιταγές των θεσμών υπό το φόβο της τιμωρίας τους. Η καταπίεση οδηγεί στον «απ-ανθρωπισμό» τους και στην εξασθένιση όλων των αντιστάσεων τους, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη εξάλειψη της φαντασίας τους. Αφού δεν έχουν επίγνωση της καταπίεσης, οι ήσυχοι και πειθήνιοι τρόφιμοι γίνονται ακόμα πιο αδύναμοι και σταδιακά υποτάσσονται στη βούληση των θεσμών.

Ο θορυβώδης, πονηρός και σίγουρος για τον εαυτό του νεοεισελθών τρόφιμος εκπροσωπεί το ελεύθερο πνεύμα με την δημιουργική του φαντασία σε ακμή. Το γέλιο του (το μόνο που ακούγεται στο θάλαμο) δείχνει ότι δεν έχει μάθει να καταπιέζει τα συναισθήματά του και ότι έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Είναι μια υγιής και δυναμική αντίδραση στο παραλογισμό του θεσμού. Η λογική του έρχεται σε οξεία αντιπαράθεση με το παράλογο του θεσμού. Είναι ο μόνος που πραγματικά συμπονά τους «συγκρατούμενους». Ο μόνος που διατηρεί την ατομικότητά του και που πραγματικά προσπαθεί να τους βοηθήσει προσπαθώντας να δώσει πίσω την δικιά τους.

Γιατρεύει τον τραυλό, τους μαθαίνει να χαίρονται τη ζωή και να χαμογελάνε (σημάδι ανάκαμψης από την ασθένεια), τους διδάσκει το νόημα της φαντασίας (με την περιγραφή του αγώνα ενώ οι οθόνες είναι κλειστές), διδάσκει την εμπιστοσύνη στον εαυτό (ο ινδιάνος θα τη βρει), δείχνει το δρόμο προς την ελευθερία (προσπαθώντας να σηκώσει ένα βαρύ αντικείμενο και να σπάσει το τζάμι), αποτυγχάνει αλλά διδάσκει ότι είναι καλύτερο να προσπαθήσεις και να αποτύχεις από το να μην προσπαθήσεις καθόλου (ο επόμενος ίσως τα καταφέρει όπως και γίνεται με τον ινδιάνο).

Ο συμβολισμός του ΚΑΤΕΡΓΑΡΗ είναι περισσότερο από εμφανής.

Επαναστατεί ενάντια στην άδικη εξουσία, τη χλευάζει, παρανομεί, μαζεύει γύρω του «μαθητές» στην προσπάθεια να γκρεμίσει το κατεστημένο, θεραπεύει, διδάσκει, χτυπάει και τραυματίζει την διευθύντρια δείχνοντας ότι η εξουσία δεν είναι ανίκητη και στο τέλος θυσιάζεται (την ελευθερία και την υγεία του) για το καλό των τροφίμων. Η κοινωνία με τους θεσμούς της αποτελεί η ίδια ένα θεσμό όπου κάποια πράγματα γίνονται κοινωνικά αποδεκτά και κάποια όχι. Κι ας μην ξεχνάμε ότι αυτά που είναι αποδεκτά εδώ δεν είναι αλλού και το αντίστροφο. Δεν γίνεται να υπάρξει κοινωνία χωρίς θεσμούς και οι θεσμοί επηρεάζουν και διαμορφώνουν το άτομο μέσα στην κοινωνία.

