Οργονοφυσική: Το ηλεκτροσκόπιο

Η φύση της «ηλεκτροστατικής» ενέργειας Το ηλεκτροσκόπιο είναι ένα απλό, οικονομικό εργαστηριακό όργανο που κατέχει σημαντικό ρόλο στη μελέτη των φυσικών ιδιοτήτων της οργονοενέργειας. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να περιγράψει σε γενικές γραμμές μερικά...

Οργονοφυσική: Το ηλεκτροσκόπιο

Η φύση της «ηλεκτροστατικής» ενέργειας

Το ηλεκτροσκόπιο είναι ένα απλό, οικονομικό εργαστηριακό όργανο που κατέχει σημαντικό ρόλο στη μελέτη των φυσικών ιδιοτήτων της οργονοενέργειας. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να περιγράψει σε γενικές γραμμές μερικά ηλεκτροσκοπικά πειράματα, καθώς και τις διάφορες ερμηνείες τους και να δείξει πως καταλήγουμε λογικά σε μια λειτουργική κατανόηση του οργάνου και της σχέσης του με την οργονοφυσική. Θα γίνει φανερό ότι το θέμα μας είναι στην πραγματικότητα η φύση της «ηλεκτροστατικής» ενέργειας και θα δείξουμε ότι είναι μια ποιοτικά διαφορετική ενέργεια -που υπακούει σε διαφορετικούς νόμους- από ότι ο γνωστός μας «ηλεκτρισμός» (δηλ. η γραμμή των 110 βολτ) που ρέει μέσα σε μεταλλικά σύρματα και ο οποίος εξηγείται στη βάση των ιδιοτήτων των ηλεκτρονίων.

Η «ηλεκτροστατική» ενέργεια είναι στην πραγματικότητα μια ειδική περίπτωση προ-ατομικής οργονοενέργειας σε αντιδιαστολή με τη δευτερογενή ενέργεια που ονομάζεται «ηλεκτρισμός» και προέρχεται από την ύλη.

Το καθεαυτό εργαλείο αποτελείται από έναν κάθετο μεταλλικό πόλο στον οποίο είναι συνδεδεμένο ένα λεπτό φύλλο από χρυσό ή αλουμίνιο και το όλο σύστημα περικλείεται σε μια θήκη από μέταλλο και γυαλί. Όταν μια πηγή δυναμικού ή φορτίου πλησιάσει ή έρθει σε επαφή με τον μεταλλικό πόλο παρατηρείται μια κίνηση του φύλλου μακριά από τον πόλο. Αυτό αντιπροσωπεύει μια «εκτροπή» του φύλλου που μετριέται με τη γωνία εκτροπής. Αυτή η συσκευή χρησιμοποιείται από τον 18ο αιώνα για να μετράει το φορτίο και το δυναμικό και να ελέγχει τον «ατμοσφαιρικό ηλεκτρισμό».

Η κλασική φυσική θεωρεί ότι η λειτουργία του είναι καλά κατανοητή. Στην πράξη αυτό το απλό όργανο χρησιμοποιήθηκε επί πολλά χρόνια για να διδαχθούν οι σπουδαστές της φυσικής τις στοιχειώδεις ιδιότητες της θετικής και αρνητικής φόρτισης, έλξης, άπωσης κλπ. Στην πραγματικότητα όμως το ηλεκτροσκόπιο δεν είναι, ούτε απλό, ούτε καλά κατανοητό. Παραμένει ένα πολύτιμο εργαλείο έρευνας από το οποίο συνεχίζουν να αναδύονται καινούργια φαινόμενα. Θα πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε με προσεκτικό τρόπο τη λειτουργία του.

Θα μας βοηθούσε σε αυτό το σημείο να ανακεφαλαιώσουμε τα βασικά στοιχεία της κλασικής ηλεκτροστατικής θεωρίας. Η κλασική φυσική θεωρεί όλη την ύλη στη φυσιολογική της κατάσταση ηλεκτρικά ουδέτερη εξαιτίας της παρουσίας ίσων ποσοτήτων «θετικών» και «αρνητικών» φορτίων. Αυτά τα φορτία μεταφέρονται με διαφορετικά σωματίδια αλλά τα «φορτία» τα ίδια είναι ποσοτικά και ποιοτικά όμοια εκτός από το «πρόσημο». Η δράση της ακτινοβολίας και η τριβή ανάμεσα στα διάφορα υλικά μπορεί να διαχωρίσει τα σωματίδια δημιουργώντας αρνητικά ή θετικά φορτισμένες ράβδους, μεταλλικές πλάκες, τον αέρα κλπ. με αντίστοιχα ηλεκτρικά πεδία.

Η αλληλεπίδραση αυτών των «ηλεκτροστατικών» φορτίων και των «ηλεκτρικών πεδίων» συνιστά τη μελέτη της «ηλεκτροστατικής» και του «ατμοσφαιρικού ηλεκτρισμού». Έτσι ο ίδιος ο αέρας θεωρείται ότι είναι σε φυσιολογικές συνθήκες ελαφρά ιονισμένος, πράγμα που οφείλεται και στις «κοσμικές ακτίνες και στη φυσική γήινη και ατμοσφαιρική ραδιενέργεια. Αυτή η τελευταία ιδέα είναι πιο σημαντική μια και πολλά ηλεκτροσκοπικά φαινόμενα εξαρτώνται από τον καιρό και την ατμόσφαιρα. Η κλασική φυσική θεωρεί και την πυκνότητα των ιόντων (αριθμός φορτισμένων ατόμων, μορίων και αεροζόλ ανά cc) και την υγρασία σημαντικές μεταβλητές στη μελέτη του ατμοσφαιρικού ηλεκτρισμού.

Ας δούμε μερικά απλά πειράματα. Μια ράβδος από καουτσούκ τρίβεται σε μια γούνα παράγοντας ένα «αρνητικό» φορτίο στη ράβδο (καθαρό πλεόνασμα ηλεκτρονίων), που μπορούμε να αντιληφθούμε αν ακουμπήσουμε τη ράβδο στον πόλο του ηλεκτροσκοπίου: το φύλλο ανυψώνεται, το ηλεκτροσκόπιο είναι «φορτισμένο». Το φύλλο ανυψώνεται γιατί τα ηλεκτρόνια «απωθούν» το ένα το άλλο. Καθώς τα ηλεκτρόνια απωθούνται, κουβαλούν το σχεδόν χωρίς βάρος φύλλο μαζί τους. Εάν τώρα φέρουμε μια άλλη (αρνητικά) φορτισμένη ράβδο από καουτσούκ κοντά στο ηλεκτροσκόπιο, το φύλλο αποκλίνει κι άλλο, πράγμα που οφείλεται σε μεγαλύτερη «απώθηση όμοιων φορτίων». Εάν όμως τρίψουμε μια γυάλινη ράβδο με μετάξι και τη φέρουμε κοντά στο φορτισμένο ηλεκτροσκόπιο, το φύλλο πέφτει, εξ αιτίας «της έλξης ανόμοιων φορτίων» επειδή η γυάλινη ράβδος έχει «θετικό» φορτίο.

Επιπλέον μπορούμε να φορτίσουμε το ηλεκτροσκόπιο με «επαγωγή» ως εξής: Φέρνουμε μια θετικά φορτισμένη ράβδο κοντά στο γειωμένο ηλεκτροσκόπιο (ο μεταλλικός πόλος συνδέεται με το έδαφος) και κατόπιν πριν μετατοπίσουμε τη ράβδο το αποσυνδέουμε από το έδαφος. Το φύλλο θα δείξει μια απόκλιση. «Έχουμε», εξηγούν οι μηχανιστές, «αποσύρει ενέργεια από τη γη με το ηλεκτρικό πεδίο της ράβδου που έχει έλξει το αντίθετο φορτίο στον μεταλλικό πόλο και το οποίο παραμένει μετά την αποσύνδεση από το έδαφος». Καθώς διεξάγουμε αυτά τα πειράματα για μια χρονική περίοδο και σε διάφορες καιρικές συνθήκες κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις.

Κατ’ αρχή μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι για να φορτίσουμε το ηλεκτροσκόπιο χρησιμοποιούμε γυαλί, καουτσούκ κλπ. υλικά τα οποία φυσιολογικά είναι ηλεκτρικοί μονωτές. Δεύτερο παρατηρούμε ότι μετά από μια ορισμένη χρονική περίοδο το φορτισμένο ηλεκτροσκόπιο εκφορτίζεται και επιπλέον ο ρυθμός εκφόρτισης ποικίλλει αξιοσημείωτα με τον καιρό. (Αυτό εξηγείται από την παρουσία ιόντων και υγρασίας στον αέρα, που το μετατρέπουν σε ασθενή αγωγό και ανοίγουν το δρόμο στα φορτία για να διαφύγουν). Τρίτο, παρατηρούμε ότι όλα αυτά τα ηλεκτροστατικά πειράματα παρατηρούνται πιο δύσκολα σε συνθήκες αυξημένης υγρασίας. Ας μην ερμηνεύσουμε τίποτα ακόμα γιατί δεν έχουμε δει όλα τα στοιχεία. Απλά ας κρατήσουμε κατά νου αυτές τις παρατηρήσεις.

