Τραπεζική Εγκληματικότητα

Ακολουθήστε το Χρήμα. Τραπεζική, Εγκληματικότητα και οι Φάκελλοι FinCEN. Follow The Money: Banking, Criminality And The FinCEN Files. Τι αποκαλύπτουν οι διαρροές της FinCEN για τις διαδρομές με το ξέπλυμα των βρόμικων χρημάτων. (Τα FinCEN...

Τραπεζική Εγκληματικότητα

Ακολουθήστε το Χρήμα. Τραπεζική, Εγκληματικότητα και οι Φάκελλοι FinCEN.

Follow The Money: Banking, Criminality And The FinCEN Files.

Τι αποκαλύπτουν οι διαρροές της FinCEN για τις διαδρομές με το ξέπλυμα των βρόμικων χρημάτων.

(Τα FinCEN Files έχουν διαρρεύσει έγγραφα από το Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ)

Είναι μια υπενθύμιση της παρατήρησης του Bertolt Brecht, ότι «Η ληστεία των τραπεζών βρίσκεται στα χέρια των ερασιτεχνών. Οι πραγματικοί επαγγελματίες ληστές ιδρύουν τράπεζες». Τον περασμένο μήνα, οι εργάτες του Buzzfeed και της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητών Δημοσιογράφων, αποκάλυψαν ακριβώς αυτό.

Κεντρική Σκηνή: Διεθνής Εγκληματική Τραπεζική Συμπεριφορά. Και ω!!! έχει πολύ ζουμί η υπόθεση.

Οι δημοσιογράφοι χτένισαν διαρροές που περιελάμβαναν 2,121 αναφορές ύποπτης δραστηριότητας (SARs) και κατατέθηκαν στο Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων των ΗΠΑ (FinCEN), μεταξύ του 2000 και του 2017. Το σχετικό ποσό από την άποψη των συναλλαγών είναι της τάξης των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ηταν πολύ καλό εκ μέρους των ίδιων των τραπεζών, να υποβάλλουν τέτοιες εκθέσεις στο Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Τέτοια θέματα είναι απλές διατυπώσεις· δεν υπάρχει κίνητρο για την τράπεζα, να σταματήσει τις συναλλαγές μ’ έναν ύποπτο πελάτη, παρά τα ύποπτα στοιχεία της έκθεσης. Ενα το κρατούμενο.

Τα κριτήρια για μια SAR συμπεριφορά δεν καθορίζονται σαφώς. Ο Matthew Collin του Ινστιτούτου Brookings λέγει, ασαφείς πηγές και ασαφείς δικαιούχοι, σχέση σε μια διαδικασία που έχει ιστορικά μαρκαριστεί για οικονομικό έγκλημα και παρατυπίες. Ενα «κοινό σημάδι υποψίας είναι, όπου, κάποιος πελάτης προσπαθεί ν’ αποφύγει την προσοχή από τις αρχές, κάνοντας πολλές καταθέσεις κάτω από $10.000, που τυγχάνει να είναι το όριο αυτόματης αναφοράς.»

Τα αρχεία FinCEN τονίζουν πέντε κορυφαίους διακινητές στην κυκλοφορία χρημάτων από εγκληματικές δραστηριότητες: JP Morgan Chase, HSBC,  Standard Chartered Bank, Deutsche Bank και Bank of New York Mellon.

HSBC: Παρά το γεγονός ότι της επιβλήθηκε πρόστιμο 1,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ για ξέπλυμα χρήματος, η HSBC μετέφερε χρήματα μέσω των αμερικανικών δραστηριοτήτων της, σε λογαριασμούς στο Χονγκ Κονγκ το 2013 και το 2014. Κεντρικό σημείο σ’ αυτή την μεταφορά ήταν μια απάτη επενδύσεων Ponzi, χρηματική απάτη που στηρίζεται σε «πυραμίδα» επενδυτών), γνωστή ως WCM777.

Το αισχρό δημιούργημα του Κινέζου εθνικού Phil Ming Xu -αυτοαποκαλούμενου ως «Dr Phil»- παγκόσμιας κεφαλαιαγοράς, υποσχέθηκε επιστροφές κέρδους 100%, μέσα σε 100 ημέρες. Ο Xu προώθησε σθεναρά αυτή την έκδοση του νομισματικού παραδείσου, μέσω των κοινωνικών ΜΜΕ, webinars και σεμινάρια. Εύπιστοι αφελείς τον ακολούθησαν, παρασυρμένοι από έναν γκροτέσκο συνδυασμό Θεού και Μαμμωνά. Ο Xu φλέρταρε την Ευαγγελική αγορά. Συγκεντρώθηκαν 80 εκατομμύρια δολάρια όπου και φυσικά, για τους αφελείς, εξαφανίστηκαν.