Με μηχανισμούς (οικογένεια, παραδόσεις) και μηχανές (θεσμούς), η κοινωνία έχει τον έλεγχο και δημιουργεί σύμφωνα με το πρότυπο της. Αυτό είναι αυτό που ονομάζουμε κατεστημένο. Το καταφέρνει καταπιέζοντας την ατομικότητα, τις φυσικές παρορμήσεις και την ελεύθερη έκφραση, σκοτώνοντας την φαντασία και δημιουργώντας φανταστικές έννοιες και σημασίες που έχουν ισχύ στη μια κοινωνία αλλά όχι στην άλλη. Στην ουσία δημιουργεί μια ομίχλη που κρύβει το οπτικό σου πεδίο εμποδίζοντάς σε να μπορείς να διακρίνεις τι είναι πραγματικό και τι όχι. Όταν αφήνεις άλλους να ορίσουν την αξία σου καταλήγεις σε κάτι άλλο, πολύ μικρότερο από αυτό που είσαι (όπως οι ασθενείς).  Σε μια δημοκρατία οι θεσμοί θα πρέπει να ελέγχονται διαρκώς και να αποφασίζονται από τους πολίτες και όχι από αντιπροσώπους, των οποίων τα ελατήρια είναι άγνωστα και εύκολα στη χειραγώγηση από κυριαρχικές ομάδες. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

“The Swedish Theory of Love”

Το ντοκιμαντέρ “The Swedish Theory of Love” (2015, Σουηδία) του σκηνοθέτη Erik Gandini είναι μια καυστικά χιουμοριστική απεικόνιση της θλιβερής πλευράς της ζωής των Σουηδών. Η ερευνητική ματιά του Ιταλό-σουηδού βοηθούμενη από τη γνώση δύο διαφορετικών πολιτισμών μας αποκαλύπτει τις «ρωγμές» και τις «ατέλειες» του σύγχρονου τρόπου ζωής μας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν φέρνουμε στο μυαλό μας τη Σουηδία συνειρμικά σκεφτόμαστε μια τέλεια οργανωμένη κοινωνία όπου ο καθένας έχει ίσες ευκαιρίες για μια αυτόνομη ζωή. Επίσης όλοι γνωρίζουμε για τις πολλές αυτοκτονίες που συμβαίνουν εκεί. Δύο φαινομενικά αντίθετα μεταξύ τους γεγονότα.

Τον Φεβρουάριο του 1972 μια ομάδα Σουηδών πολιτικών (σοσιαλιστοδημοκράτες) αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα νέο όραμα για το μέλλον. Με την τάση να αμφισβητήσει τις παραδοσιακές δομές της κοινωνίας, σχεδίασε ένα νέο στόχο: Η εικόνα τους ήταν μια κοινωνία με αυτόνομα άτομα. Ένα μανιφέστο γράφτηκε, το οποίο δήλωνε ρητά ότι κανένας πολίτης δεν πρέπει να εξαρτάται από έναν άλλο. Αυτό καθώς και πολιτικές όπως η κατάργηση της κοινής φορολόγησης, του υψηλού επιδόματος ανεργίας, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός συναισθήματος μεγάλης ασφάλειας στη ζωή, μεγάλης ευημερίας και έδωσαν τη δυνατότητα στη γυναίκα να εργαστεί και να κυνηγήσει μια καλοπληρωμένη καριέρα.

Σαράντα χρόνια αργότερα, η Σουηδία είναι η πιο μοναχική χώρα του κόσμου. Όπως αποδεικνύουν τα διεθνή στατιστικά στοιχεία τόσο από την άποψη των ανθρώπων που ζουν μόνοι τους όπως και των ανθρώπων που πεθαίνουν μόνοι τους. Χρειάζονται να περάσουν εβδομάδες ώστε να μπορέσει να ανακαλυφθεί ότι κάποιος πέθανε από την οσμή. Μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται επειδή μέσω των υπολογιστών όλες οι πληρωμές (ρεύμα, νερό, ενοίκιο κοκ) γίνονται αυτόματα δεν υπάρχει άλλος τρόπος παρά μόνο η οσμή για καταλάβουν ότι κάποιος πέθανε… Όλοι βρίσκουν φυσιολογικό ότι οι ηλικιωμένοι ζούνε μόνοι τους, ότι το να είσαι οικονομικά και αισθηματικά ανεξάρτητος σημαίνει δύναμη ενώ είναι ντροπή να είσαι 20 ή 30 χρονών και να ζεις με τους δικούς σου. Μια χώρα όπου είναι αποδεκτό να ζητάς οικονομική υποστήριξη από το κράτος, αλλά απαράδεκτο να κλάψεις στα χέρια κάποιου.