Πάμε τώρα από το εργαστήριο στην ατμόσφαιρα για να μελετήσουμε για λίγο τι είδους φυσικές, αυθόρμητες αλλαγές συμβαίνουν στον αέρα. Το ηλεκτροσκόπιο φορτίζεται εύκολα και έντονα σε φωτεινό ηλιόλουστο καιρό και υποτονικά σε βροχερό καιρό ή σε συνθήκες μεγάλης υγρασίας. Ο ρυθμός εκφόρτισης είναι αργός σε καλό καιρό και γρήγορος πριν και κατά τη διάρκεια βροχής. Ο ρυθμός εκφόρτισης, όταν οι άλλοι παράγοντες είναι σταθεροί, βρέθηκε ότι αυξάνει καθώς αυξάνει το ύψος. Η κλασική φυσική συμπεραίνει ότι ο ιονισμός του αέρα αυξάνεται με το ύψος (ισχυρότερη επίδραση των κοσμικών ακτινών).

Συνδέουμε ένα ηλεκτροσκόπιο, με ένα μεταλλικό σύρμα τεντωμένο παράλληλα με το έδαφος, πάνω σε μονωτές. Σε λίγο παρουσιάζεται μια απόκλιση στο ηλεκτροσκόπιο. Προφανώς το σύρμα απέκτησε αυτόματα ένα φορτίο. Η ταχύτητα με την οποία το ηλεκτροσκόπιο φορτίζεται μπορεί να αυξηθεί δίνοντας ένα μονοπάτι σύνδεσης στον αέρα π.χ. φέρνοντας σε επαφή με το σύρμα μια φλόγα ή ραδιενεργό υλικό. Αυτό το φαινόμενο (η φόρτιση του ηλεκτροσκοπίου) εξηγείται με τη θεωρία του «ατμοσφαιρικού ηλεκτρικού πεδίου»: Η ατμόσφαιρα είναι φορέας ενός κάθετου ηλεκτρικού πεδίου περίπου 150 Volts / meter από το επίπεδο της θάλασσας, που οφείλεται στην παρουσία αντίθετων φορτίων στην ιονόσφαιρα και στη γη αντίστοιχα.

Επομένως σύμφωνα με την κλασική φυσική ζούμε ανάμεσα από τις πλάκες ενός γιγάντιου πυκνωτή. Πάλι όμως παρατηρούμε ότι αυτό το φορτίο στο σύρμα ποικίλλει αξιοσημείωτα ανάλογα με τον καιρό, και στα μέγεθος και την πολικότητα. Συγκεκριμένα, αυτό το ηλεκτρικό πεδίο είναι «θετικό» σε καλές καιρικές συνθήκες, «αρνητικό» σε συνθήκες βροχής και μπορεί να φθάσει σε μεγάλα μεγέθη στις καταιγίδες. Και πάλι τονίζουμε ότι όλα αυτά είναι απλές παρατηρήσεις. Γνωρίζουμε ότι αυτά τα φαινόμενα έχουν καταγραφεί με μεγάλες λεπτομέρειες σε πολλά βιβλία φυσικής με εξαιρετικά σύνθετες και πολύπλοκες ερμηνείες. Όμως εξακολουθούμε να αναβάλουμε τέτοιες ερμηνείες ώσπου να δούμε όλα τα γεγονότα, γιατί αν η κλασική ηλεκτροστατική θεωρία αποτύχει στο πολύ στοιχειώδες επίπεδο των εργαστηριακών πειραμάτων πρέπει επίσης να αποτύχει και στην ατμόσφαιρα.

Πρώτος ο Βίλχελμ Ράιχ έδειξε με το έργο του την ανεπάρκεια της κλασικής θεωρίας, όταν αυτή εφαρμόζεται στην ατμόσφαιρα

Περαιτέρω εργαστηριακά πειράματα αποκάλυψαν ότι πρέπει να προσανατολιστούμε σε μια καθ’ ολοκληρίαν νέα κατεύθυνση για να κατανοήσουμε σωστά το ηλεκτροσκόπιο (1), (2). Θα φανεί αργότερα πώς καταλήξαμε σε αυτό το συμπέρασμα. Αυτό που τελικά θα καταδειχθεί δεν είναι ότι η οργονομική θεωρία απέδειξε πως η κλασική θεωρία είναι λανθασμένη. Μάλλον θα ξεκαθαρισθεί ότι η κλασική θεωρία πολύ απλά, είναι μια πολύ ανακριβής τεχνητή εικόνα του τι πράγματι συμβαίνει στη φύση.

Δηλαδή ενώ καμιά θεωρία δεν μπορεί να αποδειχθεί τελείως σωστή κάποια άλλη θεωρία μπορεί να φαίνεται καλύτερη ή περισσότερο σωστή, διότι: 1) είναι απλή ή τουλάχιστο έχει λιγότερο επινοημένη ερμηνεία, 2) εξηγεί περισσότερες παρατηρήσεις, δηλαδή έχει ένα μεγαλύτερο φάσμα εφαρμογών και 3) προτείνει νέα πειράματα ή νέους τρόπους ελέγχου της. Θα δούμε εάν οι οργονομικές ιδέες μπορούν να εκπληρώσουν αυτά τα κριτήρια όταν εφαρμόζονται στα ηλεκτροσκοπικά φαινόμενα.

Ο Ράιχ από τη στιγμή που ανακάλυψε την οργονοενέργεια στην ατμόσφαιρα το 1940, άρχισε να κάνει εκτεταμένες καθημερινές μετρήσεις του ρυθμού εκφόρτισης του ηλεκτροσκοπίου. Από αυτές προέκυψαν διάφορες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Κατ’ αρχήν πάνω και πέρα από τις καιρικές μεταβολές, ο ρυθμός εκφόρτισης έδειχνε μια ημερήσια διακύμανση παρουσιάζοντας τη χαμηλότερη τιμή γύρω στο μεσημέρι. Σε αντιπαράθεση, αιτιολογείται ότι ο ιονισμός του αέρα που οφειλόταν στον Ήλιο θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερος γύρω στο μεσημέρι και επομένως θα έπρεπε αυτή την ώρα να παρατηρηθεί η ταχύτερη εκφόρτιση.

Δεύτερο ο ρυθμός εκφόρτισης αυξανόταν πολλές φορές πριν τον ερχομό της βροχής καθώς και κατά τη διάρκεια της βροχόπτωσης και μειωνόταν σε καλές καιρικές συνθήκες. Επιπλέον οι τάσεις εκφόρτισης όταν καταγράφονταν για μια ορισμένη περίοδο έδειχναν την ίδια καμπύλη που έδινε και η γραφική παράσταση για τις διάφορες θερμοκρασίες στο συσσωρευτή, Το-Τ. Η συνεχής παρατήρηση οδήγησε στην υπόθεση ότι οι τιμές εκφόρτισης στην πραγματικότητα έλεγχαν την οργονοενέργεια στην ατμόσφαιρα. Ίσως θα βοηθούσε σε αυτό το σημείο να ανακεφαλαιώσουμε μερικές από τις βασικές ιδιότητες της οργονοενέργειας έτσι ώστε να τις έχουμε κατά νου καθώς θα περιγράφονται διάφορα πειράματα.

*Πρώτο, η οργονοενέργεια ρέει από μια περιοχή με χαμηλό δυναμικό σε μια άλλη με υψηλό. Το ισχυρότερο έλκει το ασθενέστερο.

*Δεύτερο, οι υδρατμοί (υγρασία, ομίχλη κλπ.) έλκουν και δεσμεύουν έντονα την οργονοενέργεια, ακινητοποιώντας και ελαττώνοντας έτσι την ατμοσφαιρική ενέργεια.

*Τρίτο, η οργονοενέργεια βρίσκεται παντού, αλλά σε διαφορετικές πυκνότητες. Διαπερνά την ύλη αλλά με διαφορετικές ταχύτητες. Ειδικότερα τα οργανικά υλικά έλκουν και συγκρατούν την οργόνη, ενώ τα μέταλλα έλκουν και κατόπιν την απωθούν. Αυτή η παρατήρηση μας δίνει μια ικανοποιητική εξήγηση για τη λειτουργία του συσσωρευτή ενέργειας.

*Τέταρτο, όλα τα πειράματα γίνονται μέσα στον ωκεανό της οργονοενέργειας, επομένως κανένα φαινόμενο δεν είναι τελείως ανεξάρτητο από την επίδραση, της ατμοσφαιρικής ενέργειας. Με αυτές τις βάσεις μπορούμε να αξιολογήσουμε μερικά απλά πειράματα με την «ηλεκτροστατική» ενέργεια που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά από τον Ράιχ.

Ένα από τα πρώτα ευρήματα έγινε κατά τύχη. Η σχέση τριβής και φορτίου. Μια μέρα ο Ράιχ ανακάλυψε ότι ένα ζευγάρι γάντια από καουτσούκ που ήταν δίπλα σε καλλιέργειες βιόντων (bion) προκάλεσαν απόκλιση στο ηλεκτροσκόπιο. Είχαν φορτισθεί «αυτόματα» χωρίς καθόλου τριβή. Περαιτέρω έρευνα έδειξε ότι μια πλάκα κυτταρίνης φορτιζόταν χωρίς τριβή, εάν αφηνόταν στον ήλιο για 15-30 λεπτά (με υγρασία λιγότερο από 50%) ή μέσα σε έναν συσσωρευτή για μερικές ημέρες. Η τριβή επομένως δεν είναι απαραίτητη για την παραγωγή ηλεκτρισμού «τριβής» ή «στατικού» ηλεκτρισμού. Επομένως παρατηρούμε ότι η αυτόματη φόρτιση οργανικών υλικών ιδίως στην παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων οργόνης είναι ένα κοινό φαινόμενο.