Στον απόηχο των απωλειών, προέκυψε άμεση σωματική βλάβη. Ενας αφελής εκ της Santa Rosa, ο Reynaldo Pacheco εξήρε τις αρετές του WCM777, σε οικογένεια και φίλους του. Ενας γνωστός του που ο Pacheco είχε προσθέσει στην απάτη-επένδυση, δυσανασχέτησε στο ότι έχασε $3.000. Λαμβάνοντας τα πράγματα στα σοβαρά, στρατολόγησε τρεις τύπους τον Απρίλιο του 2014 όπου απήγαγαν τον Pacheco και τον χτύπησαν μέχρι θανάτου με πέτρες, αφήνοντας τα λείψανά του σε έναν κολπίσκο ποταμού, στην Napa της California.

Παρά τα γεγονότα αυτά και την γνώση ότι η WCM αποτέλεσε αντικείμενο ερευνητικού ενδιαφέροντος σε τρεις χώρες, η HSBC συνέχισε να μεταφέρει χρήματα για το επενδυτικό της ταμείο. Οπως το περιγράφει η ICIJ (Η Διεθνής Κοινοπραξία Ερευνητικών Δημοσιογράφων), πάνω από «30 εκατομμύρια δολάρια που συνδέονται με την WCM, διοχετεύθηκαν μέσω της τράπεζας το 2013 και το 2014, σε μια εποχή που η HSBC ήταν υπό επιτήρηση ως μέρος της αναβαλλόμενης συμφωνίας δίωξης με τις αρχές της Αμερικής.»

JP Morgan: Η επόμενη τράπεζα αποκαλύπτεται να είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλός μεσάζοντας σε βρώμικες κι εγκληματικές συναλλαγές. Μια SAR που κατατέθηκε από την τράπεζα το 2015, αποκαλύπτει ότι το γραφείο της στο Λονδίνο θα μπορούσε να έχει βοηθήσει την μεταφορά μέρους ενός ποσού, συνολικού ύψους 1,02 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η JP Morgan είχε παράσχει υπηρεσίες στην ABSI Enterprises, μια σκοτεινή υπεράκτια εταιρεία, μεταξύ του 2002 και του 2013, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν σαφής η προέλευση και η ιδιοκτησία της εταιρείας. Η αρχειοθετημένη SAR αποκάλυψε, πώς η μητρική εταιρεία της ABSI «θα μπορούσε να συνδέεται με τον Semeon Mogilevich – ένα άτομο που ήταν στην κορυφή του FBI της λίστας των 10 πιο καταζητούμενων». Τέτοιες σχέσεις αποδεικνύουν, ότι το «Follow The Money» στερείται εθνικιστικών πεποιθήσεων, άλλωστε ο Mogilevich είναι ο αυτοκράτορας δικτύου οργανωμένου εγκλήματος της Ρωσίας.

Η αντίδραση της JP Morgan σε μια τέτοια αποκάλυψη, ήταν η γνωστή δικαιολογία που όλες οι τράπεζες έχουν χρησιμοποιήσει κατά καιρούς όταν τις πιάνουν με το δάχτυλο στο μέλι. «Ακολουθούμε όλους τους νόμους και τους κανονισμούς για να στηρίξουμε το κυβερνητικό έργο για την καταπολέμηση των οικονομικών εγκλημάτων. Αφιερώνουμε χιλιάδες ανθρώπους και εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, σε αυτό το σημαντικό έργο.»

Τα ποσά που εμπλέκονται σαστίζουν, αλλά θα έπρεπε πραγματικά να σαστίζουν πολύ περισσότερο. Τα οικονομικά μυαλά που έχουν επιφορτιστεί με την προσπάθεια να κατανοήσουν την βαθιά θάλασσα ξεπλύματος χρήματος, έχουν μείνει μπερδεμένοι να πνίγονται. Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα ναρκωτικά και το έγκλημα, έχει μια εκτίμηση, κάθε χρόνο, μεταξύ 2-5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή από $800 billion έως $2 trillion, ξεπλένονται από επίσημες τράπεζες. Σ’ όλα αυτά βλέπουμε τους αμαυρωμένους -και στους τραπεζικούς κύκλους- αποδεκτούς καρπούς της παγκοσμιοποίησης.

Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Εγκλημα, ασχολείται με, την ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, την καινοτομία της τεχνολογίας και την πρόοδο των επικοινωνιών. Ολ’ αυτά «επιτρέπουν τα χρήματα να κυκλοφορούν οπουδήποτε στον κόσμο με ταχύτητα κι ευκολία κι αυτό καθιστά το έργο, καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, πιο επείγον από ποτέ.» Ερευνώντας σε βάθος βλέπουμε το «βρώμικο χρήμα» να γίνεται πιο δύσκολο να προσδιοριστεί, καθώς βυθίζεται στο σύστημα, ενώ ξεπλένεται.