Οι άνθρωποι που ζουν μόνοι τους έχουν μάθει να είναι ανεξάρτητοι και δε χρειάζεται να ζητούν βοήθεια ή χάρες από άλλους και αυτό οδηγεί με την σειρά του στο μηδενισμό της ανθρώπινης επαφής. Η αποθέωση της ανεξάρτητης ζωής διέλυσε τις παραδοσιακές οικογενειακές δομές οδηγώντας τους γονείς να μη θέλουν τα παιδιά τους μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους ενώ η εικόνα της γιαγιάς που έπλεκε και ταυτόχρονα πάνω από τα γυαλιά της πρόσεχε τους νεαρούς μπόμπιρες χάθηκε ανεπιστρεπτί από το κοινωνικό συλλογικό. Ο μισός πληθυσμός ζει μόνος του σε σπίτια και ολοένα και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να γίνουν μητέρες μέσω τεχνητής γονιμοποίησης αποφεύγοντας έτσι όλα τα προβλήματα που μπορούν να δημιουργηθούν από την καθημερινή τριβή με τους άλλους.

Καλή η αυτονομία αλλά ο κίνδυνός της είναι ότι σε μεγάλες δόσεις μπορεί να σου στερήσει τη δυνατότητα κοινωνικοποίησης. Η θλιβερή ανάπτυξη τραπεζών σπέρματος, οι γειτονιές που μοιάζουν εγκαταλελειμμένες και οι μοναχικοί θάνατοι είναι μια ενοχλητική ματιά σε μια αυτόνομη κοινωνία όπου η μοναδικά αληθινή κοινωνική δραστηριότητα μοιάζει να είναι οι έρευνες για εξαφανισμένους ανθρώπους. Α, και κάτι νεαροί χίπηδες που μαζεύονται στα δάση για να αφεθούν σε συναισθήματα και να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Τα παιδιά πάντα καταλάβαιναν καλύτερα από τους γέρους μέχρι βέβαια και αυτά να απορροφηθούν από το κοινωνικό φαντασιακό.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έχουν αναλάβει την «κοινωνικοποίηση» κρύβουν άλλους κινδύνους: Όταν κάτι δεν πάει καλά, κάτι αρχίσει να γίνεται πολύ αληθινό ή άβολο έχεις την επιλογή να το κλείσεις. Στην ουσία να ξεφύγεις από το πρόβλημα, μια επιλογή που στην κοινωνικοποιημένη ζωή δεν υπάρχει. Όσο για τις αυτοκτονίες δεν μπορούμε να ξέρουμε ότι είναι σίγουρα συνδεδεμένες με την απομόνωση και την μοναξιά. Ωστόσο μια ενδιαφέρουσα μελέτη έγινε σε αρρώστους στο τελικό στάδιο: Όταν τους τέθηκε η ερώτηση αν είχαν τη δυνατότητα να γυρίσουν πίσω στο χρόνο τι θα άλλαζαν οι απαντήσεις ήταν ενδεικτικές. Η πιο συχνή ήταν: «Θα ζούσα μια ζωή ανάλογη του ποιος είμαι και όχι σύμφωνα με αυτό που οι άλλοι περιμένουν από εμένα να είμαι». Οι επόμενες δύο πιο συχνές απαντήσεις είναι: «Θα δούλευα λιγότερο» και «θα ξόδευα περισσότερο χρόνο με φίλους και την οικογένεια μου αντί να δουλεύω τόσο πολύ.»