Ας συγκρίνουμε τη φύση της «ηλεκτροστατικής» ενέργειας με αυτή του RMS (δηλαδή του ηλεκτρισμού από μια γραμμή 110 βολτ) και ας τις συγκρίνουμε ποιοτικά. Παρατηρούμε ότι και μια φορτισμένη ράβδος και ένα ηλεκτρόδιο +400 βολτ DC, θα φορτίσουν το ηλεκτροσκόπιο όταν συνδεθούν απ’ ευθείας. Τώρα εισάγουμε ένα κομμάτι πλαστικό ανάμεσα στο μεταλλικό πόλο του ηλεκτροσκοπίου και μιας μεταλλικής πλάκας και προσπαθούμε ξανά να το φορτίσουμε. Η φορτισμένη – ράβδος προκαλεί ξανά απόκλιση, όταν συνδέεται με το μεταλλικό δίσκο.

Το ηλεκτρόδιο D.C. όχι. Ο ηλεκτρισμός δεν διαπερνά τους μονωτές οι ίδιοι όμως «μονωτές» είναι αγωγοί τώρα ηλεκτροστατικής ενέργειας. Αυτή η ποιοτικά διαφορετική συμπεριφορά υποδηλώνει δύο ποιοτικά διαφορετικές ενέργειες και παρ’ όλο που η κλασική φυσική κάνει μια επιφανειακή διάκριση ανάμεσα στην ηλεκτροστατική και ηλεκτρομαγνητική ενέργεια η βασική της θεωρία προσπαθεί να εξηγήσει και τις δύο κατηγορίες στη βάση ενός είδους ενέργειας (π.χ. με τις ιδιότητες των ηλεκτρονίων). Θυμόμαστε ξανά ότι η οργονοενέργεια διαπερνά όλη την ύλη.

Συνεχίζουμε τα πειράματά μας με τις φορτισμένες ράβδους και παρατηρούμε ότι ένας ικανοποιητικός τρόπος να παράγουμε φορτίο είναι να χαϊδέψουμε απαλά τα μαλλιά με μια χτένα, κάτι που είναι μια πολύ καλή πηγή φόρτισης. Αυτό οφείλεται σε κάποια ηλεκτρική ιδιότητα των μαλλιών μας ή ίσως στο γεγονός ότι τα μαλλιά μας και μάλιστα όλος μας ο οργανισμός είναι υψηλά φορτισμένος με οργανισμική οργονοενέργεια; Πλησιάζουμε τη φορτισμένη χτένα σε μερικά κομμάτια χαρτί και αυτά έλκονται και συγκρατούνται από αυτή. «Πολύ καλά», εξηγεί ο μηχανιστής, «το ηλεκτρικό πεδίο της χτένας πόλωσε το χαρτί και κατόπιν τράβηξε το αντίθετο ηλεκτρικό φορτίο που ήταν στην άλλη μεριά του χαρτιού». Ίσως. Ας συνεχίσουμε. Παρατηρούμε ότι η ίδια η φορτισμένη χτένα θα έλξει και θα συγκρατήσει για λίγα δευτερόλεπτα μερικά κομμάτια αλουμινόχαρτα.

Αυτή η παρατήρηση θέτει ένα ερώτημα. Εφ’ όσον το μεταλλικό αλουμινόχαρτο είναι ένας καλός ηλεκτρικός αγωγός, γιατί όταν ακουμπά τη χτένα δε φορτίζεται στιγμιαία και κατόπιν δεν απωθείται αμέσως; Παρατηρούμε πράγματι «πόλωση» και μετά έλξη, ή απλά την έλξη από το δυνατότερο οργονοτικό φορτίο (φορτισμένη χτένα) προς το ασθενέστερο (αφόρτιστο φύλλο ή αλουμινόχαρτο;).

Ο Ράιχ ενδιαφερόταν επίσης για τους όρους έλξη και απώθηση και σχεδίασε ένα πείραμα που μπορούσε να παράγει αυθόρμητα και τα δύο φαινόμενα (1). Οργανώθηκε ως εξής: Δύο μικρά εκκρεμή με μπάλες από αλουμίνιο και φελλό κρέμονταν λίγα χιλιοστά μακριά από τις πλευρές μιας μεταλλικής σφαίρας που ήταν συνδεδεμένη με ένα ηλεκτροσκόπιο. Η σφαίρα τότε φορτίσθηκε με μια ράβδο πολυστερίνης, η οποία είχε περασθεί μερικές φορές ανάμεσα στα μαλλιά.

Παρουσιάζεται το ακόλουθο αποτέλεσμα: Ο φελλός έλκεται και συγκρατείται στερεά από τη σφαίρα, ενώ το αλουμινόχαρτο στην αρχή έλκεται και μετά απωθείται και στη συνέχεια παραμένει μακριά από αυτήν ενώ το ηλεκτροσκόπιο δείχνει απόκλιση. Με άλλα λόγια η ίδια φορτισμένη σφαίρα χρησιμοποιώντας τους όρους της κλασικής φυσικής παράγει ταυτόχρονα και την «έλξη» και την «απώθηση». Ο Ράιχ όμως περιέγραψε το φαινόμενο σαν το διαχωρισμό της ενιαίας χωρίς πολικότητα οργονοενέργειας στις αντιθετικές λειτουργίες της σύνδεσης και της αποσύνδεσης. Δηλαδή τα διαφορετικά λειτουργικής σημασίας υλικά στα εκκρεμή (οργανικό εναντίον μεταλλικού) φέρνουν στην επιφάνεια τις διαφορετικές ενυπάρχουσες λειτουργίες της ενέργειας που τις έχουμε δει επίσης να λειτουργούν στον οργονοσυσσωρευτή.

Είπαμε ότι η οργονοενέργεια ρέει από περιοχές χαμηλού δυναμικού σε περιοχές υψηλού δυναμικού ή μεγάλης πυκνότητας. Αυτή η ιδιότητα είναι ξεκάθαρα διαφορετική από τις μηχανικές ενέργειες (φως, θερμότητα, ακτινοβολία κλπ.) οι οποίες πάντα ρέουν προς τα «κάτω» (υψηλό δυναμικό προς χαμηλό δυναμικό). Ωστόσο, το ηλεκτροσκόπιο πράγματι εκφορτίζεται. Αυτό δεν είναι μια ροή συγκεντρωμένης ενέργειας από ένα υψηλό σε ένα χαμηλό δυναμικό, σύμφωνα με τη μηχανική θεωρία; Πρώτα πρέπει να καταλάβουμε ότι η οργονοενέργεια είναι λειτουργική και αυτορρυθμιζόμενη. Δε ρέει από τα χαμηλά στα υψηλά επ’ αόριστο. Δηλαδή ένα φορτισμένο σώμα έχει ένα όριο στην ικανότητά του να συγκρατεί φορτίο.

Τελικά η ροή αντιστρέφεται, όπως στις αστραπές (εκφόρτιση σύννεφων). Επομένως ένα οργονοτικό σύστημα φορτίζεται ώσπου να επιτευχθεί μια ισορροπία (όριο χωρητικότητας). Αυτό το όριο προσδιορίζεται από το ίδιο το οργονοτικό σύστημα (π.χ. όπως σε ένα ζωντανό οργανισμό) ή από το περιβάλλον (όπως στο ηλεκτροσκόπιο). Αυτές οι θεωρητικές σκέψεις μπορούν πολύ ωραία να καταδειχθούν ηλεκτροσκοπικά κάτω από ορισμένες καιρικές συνθήκες (υψηλά φορτισμένη, ατμόσφαιρα μη στατική και με χαμηλή υγρασία) με τον ακόλουθο τρόπο.

Το ηλεκτροσκόπιο φορτίζεται με μια φορτισμένη χτένα σε ένα ψηλό επίπεδο (ας πούμε 50 βαθμούς απόκλισης) και η χτένα απομακρύνεται. Σε καλές συνθήκες μπορούμε να παρατηρήσουμε μερικές φορές το φύλλο να αυξάνει την απόκλισή του αυτόματα στα λίγα επόμενα λεπτά έως 20 βαθμούς. Σε αυτές τις ατμοσφαιρικές συνθήκες το ηλεκτροσκόπιο θα παραμείνει φορτισμένο για ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα. Έτσι αυτό που παρατηρούμε δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η ροή από το χαμηλό στο υψηλό.

Η μηχανική εξήγηση ότι αντίθετο φορτίο έλκεται στο ηλεκτροσκόπιο αποτυγχάνει εδώ, διότι ο εξαιρετικά αργός ρυθμός εκφόρτισης κάτω από αυτές τις συνθήκες σημαίνει πολύ χαμηλή «περιεκτικότητα του αέρα σε ιόντα». Εάν αυτό ήταν ένα μηχανικό φαινόμενο, θα συνέβαινε μόνο όταν η περιεκτικότητα σε ιόντα ήταν υψηλή, όπως σε βροχερές καιρικές συνθήκες, όπου το αποτέλεσμα στην πραγματικότητα δεν παρατηρείται. Αντικαθιστούμε έτσι «τη φυσική διαρροή» του μηχανιστή με το φυσιολογικό αποτέλεσμα της οργονοενέργειας του περιβάλλοντος γιατί γνωρίζουμε ότι στην ατμόσφαιρα σχηματίζονται και διαλύονται αυτόματα περιοχές υψηλού δυναμικού.

