Ο Φρουρός

Ήταν μούσκεμα, βρώμικος και γεμάτος λάσπη, και πεινούσε και κρύωνε και βρισκόταν πενήντα χιλιάδες χρόνια φωτός μακριά από το σπίτι του. Ένας ξένος ήλιος έδινε ένα παγερό, γαλάζιο φώς και η βαρύτητα, διπλή από κείνη...

Ο Φρουρός

Ήταν μούσκεμα, βρώμικος και γεμάτος λάσπη, και πεινούσε και κρύωνε και βρισκόταν πενήντα χιλιάδες χρόνια φωτός μακριά από το σπίτι του.

Ένας ξένος ήλιος έδινε ένα παγερό, γαλάζιο φώς και η βαρύτητα, διπλή από κείνη που ‘ξερε, μεταμόρφωνε την κά­θε του κίνηση σε αγωνία.

Όμως, ύστερα από δεκάδες χιλιάδες χρόνια, αυτή ή γωνιά του πολέμου δεν είχε αλλάξει. Hταv βολικιά για τους αεροπόρους, με τα καλογυαλισμένα διαστημόπλοιά τους και τα υπερόπλα τους. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, πάντα έπρεπε να επέμβει ο πεζός, ο φαντάρος, να πιάσει μια θέση και να την κρατήσει με το αίμα του, σπιθαμή με σπιθαμή, όπως σ’ αυτόν τον καταραμένο πλανήτη ενός αστερισμού πού δεν ήξερε ούτε καν τ’ όνομά του ως την ήμερα που τον ξεμπαρκάρανε εκεί. Και τώρα ήταν «ιερόν έδαφος» γιατί είχε φτάσει εκεί και ο εχθρός. Ο εχθρός, ή μοναδική άλλη έξυπνη ράτσα του Γαλαξία… αιμοβόρα, σιχαμένα, αποκρουστικά τέρατα.

H πρώτη επαφή είχε γίνει κοντά στο κέντρο τού Γαλα­ξία, μετά από τον άργό και δύσκολο άποικισμό έκατοντάδων πλανητών. Και έγινε πόλεμος, αμέσως. ’Εκείνοι είχαν αρχίσει να χτυπούν χωρίς να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια για κάποια συμφωνία, κάποια ειρηνική λύση.

Τώρα, πλανήτης με πλανήτη, έπρεπε να πολεμούν, με τα δόντια και με τα νύχια.

Ήταν μούσκεμα, βρώμικος και γεμάτος λάσπη και πει­νούσε και κρύωνε και η μέρα ήταν πελιδνή και σάρωνε τα πάντα ένας βίαιος άνεμος που του πονούσε τα μάτια. Μα οι εχθροί προσπαθούσαν να εισχωρήσουν και κάθε προχωρημένο φυλάκιο είχε ζωτική σημασία.

Καθόταν με τα νεύρα τεντωμένα, με το ντουφέκι έτοιμο. Πενήντα χιλιάδες χρόνια φωτός μακριά από την πατρίδα του, να πολεμά σ’ ένα κόσμο ξένο και ν’ αναρωτιέται αν θα τα κατάφερνε ποτέ να γυρίσει ζωντανός πίσω.

Και τότε είδε έναν από Εκείνους να σέρνεται προς το μέρος του. Σημάδεψε και πυροβόλησε. Ο εχθρός ούρλιαξε μ’ εκείνον τον ανατριχιαστικό, φρικαλέο τρόπο που ούρλιαζαν όλοι τους και δεν σάλεψε πια. Το ουρλιαχτό και το θέαμα του νεκρού τον κατατάραξαν. Πολλοί, με το πέρασμα του χρόνου είχαν συνηθίσει πια. Μα εκείνος όχι. Ητανε πλάσματα πολύ σιχαμένα, με δύο χέρια και δύο πόδια, μ’ εκείνο το δέρμα, εμετικά ασπρουλιάρικο και χωρίς λέπια.

@Φρέντρικ Μπράουν «Ο Φρουρός». Πρωτότυπος τίτλος «Sentry» / Φεβρουάριος 1954