Πώς είναι δυνατόν μια ζωή που χαρακτηρίζεται από τόση μεγάλη ασφάλεια και προστασία να καταλήγει να είναι τόσο ανικανοποίητη; Ο ανορθόδοξος κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman μας λέει: «Η ευτυχία δεν είναι μια ζωή που έχει όλα τα προβλήματά της λυμένα, η ευτυχία έρχεται όταν λύνεις προβλήματα.» Ένας «όμορφα τρελός» Σουηδός χειρούργος το αποδεικνύει έμπρακτα με τη ζωή του στην Αιθιοπία. Είδε πως οι άνθρωποι φροντίζουν και νοιάζονται ο ένας για τον άλλο αφού δεν υπάρχει ένα κράτος πρόνοιας στο μοντέλο της Σουηδίας για να νοιαστεί. Είχε να αντιμετωπίσει και να λύσει προβλήματα έλλειψης εξοπλισμού και χαμηλού προϋπολογισμού. Οι ανορθόδοξες λύσεις του έχουν κάνει χαρούμενους τον ίδιο και τους ανθρώπους που καθημερινά σώζει.

Το ντοκιμαντέρ με πικρό χιούμορ και ειρωνεία μας δείχνει πτυχές της ζωής μας που οφείλουμε να σκεφτούμε, να αυτοστοχαστούμε, για τον εαυτό μας. «Ο Εαυτός» είναι η λέξη κλειδί σε όλη την ταινία με την κακή της έννοια (εγωισμός) και με την καλή της (γνώθι εαυτόν). Η αυτονομία στην ετυμολογία της λέξης σημαίνει ότι φτιάχνω εγώ νόμους για τον εαυτό μου. Όμως η σύγχυση είναι μεγάλη: Άλλοι νομίζουν ότι σημαίνει κάνω ό,τι μου καπνίσει και άλλοι απλά παίρνουν τους νόμους των άλλων για δικούς τους. Ένα πραγματικά ποιητικό (με την έννοια της δημιουργίας) και προκλητικό (για την σκέψη) ντοκιμαντέρ.

Τα «400 χτυπήματα»

Τα 400 coups, Γαλλία, 1959 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία (αυτοβιογραφική) του Φρανσουά Τρυφώ. Ο σκηνοθέτης ήταν μόλις 27 χρονών όταν την γύρισε και κατάφερε, εκτός του να μας προσφέρει μια ανεπανάληπτη οπτική εμπειρία, να αλλάξει τον γαλλικό κινηματογράφο σε αυτό που τώρα αποκαλείται Νέο Κύμα. Αυτό που έκανε ήταν να μεταλλάξει το στυλό σε κάμερα (caméra-stylo) οι εικόνες της οποίας θα εξέφραζαν τον δημιουργό ακριβώς όπως το γράψιμο ένα συγγραφέα. Ο Τρυφώ είναι πάνω απ’ όλα ένας παρατηρητής, ένας φωτογράφος της ψυχής. Η ταινία αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του «σινεμά στον πρώτο ενικό».

Ο τίτλος προέρχεται από μια γαλλική λαϊκή έκφραση (faire les quatre cents coups = κάνω τα 400 χτυπήματα) που σημαίνει δημιουργώ αναταραχή, κάνω σαματά. Η ταινία αφηγείται την ιστορία του Αντουάν Ντουανέλ, ενός δεκατετράχρονου ευαίσθητου κι ευάλωτου εφήβου, γόνου μικροαστικής οικογένειας που συμπεριφέρεται σαν παλιόπαιδο γιατί αισθάνεται θύμα ενός αδιάφορου οικογενειακού περιβάλλοντος κι ενός εχθρικού κόσμου.