Ξανά σε αυτό το σημείο μπορούμε να θυμηθούμε το φαινόμενο του «εδάφους». Δηλαδή όταν αγγίζουμε ένα φορτισμένο ηλεκτροσκόπιο ή το συνδέουμε με το έδαφος αυτό γρήγορα εκφορτίζεται. Ο μηχανιστής λέει ότι το καθαρό φορτίο ουδετεροποιείται από το ελεύθερο φορτίο στο έδαφος ή στα σώματά μας. Ξέρουμε όμως ότι τα σώματά μας είναι μια πηγή υψηλού οργονοτικού δυναμικού. Έτσι δεν τραβάμε πραγματικά φορτίο από το ηλεκτροσκόπιο; Γιατί αν πιάσουμε ένα φορτισμένο ηλεκτροσκόπιο όχι άμεσα αλλά με ένα «μονωτή» (όπως ένα πλαστικό τοποθετημένο πάνω στον μεταλλικό πόλο), το ηλεκτροσκόπιο και πάλι θα εκφορτισθεί. Ξανά η οργόνη ρέει μέσα σε όλα τα υλικά. Επομένως μπορούμε προσωρινά να σχηματίσουμε την ιδέα ότι η γείωση ηλεκτρικών οργάνων σημαίνει σύνδεσή τους με μια πηγή υψηλού οργονοτικού δυναμικού (τη Γη), η οποία έλκει δραστικά την ηλεκτροστατική φόρτιση από τα ηλεκτρονικά όργανα, τα ηλεκτροσκόπια κλπ.

Είναι φανερό ότι οι έννοιες της οργονοφυσικής απλοποιούν την κατανόηση μερικών στοιχειωδών πειραμάτων τα οποία απαιτούν πολύπλοκες μηχανικές εξηγήσεις. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ωστόσο ότι σε αυτό το στάδιο δεν είναι ακόμη διαθέσιμη καμιά απλή οργονομική εξήγηση για τα διαφορετικά φορτία που αναπτύσσονται στις γυάλινες και τις λαστιχένιες ράβδους. Έχουμε δει την ενιαία οργονοενέργεια να διασπάται σε συνδετικές και αποσυνδετικές λειτουργίες. Ίσως αυτό να λειτουργεί εδώ. Ίσως έχει σημασία η κατεύθυνση της φόρτισης.

Για παράδειγμα μπορεί κανείς να διεγείρει ένα ηλεκτροσκόπιο (να προκαλέσει απόκλιση) κινώντας μια φορτισμένη ράβδο προς ή μακριά από τον μεταλλικό πόλο και αυτές οι δύο κινήσεις μπορούν να γίνουν αιτία για δύο διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με την κατεύθυνση της κίνησης. Κατά τον ίδιο τρόπο, μια λάμπα φθορίου μπορεί να διεγερθεί (ώστε να δώσει φως) με την κίνηση μιας φορτισμένης χτένας προς ή μακριά της επιφάνειάς της (κάνοντάς το ενάντια στη ροή της φόρτισης).

Είναι πολύ πρώιμο σε κάθε περίπτωση να αναπτύξουμε μια θεωρία διαφορετικών «θετικών» και «αρνητικών» φορτίων από λίγα απλά ηλεκτροστατικά πειράματα, διότι α) η κλασική θεωρία μπαίνει σε σοβαρό κίνδυνο όταν παίρνουμε υπόψη μας όλα τα πειράματα και β) η άλλη θεωρία (η οργονομική), όπως καταγράφεται παραπάνω, προσφέρει μια πιο περιεκτική κατανόηση διαφόρων πειραμάτων. Πρέπει λοιπόν να είναι κανείς προσεκτικός ώστε να μην προχωρά σε γενικεύσεις από μεμονωμένα φαινόμενα. Σαν ολότητα οι οργονομικές έννοιες παρέχουν μια περιεκτική κατανόηση με λίγες μέχρι τώρα και ελάχιστα κατανοητές εξαιρέσεις.

Εάν λοιπόν το «ηλεκτροστατικό» φορτίο είναι πράγματι μια ειδική περίπτωση διεγερμένης οργονοενέργειας, πρέπει να ξαναρίξουμε μια ματιά στο ηλεκτροσκόπιο. Κάνουμε το παραπάνω πείραμα (που έκανε πρώτος ο Ράιχ). Μετρούμε το ρυθμό εκφόρτισης με και χωρίς έναν συσσωρευτή οργονοενέργειας (1). Το αποτέλεσμα είναι ενδιαφέρον: ο ρυθμός εκφόρτισης είναι συνεχώς αργότερος μέσα στο συσσωρευτή. Υπάρχουν δύο εξηγήσεις: α) η υψηλότερη συγκέντρωση οργόνης μέσα στο συσσωρευτή σημαίνει με ενεργειακούς όρους μια μικρότερη κλίση ανάμεσα στο ηλεκτροσκόπιο και το περιβάλλον και β) το ενεργειακό πεδίο του ηλεκτροσκοπίου «αισθάνεται καλύτερα και πιο διασταλτικά» στο φορτισμένο συσσωρευτή.

Ξέρουμε πως τα ζώα είναι πράγματι σε μεγαλύτερη διαστολή και αισθάνονται καλύτερα σε καλό καιρό (περισσότερο οργονοτικό φορτίο στην ατμόσφαιρα) και ότι η διαστολή είναι μια απάντηση ενός οργονοτικού πεδίου στη διέγερση. Θα πρέπει να πάρουμε αυτή την παρατήρηση στην κυριολεξία. Διαστολή σημαίνει η προς τα έξω κίνηση της ενέργειας. Το φορτισμένο ηλεκτροσκόπιο έχει ένα διεγερμένο οργονοτικό πεδίο. Αυτό το πεδίο διαστέλλεται παρασύροντας μαζί του το φύλλο. Έτσι, οι ρυθμοί εκφόρτισης του ηλεκτροσκοπίου θα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κατάσταση της oργoνoενεργειακής τάσης στην ατμόσφαιρα. Στην πραγματικότητα οι ρυθμοί εκφόρτισης είναι πράγματι ένας καλός τρόπος να ελέγξουμε την μεταβαλλόμενη ατμοσφαιρική οργονοτική τάση, όπως αυτή αλλάζει με τον καιρό.

Με αυτές τις παρατηρήσεις στο μυαλό μας επικεντρωνόμαστε στα ατμοσφαιρικά φαινόμενα του ηλεκτροσκοπίου. Η συγκέντρωση της οργόνης και η τάση ελαττώνονται πριν τη βροχή γιατί η ενέργεια έλκεται από την επιφάνεια της Γης στα σύννεφα και αντίστοιχα η διαφορά Το-Τ ελαττώνεται (μείωση της συγκέντρωσης) και αυξάνονται οι ρυθμοί της εκφόρτισης (καθώς η τάση μειώνεται). Επομένως οι ρυθμοί εκφόρτισης μετράνε την ατμοσφαιρική οργονική τάση καθώς αλλάζει εξαιτίας του σχηματισμού και της διάλυσης περιοχών υψηλού δυναμικού στην ατμόσφαιρα.

Παραδεχόμαστε ότι πολλά όργανα μπορούν να ανταποκρίνονται σαν να μετράνε το «δυναμικό» ή το «ηλεκτρικό φορτίο» στα σύννεφα. Αλλά είμαστε σίγουροι ότι ο «ηλεκτρισμός» στα σύρματα είναι εντελώς διαφορετικός από τον «ηλεκτρισμό» στη φορτισμένη χτένα ή στην ατμόσφαιρα. Είμαστε λοιπόν προσεκτικοί στην ορολογία μας: Για παράδειγμα, τεράστια «δυναμικά» που συσσωρεύονται αυτόματα στις αστραπές, με έναν τρόπο που υποδηλώνει μια ροή από το χαμηλό στο υψηλό: μια καθαρά μη μηχανιστική διαδικασία.

electroscope-1
Είμαστε τώρα σε θέση να συγκρίνουμε τη λειτουργική ανάλυσή μας του ηλεκτροσκοπίου με την κλασική μηχανιστική θεωρία:

Φαινόμενο Οργονοφυσική – Κλασική θεωρία

1. απόκλιση φύλλου διαστολή ενεργειακού πεδίου απώθηση όμοιων φορτίων

2. στατικός ηλεκτρισμός αυτόματη φόρτιση οργανικών υλικών για το διαχωρισμό των φορτίων η τριβή είναι απαραίτητη

3. φαινόμενο μόνωσης η οργόνη διαπερνά όλη την ύλη ο ηλεκτρισμός σταματά με τους μονωτές

4. αλληλεπιδράσεις μεταξύ φορτίων ένωση και διαχωρισμός μιας ενιαίας ενέργειας έλξη και απώθηση

5. φορτισμένη χτένα που έλκει το χαρτί το ισχυρότερο έλκει το ασθενέστερο πολικότητα της ύλης

6. Ρυθμός εκφόρτισης λειτουργία της οργονοτικής τάσης στην ατμόσφαιρα, γοργότερος ρυθμός με χαμηλή τάση λειτουργία ιόντων και υγρασία, γοργότερος ρυθμός με αυξημένη παρουσία ιόντων

7. Υγρασία δεσμεύει την οργόνη και ελαττώνει την οργονοτική τάση αυξάνει τη μεταδοτικότητα του αέρα

8. Το-Τ έχει σχέση με την τάση εκφόρτισης του ηλεκτροσκοπίου μέτρηση χωρίς νόημα

9. Ο ρυθμός εκφόρτισης ελαττώνεται με το ύψος ελάττωση οργονοτικής τάσης αύξηση ιονισμού από τις κοσμικές ακτίνες

Αυτό το άρθρο φιλοδοξεί να είναι μόνο εισαγωγή στο ηλεκτροσκόπιο και τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά των «στατικών» ηλεκτρικών λειτουργιών της οργόνης. Δεν είναι απόδειξη ότι ο μηχανικισμός είναι «λανθασμένος» αλλά διατύπωση της γνώμης ότι πολλά «ηλεκτροστατικά» φαινόμενα ανήκουν πράγματι στην περιοχή της οργονοφυσικής. Δεν έγινε ανάλυση ούτε κριτική της θεωρίας του ηλεκτρισμού που ρέει μέσα στα σύρματα. Κάτι τέτοιο δεν μπήκε σαν στόχος ούτε υποδηλώθηκε πουθενά. Αυτό που εννοούμε είναι ότι ο «ηλεκτρισμός» στα σύρματα είναι κάπως διαφορετικός από τον «ηλεκτρισμό» της χτένας ή της ατμόσφαιρας.

Μελλοντικά άρθρα θα συζητήσουν πιο περίπλοκα πειράματα, ιδίως σε σχέση με τα καιρικά φαινόμενα και συγκεκριμένα μερικά πειράματα θα αναφέρονται σε επαγωγικά φαινόμενα. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ ότι μια από τις πιο προκλητικές περιοχές έρευνας βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου ο μηχανικισμός αισθάνεται πιο σίγουρος, δηλαδή στη διαφορά ανάμεσα στην «πολικότητα» και τα δύο «πρόσημα» φόρτισης. Όπως είδαμε το ηλεκτροσκόπιο δεν είναι ούτε ένα απλό, ούτε ένα καλά κατανοητό όργανο.

Ορισμένες από τις πειραματικές και θεωρητικές απόψεις της λειτουργίας του ηλεκτροσκοπίου έχουν αναλυθεί παλαιότερα. Παρουσιάστηκαν ενδείξεις που στηρίζουν τη γενική έννοια ότι το ηλεκτροσκόπιο λειτουργεί ως συσκευή ευαίσθητη στην οργονοενέργεια, η οποία ανταποκρίνεται στις διακυμάνσεις της ατμοσφαιρικής ενεργειακής συγκέντρωσης. Το παρόν άρθρο αποτελεί μια προέκταση των πρακτικών και θεωρητικών απόψεων αυτού του οργάνου. Στην 1η Παράγραφο, περιγράφεται λεπτομερώς μια συγκεκριμένη πειραματική διάταξη, γιατί αποτελεί μια γρήγορη, απλή και γεμάτη πληροφορίες μέθοδο καταγραφής της ενεργειακής κατάστασης της ατμόσφαιρας. Στη 2η Παράγραφο, περιγράφονται κάποια επιπλέον ηλεκτροστατικά και ηλεκτροσκοπικά πειράματα και ερευνώνται οι θεωρητικές τους επιπτώσεις. Οι συγκεκριμένες αυτές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν κάποια σχετικά καινούργια και μη-αναλυμένα χαρακτηριστικά των ενεργειακών πεδίων.

1η Παράγραφος

Το ηλεκτροσκόπιο μπορεί να ενεργοποιηθεί από πολλές πηγές φόρτισης: ράβδο πολυστυρενίου, ηλεκτροστατική γεννήτρια, συνεχές ρεύμα υψηλής τάσης, γεννήτρια ραδιοφωνικών συχνοτήτων. Ειδικά, ένα υψηλό δυναμικό (400-500 V) από μια συμβατική παροχή συνεχούς ρεύματος θα προκαλέσει απόκλιση του ηλεκτροσκοπίου αν συνδεθεί άμεσα. Μια τέτοια πηγή φορτίου, αν και είναι σχετικά «νεκρή» ενεργειακά, έχει το πλεονέκτημα ότι αποτελεί μια πηγή διέγερσης η οποία είναι σχετικά ανεξάρτητη από τις διακυμάνσεις της ατμοσφαιρικής οργονοενέργειας. Παρέχει ένα εύκολα διαθέσιμο και άμεσα αναπαραγωγίσιμο ερέθισμα. Έτσι, όποιες διαφορές υπάρξουν στην απόκλιση του φύλλου του ηλεκτροσκοπίου, μπορούν να αποδοθούν σε μεταβολές της ατμοσφαιρικής ενέργειας. Μια τέτοια πηγή ενέργειας χρησιμοποιείται στην πειραματική διάταξη που περιγράφεται παρακάτω.

Η συσκευή είναι κατασκευασμένη ως εξής: Ένα ηλεκτρόδιο υψηλού, θετικού (+), συνεχούς δυναμικού (+450 V) συνδέεται με το εσωτερικό μεταλλικό τοίχωμα ενός μικρού (1/2 κυβικού ποδιού) οργονοσυσσωρευτή πολλαπλών στρώσεων. Μέσα στο χώρο του συσσωρευτή, αλλά μονωμένη από τα τοιχώματα, είναι ένα μικρό (2,5 x 2,5 εκ.) μεταλλικό πλέγμα από το οποίο ξεκινά ένα καλώδιο για να συνδεθεί, εξωτερικά του συσσωρευτή, με ένα ηλεκτροσκόπιο.

Όταν η υψηλή τάση τεθεί σε λειτουργία, φορτίζονται τα εσωτερικά μεταλλικά τοιχώματα, με την σειρά του φορτίζεται το μεταλλικό πλέγμα, κι αυτό προκαλεί μια παρατηρήσιμη απόκλιση στο ηλεκτροσκόπιο. Η γωνία απόκλισης είναι συνάρτηση δύο μεταβλητών ενεργειακών παραμέτρων: α) Της συγκέντρωσης και της έντασης της οργόνης μέσα στο συσσωρευτή, μέσα από τον οποίο πρέπει να περάσει το «ηλεκτρικό πεδίο» για να διεγείρει το πλέγμα, και β) της κατάστασης της περιβαλλοντικής ενέργειας στο ίδιο το ηλεκτροσκόπιο.

Εμπειρικά, το σύστημα αυτό εμφανίζει σαφείς διαφορές στην απόκλιση του φύλλου (0-30°) οι οποίες σχετίζονται με παρατηρήσιμες μεταβολές στην κατάσταση της ατμόσφαιρας (καιρός).

Έτσι, ένα υψηλό δυναμικό έρχεται σε επαφή με την οργονοενέργεια και τη διεγείρει. Το ηλεκτροσκόπιο είναι το όργανο που καταγράφει τη διαστολή της ατμόσφαιρας. Στην πράξη το υψηλό δυναμικό δεν εφαρμόζεται συνεχώς, αλλά ενεργοποιείται μόνο όταν πρόκειται να ληφθεί μια μέτρηση. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το φύλλο αρχίζει να σηκώνεται και θα παρουσιάσει μια από τις παρακάτω χαρακτηριστικές κινήσεις:

1. Μπορεί να φτάσει μια ορισμένη απόκλιση (ας πούμε 20°) και να παραμείνει εκεί.

2. Μπορεί να φτάσει μια ορισμένη απόκλιση, όπως 20° και μέσα στα επόμενα 30 δευτερόλεπτα να πέσει και να σταθεροποιηθεί σε ένα νέο επίπεδο (π.χ. από 20° σε 15°).

3. Μπορεί να φτάσει σε μια απόκλιση και μετά να σταθεροποιηθεί σε υψηλότερη απόκλιση (π.χ. από 20° σε 25°).

Αυτές οι τρεις μεταβολές αντιστοιχούν σε διαφορετικές καταστάσεις της ατμόσφαιρας.

Η πιο απλή ερμηνεία που μπορεί να δοθεί σε αυτή τη συμπεριφορά είναι ότι η κίνηση του φύλλου είναι άμεση έκφραση της κατάστασης της οργονοενέργειας του περιβάλλοντος: ένα φύλλο που ανεβαίνει αντιπροσωπεύει μια φορτισμένη ατμόσφαιρα σε κατάσταση διαστολής και ένα φύλλο που πρώτα ανεβαίνει και μετά αρχίζει να πέφτει, αντιπροσωπεύει μια κατάσταση συστολής ή εκφόρτισης. Το απόλυτο μέγεθος της απόκλισης είναι μέτρο της έντασης της ενέργειας. Αν γίνουν περιοδικές μετρήσεις με αυτό τον τρόπο και παρασταθούν γραφικά (Διάγραμμα 1), θα σχηματιστούν δύο σχεδόν ισαπέχουσες γραμμές, που αντιστοιχούν στην τιμή της αρχικής απόκλισης (I) και στη σταθερή κατάσταση ισορροπίας (S). Αυτές οι καμπύλες μεταβάλλονται σημαντικά με τις καιρικές συνθήκες, με τον ακόλουθο τρόπο:

(α) Η απόκλιση είναι μεγαλύτερη όταν ο ουρανός είναι λαμπερός, καθαρός και έχει καλοσχηματισμένα σύννεφα τύπου cumulus. Αυτή η κατάσταση σχετίζεται με την άνοδο του φύλλου.

(β) Η απόκλιση είναι ελάχιστη όταν ο καιρός είναι βροχερός, υπάρχει πολλή ομίχλη ή καταχνιά ή μετά από δυνατή βροχή. Εδώ το χαρακτηριστικό είναι η πτώση του φύλλου.

(γ) Οι δύο καμπύλες θα πέσουν σχετικά απότομα, αρκετά πριν αρχίσει βροχή και τότε η μια τέμνει την άλλη. Αυτό το φαινόμενο υποδηλώνει μια συγκεκριμένη προγνωστική αξία των καμπυλών. Ο βαθμός κατά τον οποίο η πτώση των καμπυλών «προηγείται» της έναρξης της βροχής, εξαρτάται βέβαια, από το είδος της βροχής.

(δ) Οι καμπύλες είναι σταθερά χαμηλές τη νύχτα.

(ε) Έχει παρατηρηθεί ότι τοπικές επιχειρήσεις νεφοδιάλυσης προκαλούν απότομη πτώση στις καμπύλες, κάτι που αντιστοιχεί στην ελάττωση της τοπικής ενεργειακής έντασης και στην πραγματικότητα αποτελεί επιβεβαίωση επιτυχούς δραστηριότητας κατά τη νεφοδιάλυση.