Η κοινωνική καταγγελία του Τρυφώ μας μιλά για τις δυσκολίες της παιδικής ηλικίας, για την χαμένη οικογενειακή θαλπωρή, για το αγκυλωμένο και αυταρχικό εκπαιδευτικό σύστημα, για την μη αποδοχή από θεσμούς και ανθρώπους προσωπικά. Μας μιλά για τις εκ προοιμίου αφετηρίες ανισότητας στη ζωή του ανθρώπου. Στην ουσία μιλάμε για αυτοβιογραφική ταινία για τις πολλές ομοιότητες που έχει η ζωή του σκηνοθέτη με αυτήν του 14χρονου πρωταγωνιστή: O θετός πατέρας, χωρίς να ποτέ να γνωρίσει τον πραγματικό, προβλήματα σε σπίτι και σχολείο, τα ψέματα, η ζωή στο δρόμο, οι μικροκλοπές, η αγάπη για τον κινηματογράφο, το όνειρο της ελευθερίας και αυτό της δημιουργίας, ο αντικοινωνικός μοναχικός τύπος που επαναστατεί είναι μερικές από αυτές. Ειδικά ο ρόλος του πατέρα είναι ένα από τα πιο επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις ταινίες του Τρυφώ, αν και συνήθως διακριτικά, όπως για παράδειγμα στην εν λόγω ταινία όπου ο δάσκαλος μαθαίνει στα παιδιά αγγλικά με την ερώτηση: «Που είναι ο πατέρας;».

Για να πετύχει την καλύτερη αποτύπωση της αυτοβιογραφίας του, ο σκηνοθέτης διάλεξε τον 14χρονο, που έμελλε να αποτελέσει το alter ego του και σε άλλα έργα, μέσα από πολλούς υποψήφιους και του έδωσε το ελεύθερο να αυτοσχεδιάζει και να χρησιμοποιεί τις δικές του εκφράσεις χωρίς να χρειάζεται να ακολουθεί πιστά το σενάριο. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τον Τρυφώ με μια καταπληκτική ερμηνεία επιτυγχάνοντας το στόχο του «να μην απεικονίσει την εφηβεία από την συνηθισμένη οπτική γωνία της συναισθηματικής νοσταλγίας αλλά να τη δείξει ως την πραγματικά επώδυνη εμπειρία που είναι.» Τελικά ο Τρυφώ κατάφερε με αυτό τον τρόπο να μας περιγράψει την συμπεριφορά ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου πνεύματος το οποίο θα συναντήσει στη δύσκολη ζωή του πολλά προβλήματα, τα οποία θα κληθεί και να ξεπεράσει.

Όλη η ταινία μπορεί να παρομοιαστεί με ένα δρόμο ολοκλήρωσης, διεκδίκησης της ελευθερίας και συνειδητοποίησης του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, όπου πολλοί μεγάλοι ψυχολόγοι έχουν χαρακτηρίσει ως ατομικό, εμπειρικό, σταθερό και έμφυτο. Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για τον συμβολισμό της τελευταίας σκηνής του έργου όπου ο νεαρός που το έχει σκάσει από το ίδρυμα ανηλίκων τρέχει δίπλα στα κύματα της θάλασσας που σβήνουν τα ίχνη του για να κοιτάξει μέσα στην κάμερα. Η δική μου είναι ότι ο χαρακτήρας προϋπάρχει και είναι ατομικός και σταθερός για μια ζωή. Οι εμπειρίες (τα χτυπήματα της ζωής) θα σε βοηθήσουν απλά να τον συνειδητοποιήσεις. Γι’ αυτό και τα ίχνη μας (εμπειρίες) είναι εφήμερες, ανήκουν στο παρελθόν, σβήνονται και δεν παίζουν ρόλο για την διαμόρφωση του χαρακτήρα μας τον οποίο όμως μέσω αυτών οφείλουμε να γνωρίσουμε και να αποδεχτούμε. Απολαύστε αυτήν την ταινία με ελληνικούς υπότιτλους σε δύο μέρη: Εδώ και εδώ.

@Τρύφων Λιώτας