Έτσι περιγράψαμε μια μάλλον απλή διάταξη η οποία επιτυγχάνει την καταγραφή της ατμόσφαιρας σε ένα από τα βαθύτερα επίπεδά της. Πρέπει να αναφερθούν κάποια πρακτικά σημεία. Η συσκευή είναι πιο ευαίσθητη, πιο αξιόπιστη και παρουσιάζει μεγαλύτερες διακυμάνσεις αν τοποθετηθεί σε επαφή με τον ανοιχτό αέρα, όπως σε μια βεράντα (προστατευμένη βέβαια από τη βροχή) παρά μέσα στο σπίτι. Αν και η ίδια η υγρασία δεν είναι άμεσος παράγοντας για την ερμηνεία των μετρήσεων (αυτό το θέμα θα συζητηθεί παρακάτω), η συσκευή θα πρέπει να είναι σχετικά αδιάβροχη για να μην φορτωθεί με υγρασία ο συσσωρευτής (κάτι τέτοιο δεσμεύει οργόνη και ελαττώνει την κινητικότητα και την έντασή της). Δε χρειάζεται, να πούμε, ότι όλα τα ηλεκτρικά καλώδια είναι καλά μονωμένα. Επίσης έχει βρεθεί ότι κάποιοι συσσωρευτές δουλεύουν καλύτερα από άλλους όσον αφορά στην παραγωγή μεγαλύτερων διακυμάνσεων ίσως είναι απαραίτητος εδώ κάποιος πειραματισμός.

ilektrostatiko-fenomeno-1Οι καμπύλες που φαίνονται στο Διάγραμμα 1 παριστάνουν δεδομένα που λήφθηκαν στην Ανατολική Πενσυλβανία το καλοκαίρι του 1965 και παριστάνουν μεταβολές που συνέβησαν και κατά τη διάρκεια βροχοπτώσεων και μεταβολές που σχετίζονται με επιχειρήσεις νεφοδιάλυσης (αυτές υποδεικνύονται από τις συμπαγείς ράβδους). Ο αναγνώστης θα εκτιμήσει την ταχύτητα κάποιων αλλαγών, την τομή των καμπυλών μεταξύ τους και τη συσχέτιση με τον καιρό που παρατηρείται (ο σχηματισμός νέφωσης εμφανίζεται στην κορυφή της σελίδας).

Ίσως είναι βοηθητικό σε αυτό το σημείο να αναλύσουμε το ρόλο που παίζει η υγρασία στις μετρήσεις του ηλεκτροσκοπίου. Σύμφωνα με την κλασική θεωρία της Φυσικής, η υγρασία μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στον καθορισμό της απόκλισης, γιατί μεταβάλλει την αγωγιμότητα του αέρα. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η αληθινή υγρασία (δε μιλάμε για την ύπαρξη πραγματικού νερού στον αέρα όπως σε περιπτώσεις ομίχλης) είναι αέριο και όχι υγρό, και δεν καλύπτει τα τοιχώματα της συσκευής, εκτός από τις περιπτώσεις κατακρήμνισης νερού (όπως στην περίπτωση της πάχνης).

Επιπλέον, γνωρίζουμε από πολλές πηγές ότι οι υδρατμοί στην ατμόσφαιρα σχετίζονται άμεσα με την κατάσταση της οργονοενέργειας. Πρώτον, η ίδια η υγρασία έλκει και δεσμεύει την οργόνη, ελαττώνοντας την κινητικότητα και την έντασή της. Δεύτερον, ο σχηματισμός νεφών σχετίζεται με περιοχές υψηλού οργονομικού δυναμικού στην ατμόσφαιρα, τα οποία έλκουν και συγκρατούν τους υδρατμούς ως ξεχωριστές μονάδες. Η απόσυρση της ενέργειας (π.χ. νεφοδιάλυση) καταλήγει στη διάλυση του σύννεφου, δηλαδή, το διασκορπισμό του νερού. Τρίτον, έντονες καταστάσεις Θ.ΟΡ. στην ατμόσφαιρα, συχνά σχετίζονται με καταστάσεις υψηλής φόρτισης και διέγερσης και πολύ υψηλές τιμές σχετικής υγρασίας.

Έτσι, η περιεκτικότητα του αέρα σε νερό (και η ποιοτική του κατάσταση) και η ενεργειακή κατάσταση, είναι στενά συνδεδεμένες με μη μηχανικό τρόπο. Έτσι δεν μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι υπάρχει μια παρατηρήσιμη σχέση (όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2) μεταξύ της απόκλισης του ηλεκτροσκοπίου και του ποσοστού της σχετικής υγρασίας. Το διάγραμμα αυτό φανερώνει μια μεταβολή αντίθετου πρόσημου μεταξύ της υγρασίας και της ενεργειακής έντασης, όπως ήταν θεωρητικά αναμενόμενο.

Πρέπει να τονιστεί μια τελευταία συσχέτιση: η σχέση με τη διαφορά Το-Τ. Ο Ράιχ βρήκε ότι οι ρυθμοί εκφόρτισης σχετίζονται με τη διαφορά θερμοκρασίας (2). Παρόμοια σχέση έχει παρατηρηθεί με την παραπάνω συσκευή. Προσεκτική παρατήρηση αποκαλύπτει, ωστόσο, ότι η σχέση δεν είναι ακριβώς ένα προς ένα: κάποιες φορές η καμπύλη διαφοράς θερμοκρασίας προηγείται των καμπυλών του ηλεκτροσκοπίου και κάποιες φορές υστερεί (χρονικά). Αυτή η παρατήρηση οδηγεί σε αρκετά συμπεράσματα: πρώτον, ότι η διαφορά θερμοκρασίας και το ηλεκτροσκόπιο καταγράφουν ελαφρά διαφορετικές απόψεις της οργονοενέργειας και, δεύτερον, ότι το ηλεκτροσκόπιο δεν ανταποκρίνεται σε μηχανικές παραμέτρους (ιόντα, υγρασία) της ατμόσφαιρας.

ilektrostatiko-fenomeno-2
2η Παράγραφος

Σύμφωνα με την κλασική θεωρία, το ηλεκτροσκόπιο θα έπρεπε να αποκλίνει μόνο όταν ο μεταλλικός του πόλος ή μέρος του μεταλλικού του πόλου αποκτήσει κάποιο φορτίο. Μηχανιστικά, αυτή η έκφραση σημαίνει τη δημιουργία πλεονάσματος ή ελλείμματος ηλεκτρονίων στο μέταλλο, ωστόσο, η Φυσική της Οργόνης αναγνωρίζει το φαινόμενο της διέγερσης. Κατά την άποψη της Οργονομίας, ένα σύστημα μπορεί να φτάσει σε υψηλότερο επίπεδο φόρτισης ή διαστολής σαν αποτέλεσμα διέγερσης (μια διαδικασία που φαίνεται πιο ξεκάθαρα στους ζωντανούς οργανισμούς), παρά από την μεταφορά μονάδων φορτίου.

Ένας φορτισμένος πυκνωτής εκφορτίζεται με το χρόνο, σύμφωνα με μια καμπύλη εκθετικής ελάττωσης. Τώρα, ένα ηλεκτροσκόπιο φορτισμένο με μια χτένα αποτελεί φορτισμένο πυκνωτή, ωστόσο, μια προσεχτική απεικόνιση της εκφόρτισής του με το χρόνο, συχνά αποκαλύπτει μια καμπύλη η οποία διαφέρει σημαντικά από την εκθετική καμπύλη στις πρώτες φάσεις της εκφόρτισης. Τα τελικά στάδια της καμπύλης ακολουθούν ικανοποιητικά την εκθετική καμπύλη αλλά η αρχική εκφόρτιση είναι πιο γρήγορη από ό,τι προβλέπεται μαθηματικά από την τελική μορφή της καμπύλης.

Στο Διάγραμμα 3 φαίνονται τρεις τέτοιες καμπύλες, παρουσιάζεται η γραφική παράσταση του λογαρίθμου της γωνίας απόκλισης (θ) σε σχέση με το χρόνο και η σημαντική απόκλιση από τη γραμμικότητα είναι φανερή στα πρώτα στάδια και των τριών καμπυλών. Αυτές οι καμπύλες, είναι δυνατό να δειχθεί ότι αποτελούνται από την πρόσθεση δύο καμπυλών εκφόρτισης, από τις οποίες η πρώτη ισχύει μόνο αρχικά και φθίνει γρήγορα. Η δεύτερη ισχύει σε όλη τη διάρκεια της εκφόρτισης και αντιστοιχεί σε μια πραγματική καμπύλη εκθετικής ελάττωσης.

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: Η αργή εκφόρτιση (δεύτερη) αντιπροσωπεύει την πραγματική απώλεια μονάδων φορτίου από το μεταλλικό πόλο και, ακολουθεί την κλασική μέθοδο, ενώ η γρήγορη εκφόρτιση (πρώτη) αντιπροσωπεύει την έλλειψη διέγερσης της ενέργειας, η οποία είναι μερικώς υπεύθυνη για την απόκλιση του φύλλου. Έτσι έχουμε ένα σύστημα στο οποίο η διαστολή λόγω διέγερσης μπορεί να συγκριθεί ποσοτικά με τη διαστολή λόγω της ύπαρξης συγκεντρωμένων ενεργειακών μονάδων. Αυτό το φαινόμενο είναι μοναδικό στη Φυσική της Οργόνης.

ilektrostatiko-fenomeno-3
Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το ηλεκτροσκόπιο μπορεί να εμφανίσει απόκλιση από την παρουσία διέγερσης και μόνο. Το ακόλουθο πείραμα υποδεικνύει αυτό το φαινόμενο, αν και δεν είναι οριστικό, εξ αιτίας της εναλλακτικής μηχανιστικής ερμηνείας που στηρίζεται στην επαγωγή φορτίου λόγω «πόλωσης». Ένα ηλεκτροσκόπιο τοποθετείται κοντά σε ένα καλώδιο συνδεμένο με ηλεκτροστατική γεννήτρια υψηλής τάσης (10 kV)- το φύλλο αποκλίνει άμεσα και ζωηρά. Όταν η γεννήτρια πάψει να λειτουργεί, το φύλλο πέφτει απότομα, υποδεικνύοντας ότι η απόκλιση δεν οφειλόταν στη συγκέντρωση φορτίου στο μεταλλικό πόλο. Αν φέρουμε κοντά ένα σωλήνα φθορισμού θα φωτοβολήσει, κι έτσι μπαίνουμε στον πειρασμό να συμπεράνουμε ότι η απόκλιση είναι το αποτέλεσμα της ύπαρξης μεγάλης διέγερσης σε κοντινή περιοχή.

Η ίδια ηλεκτροστατική γεννήτρια και ο σωλήνας φθορισμού μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την παρουσίαση μιας σημαντικής ιδιότητας του «ηλεκτροστατικού» πεδίου. Το καλώδιο από τη γεννήτρια συνδέεται με μια επίπεδη μεταλλική πλάκα περίπου ενός τετραγωνικού ποδιού και ο σωλήνας κρατιέται πάνω από την πλάκα. Ο σωλήνας φωτοβολεί ζωηρά όταν βρίσκεται πάνω από την πλάκα. Καθώς ανυψώνουμε το σωλήνα πάνω από την πλάκα, θα συνεχίσει να φωτοβολεί μέχρι να φτάσει ένα αρκετά καθορισμένο σημείο, περίπου μισό μέτρο μακριά, όπου σβήνει.

Ο σωλήνας παραμένει σκοτεινός καθώς συνεχίζουμε να τον ανυψώνουμε, μέχρι που φτάνει σε ένα σημείο (επίσης αρκετά καλά καθορισμένο), περίπου 1-1,2 m πάνω από την πλάκα, όπου με κατάπληξη βρίσκουμε ότι ο σωλήνας φωτοβολεί ξανά! Έτσι προσδιορίζουμε τρεις ζώνες πάνω από το δίσκο, χρησιμοποιώντας το σωλήνα ως ενδεικτική διάταξη και την ηλεκτροστατική ενέργεια ως πηγή της διέγερσης. Στο σημείο αυτό καμία μηχανική εξήγηση δεν μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση αυτού του φαινομένου.

Μπορεί να γίνει ένα απλό πείραμα με το ηλεκτροσκόπιο το οποίο δείχνει το ίδιο φαινόμενο. Σε αυτή την περίπτωση, ένα απλό ηλεκτροσκόπιο φορτίζεται με επαγωγή, χρησιμοποιώντας μια φορτισμένη χτένα. Η χτένα φέρεται κοντά στο μεταλλικό πόλο και ένα δάχτυλο τοποθετείται στον πόλο. Τότε και το δάχτυλο και η χτένα απομακρύνονται απότομα και το όργανο δείχνει μια απόκλιση η οποία, σύμφωνα με την κλασική Φυσική, αποτελείται από φορτίο αντίθετο (αντίθετου πρόσημου) από εκείνο που ήταν στη χτένα (π.χ. αν η χτένα ήταν αρνητικά φορτισμένη, το ηλεκτροσκόπιο θα είναι τώρα θετικά φορτισμένο). Τώρα φέρνουμε τη χτένα από απόσταση κοντά στο ηλεκτροσκόπιο, και η απόκλιση αρχίζει να ελαττώνεται με την ελάττωση της απόστασης, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει (μιλώντας κλασικά).

Ωστόσο, σε μια συγκεκριμένη απόσταση από τον πόλο (η οποία αντιστοιχεί στο σημείο στο οποίο είχαμε αρχικά τη χτένα), το φύλλο το οποίο έχει τώρα σχεδόν μηδενική απόκλιση αρχίζει να ανεβαίνει και πάλι, φτάνοντας στην υψηλότερη τιμή όταν η χτένα είναι πολύ κοντά! Φαίνεται σα να υπάρχει ένας «κόμβος» γύρω από το όργανο με διαφορετικά χαρακτηριστικά ενεργειακού πεδίου στις πλευρές του κόμβου. Μια εναλλακτική εξήγηση είναι ότι τα σχετικά δυναμικά της χτένας και του μεταλλικού πόλου (είναι και τα δύο φορτισμένα), αλλάζουν καθώς πλησιάζει η χτένα, έτσι που η χτένα είναι στην αρχή η περιοχή υψηλού δυναμικού (τραβώντας ενέργεια από το ηλεκτροσκόπιο και προκαλώντας την πτώση του φύλλου), αλλά μετά ο μεταλλικός πόλος γίνεται το υψηλό δυναμικό, απορροφώντας ενέργεια και προκαλώντας την αύξηση της απόκλισης του φύλλου. Η ορθή ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς δεν είναι άμεσα ξεκάθαρη, ωστόσο, αν κάποιος παρατηρούσε δύο ή περισσότερους τέτοιους κόμβους γύρω από το όργανο, αυτό θα αποτελούσε ένα ισχυρό στήριγμα της πρώτης άποψης.

Ένας από τους βασικούς σκοπούς της επιστημονικής έρευνας είναι να παράγει και να αναπτύξει έννοιες οι οποίες απλοποιούν και ενοποιούν διάφορα φυσικά και πειραματικά φαινόμενα — δηλαδή, η μετακίνηση από το ειδικότερο στο γενικότερο. Για αυτό το λόγο, κανένα πείραμα δεν ερμηνεύεται μόνο του, αντίθετα, πρέπει να συγκριθεί με ό,τι είναι γνωστό, για να καθοριστεί αν μπορεί να γίνει κατανοητό με τις υπάρχουσες ιδέες ή αν προτείνει εντελώς καινούργιες ιδέες.

Τα δύο πειράματα με το ηλεκτροσκόπιο που μόλις αναλύθηκαν, ανήκουν σε αυτή ακριβώς την κατηγορία και δεν είναι απλά επιτρεπτό αλλά επιβεβλημένο να οδηγηθούμε σε άλλους χώρους παρατήρησης, για να διασαφηνίσουμε αυτά τα συγκεκριμένα ευρήματα. Αυτό που παρατηρήσαμε φαίνεται να είναι ένας «δακτυλιοειδής» ή κομβοειδής σχηματισμός του ηλεκτροστατικού ενεργειακού πεδίου, χρησιμοποιώντας σαν ενδεικτικά όργανα το ηλεκτροσκόπιο και το σωλήνα φθορισμού.

Ένα τέτοιο φαινόμενο έχει πράγματι παρατηρηθεί σε άλλους φυσικούς χώρους και, αν και η ανάλυση που θα πραγματοποιήσουμε είναι ομολογουμένως στηριγμένη σε υποθέσεις προς το παρόν, φαίνεται να βοηθά στην κατανόηση των ενεργειακών πεδίων. Πράγματι, θα γίνει φανερό ότι τα φυσικά ενεργειακά πεδία ίσως είναι πιο περίπλοκα από ό,τι αρχικά πιστεύαμε αλλά με ένα νομοτελειακό τρόπο και με ένα τρόπο που να επεκτείνει δημιουργικά την εννοιολογική κατανόηση τέτοιων πεδίων.

Η ιδέα που συζητούμε μπορεί να ονομασθεί «θεωρία φλοιών» των ενεργειακών πεδίων. Θα ξεκινήσουμε περιγράφοντας κάποια ειδικά παραδείγματα αυτού του φαινομένου, σε διάφορους φυσικούς χώρους:

α) Το άτομο: Η κλασική Κβαντομηχανική αναγνωρίζει ότι η τροχιακή κατανομή ηλεκτρονίων στο άτομο αποτελείται από ομόκεντρους «επιτρεπόμενους» φλοιούς. Αυτοί οι φλοιοί είναι γεωμετρικά υπαρκτοί, αν και όχι τόσο απόλυτα καθορισμένοι όσο θεωρήθηκαν αρχικά. Ωστόσο είναι πολύ αυστηρά καθορισμένοι όσον αφορά την ενέργειά τους. Τα ενεργειακά επίπεδα έχουν ακριβείς τιμές. Για να εξηγήσει την ύπαρξη αυτών των καθορισμένων ενεργειακών επιπέδων, η Φυσική πρέπει να στηριχτεί σε αρκετά βασικά αξιώματα τα οποία περιγράφουν τα κβαντισμένα επίπεδα ενέργειας και ορμής. Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να αναρωτηθούμε αν αυτό το φαινόμενο, αν και περιγράφεται καλά από τα μαθηματικά της κλασικής Φυσικής, απορρέει, από φυσικής άποψης, από την ίδια ιδιότητα των ηλεκτροστατικών πεδίων που προκαλούν τα προαναφερθέντα πειράματα.

β) Η βαρύτητα: Ο νόμος του Bode είναι ένα εξέχον παράδειγμα ενός ενεργειακού πεδίου το οποίο εμφανίζεται να αποτελείται από ομοκεντρικούς κόμβους οι οποίοι περιβάλουν ένα κεντρικό, φορτισμένο σώμα (ήλιος). Ανάμεσα στους δακτυλίους υπάρχουν, βέβαια, βαρυτικές δυνάμεις και οι γνωστοί νόμοι εξακολουθούν να ισχύουν. Πράγματι, οι φυσικοί και οι τεχνητοί δορυφόροι του ήλιου, περιφέρονται σε σταθερές τροχιές οι οποίες δεν υπακούουν σε γεωμετρική πρόοδο. Ωστόσο η φύση έχει τοποθετήσει τους μεγαλύτερους δορυφόρους του ήλιου (τους πλανήτες), σε ένα εντυπωσιακό πρότυπο σχετικών αποστάσεων και αυτό υποδεικνύει την ύπαρξη κάποιας φυσικής αιτίας.

Επί πλέον, κάποιοι από τους δορυφόρους των μεγαλύτερων πλανητών (π.χ. του Δια και του Κρόνου) έχουν δορυφόρους-φεγγάρια οι οποίοι περιστρέφονται σε τροχιές με ακτίνες που φαίνεται ότι σχετίζονται αρμονικά. Έτσι, αν και το βαρυτικό πεδίο -όπως και το ηλεκτρικό πεδίο- είναι συνεχές γύρω από το κεντρικό σώμα, μπορεί να έχει ειδικά χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες νομοτελειακά συνδεδεμένες αποστάσεις.

γ) Η Ανθρώπινη Αύρα: Το ανθρώπινο πεδίο -όπως φαίνεται οπτικά (αύρα)- περιγράφεται από τον Kilner ως μη συνεχές αλλά ως αποτελούμενο από αρκετά ξεχωριστά στρώματα γύρω από το σώμα. Περιγράφονται τρία επίπεδα: Ένα λεπτό εσωτερικό πεδίο, πολύ κοντά στο δέρμα. ένα δεύτερο πεδίο, λίγες ίντσες μακριά από την επιφάνεια του σώματος. και ένα τρίτο, ένα σχεδόν ελλειψοειδές φωτοστέφανο το οποίο περικλείει ολόκληρο το σώμα.

Πειραματικά, μπορεί να δειχθεί συχνά ένα φαινόμενο που μοιάζει με ύπαρξη κόμβων γύρω από το σώμα με ένα εύκολο τρόπο, χρησιμοποιώντας ένα δέκτη στην περιοχή των FM ή μια συσκευή τηλεόρασης ως ενδεικτικές συσκευές. Ο δέκτης συντονίζεται ελαφρώς δίπλα από την κεντρική συχνότητα του σταθμού. Μια ακουστική ή οπτική αλλαγή θα προκύψει σε συγκεκριμένες αποστάσεις καθώς κάποιος πλησιάζει ή απομακρύνεται από τη συσκευή.

δ) Η Γη: Η γη ίσως να μην είναι ένα τόσο ξεκάθαρο παράδειγμα του φαινομένου της ενεργειακής διαστρωμάτωσης γιατί το παρατηρήσιμο φαινόμενο συνίσταται στην κατανομή σωματιδιακής ύλης, από την οποία θα εξαχθεί ο σχηματισμός του ενεργειακού πεδίου. Πρώτον, η γη περιβάλλεται από τρεις ομοκεντρικούς φλοιούς των στοιχείων «krx» (5): του υδρογόνου, του ήλιου και του οξυγόνου. Το υδρογόνο βρίσκεται στον εξωτερικό και το οξυγόνο στον εσωτερικό φλοιό. Η σημασία αυτών των στοιχείων στη βαρυτική θεωρία έχει αναλυθεί σε άλλο σημείο.

Θα ερμηνεύσουμε αυτή την κατανομή με δύο τρόπους: α) μηχανικά, με τον ισχυρισμό ότι τα ελαφρύτερα στοιχεία είναι περισσότερο απομακρυσμένα γιατί η βαρυτική δύναμη είναι ασθενέστερη σε αυτά, ή β) ενεργειακά, με τον ισχυρισμό ότι τα «υψηλότερα» στοιχεία βρίσκονται πιο κοντά στη γη, όπου το ενεργειακό πεδίο είναι ισχυρότερο. Αυτό ίσως να υπονοεί ότι τα στοιχεία δημιουργούνται εκεί που απαντιόνται, γιατί αντιστοιχούν στο κατάλληλο ενεργειακό επίπεδο του περιβαλλοντικού πεδίου. Δεύτερον, ας δούμε τις ζώνες ακτινοβολίας Van Allen οι οποίες αποτελούνται από δύο απόλυτα διακριτές δακτυλιοειδείς συγκεντρώσεις ιόντων που περιβάλλουν τη γη στον ισημερινό. Γιατί είναι καλά διαχωρισμένες — εξ αιτίας κάποιας κρίσιμης ισορροπίας ανάμεσα στην ταχύτητα των ιόντων, την κατανομή φορτίου και την ένταση του γήινου μαγνητικού πεδίου ή εξ αιτίας κάποιας διαχωριστικότητας των γήινων ενεργειακών πεδίων;

Είναι αλήθεια ότι ίσως έχουμε υπερβεί κάποια όρια στην προσπάθειά μας να συγκρίνουμε τόσο διαφορετικά μεγέθη όπως το ανθρώπινο και το βαρυτικό πεδίο, ωστόσο, οι παραπάνω περιγραφές εκφράζουν μια αληθινή εικόνα της φύσης στην αδιατάραχτη μορφή της. Επί πλέον, στο βαθύτερο επίπεδο, η ίδια οργονοενέργεια είναι η δύναμη που δημιουργεί. Αν δεχθούμε για μια στιγμή ότι αυτές οι παρατηρήσεις είναι αληθινές και σημαντικές, πώς μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε; Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα ενεργειακά πεδία που εμφανίζονται να έχουν μια ασυνεχή συνιστώσα και τι είδους εννοιολογικές διαδικασίες πρέπει να επικαλεστούμε; Αρκετές πιθανότητες προκύπτουν από μόνες τους:

α) Η φλοιώδης διαμόρφωση των ενεργειακών πεδίων μπορεί να είναι μια βασική, εγγενής φυσική λειτουργία, πέρα από κάθε ανάλυση. Αν δεχθούμε αυτή την ιδέα, δε βρισκόμαστε, ομολογουμένως, σε καλύτερη θέση από τον κλασικό Φυσικό, ο οποίος πρέπει να καταφύγει σε αφηρημένα αξιώματα. Μια τέτοια τοποθέτηση είναι πραγματικά στείρα και αναπαραγωγική.

β) Οι παρατηρήσιμοι κόμβοι μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης: μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ του κεντρικού σώματος και του περιβάλλοντος. Έτσι θα μπορούσε να είναι ένα είδος αντήχησης, στην οποία ο δακτύλιος ενέργειας βρίσκεται στο σημείο όπου τα αμοιβαία χαρακτηριστικά των δύο συστημάτων είναι αρμονικά.

γ) Το δακτυλιοειδές φαινόμενο μας θυμίζει έντονα ένα παρόμοιο φαινόμενο που συναντάται σε άλλους φυσικούς χώρους: τα στάσιμα κύματα, όπως τα στάσιμα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που συναντώνται γύρω από πομπούς ραδιοφωνικών σημάτων. Σε αυτή την περίπτωση, το ενεργειακό πεδίο είναι πολύ δυναμικό γιατί το φορτισμένο σώμα εκπέμπει συνεχώς παλμούς ενέργειας. Επί πλέον, κάποια από τα πεδία (π.χ. βαρυτικό) υποδηλώνουν όχι μόνο την ακτινική προς τα έξω κίνηση, αλλά και περιστροφή, σα να αποτελείται το ενεργειακό πεδίο από στρόβιλο. Αυτή είναι μια ελκυστική ιδέα, καθώς η αυθεντική βαρυτική κίνηση είναι ένας στρόβιλος υπέρθεσης, όπως σε ένα γαλαξία.

δ) Τέλος είναι κατανοητό ότι πρέπει να επικαλεστούμε αρκετούς διαφορετικούς μηχανισμούς για να εξηγήσουμε αυτά τα φαινόμενα τα οποία μπορεί να μην είναι απόλυτα συγκρίσιμα.

Πρέπει, τέλος, να επεκτείνουμε τη φαντασία μας και να αποφύγουμε τη στείρα μηχανική έννοια των «στατικών» πεδίων και να κατανοήσουμε την αληθινή, κινούμενη, δυναμική φύση τους: η κινούμενη ύλη συνεπάγεται κινούμενη ενέργεια. Αν και η τελευταία αυτή παράγραφος ήταν σε κάποιο βαθμό στηριγμένη σε υποθέσεις, ελπίζω τουλάχιστον να αποτελέσει ένα ερέθισμα για παραπέρα σκέψη και πειραματισμό σε αυτό το χώρο.

@C. Frederick Rosenblum [Κ. Φρέντερικ Ρόζενμπλουμ]

Βιβλιογραφία:

Reich W: «Η βιοπάθεια του καρκίνου».
Reich W: «Οργονοτικός παλμός» Διεθνές περιοδικό της σεξοικονομίας» 1:97-150, 1954
Rosenblum, C.F.: «Το ηλεκτροσκόπιο» Αμερικάνικο Περιοδικό της Οργονομίας, 3:188-97, Νοέμβριος, 1969.
Reich W.: «Η Βιοπάθεια τον Καρκίνου», Νέα Υόρκη: Orgone Institute Press, 1948.
Rosenblum, C.F.: «Το Περιστρεφόμενο Βαρυτικό Κύμα», Αμερικάνικο Περιοδικό της Οργονομίας, 2: 95-99, 1968.
Kilner, W.J.: «Η Ανθρώπινη Αύρα». New Hyde Park, Ν.Υ.: University Books, 1965.
Reich W.: «Επαφή με το Διάστημα: Δεύτερη Αναφορά Όρανουρ». Νέα Υόρκη: Core Pilot Press, 1957.