Η ρίζα του προβλήματος είναι βαθιά συμβατική και απλή. Χρήματα κινούνται και πρόκειται να κερδηθούν και να χαθούν. Οι τράπεζες βγάζουν χρήματα για να διαχειρίζονται χρήματα. Και στο ξέπλυμα, εξακολουθούν να κερδίζουν χρήματα γι’ αυτήν την υπηρεσία. Ενθαρρύνονται επίσης από την αντοχή τους ως απαραίτητοι διεθνείς φορείς. Πολιτικοί διαφόρων αποχρώσεων έρχονται και φεύγουν. Κατά καιρούς εκφωνούν δημαγωγικές υποσχέσεις για μεταρρύθμιση και ρύθμιση του τραπεζικού τομέα, αλλά αυτές οι φωνές τελικά θα περάσουν και θα χαθούν, γιατί όπου υπάρχει χρήμα, γεννιέται χρήμα κι όχι απαραίτητα με νόμιμο τρόπο. Αλλωστε οι κάθε είδους νόμοι, είναι πολιτικές κατασκευές που αλλάζουν κατά το δοκούν για να εξυπηρετούν την μία και μοναδική αρχή: Το Χρήμα ως Χρέος. Απόρροια της «Mystery Babylon»

Υπάρχουν μηχανισμοί που χρησιμεύουν ως μεταξωτά χάδια, παρά αληθινά κίνητρα για μεταρρύθμιση. Η συμφωνία αναβολής της δίωξης (DPA), αποτελεί κεντρικό μέρος της κυβέρνησης των ΗΠΑ, για την πρόκληση αλλαγών στο πλαίσιο των πρακτικών συναλλαγών μιας τράπεζας. Το σύστημα υποβολής αναλυτικών εκθέσεων, είναι επίσης ύποπτα αδύναμο. Οι τράπεζες συχνά αρχειοθετούν τα SΑR, μήνες μετά την εκάστοτε ύποπτη συναλλαγή και συχνά από τον ίδιο πελάτη. Δεν θα ληφθούν πολιτικά μέτρα. Ποια είναι επομένως η αξία αυτών των SAR; Με την ελπίδα να αποτρέψουν τις κανονιστικές συνέπειες, οι τράπεζες ενδέχεται να εκδώσουν μια χιονοστιβάδα από αυτές προς διερεύνηση από τις ρυθμιστικές αρχές της FinCEN. Από το 2003, ο αριθμός των SAR των τραπεζών έχει τετραπλασιαστεί. Το προσωπικό της FinCEN δεν διατήρησε το ρυθμό των 178 το 2001 και των 300 το 2020.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει συμβεί τίποτα στις τράπεζες. Εχουν προκύψει κυρώσεις. Από το 2008, έχουν εκδοθεί πρόστιμα $36 billion σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με το μπλοκ της Βόρειας Αμερικής να λαμβάνει πρόστιμα περίπου $27,9 billion. Αλλά τέτοιες τιμωρίες, δεν τιμωρούν τους τραπεζίτες, που τα κέρδη τους είναι άνω των τρις από το ξέπλυμα του μαύρου χρήματος. Ετσι η εγκληματικότητα επιτρέπεται και ξεπλένεται κανονικά. Αυτή είναι η θεσμική αντίληψη που διαπερνά τις ρυθμιστικές αρχές και τους ρυθμιζόμενους.

Δεν είναι περίεργο που η FinCEN αντέδρασε από τις διαρροές των ICIJ.

«Το Δίκτυο Επιβολής Χρηματοοικονομικών Εγκλημάτων (FinCEN) γνωρίζει ότι διάφορα μέσα ενημέρωσης σκοπεύουν να δημοσιεύσουν μια σειρά άρθρων που βασίζονται σε παράνομα αποκαλυφθείσες εκθέσεις ύποπτης δραστηριότητας (SAR), καθώς και σε άλλα ευαίσθητα κυβερνητικά έγγραφα, πριν από αρκετά χρόνια. Οπως ανέφερε προηγουμένως η FinCEN, η μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη SARs είναι έγκλημα που μπορεί να επηρεάσει την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, να θέσει σε κίνδυνο τις έρευνες επιβολής του νόμου και να απειλήσει την ασφάλεια των θεσμικών οργάνων και των ατόμων που υποβάλλουν τέτοιες αναφορές. Η FinCEN παρέπεμψε το θέμα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και στο Γενικό Επιθεωρητή του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ.»

Τι βρήκε το GAO

Από το 2009, στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν πιστωθεί περίπου 12 δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόστιμα, κυρώσεις και απώλειες για παραβιάσεις του νόμου περί τραπεζικού απορρήτου / κανονισμών κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (BSA / AML), του νόμου περί πρακτικών διαφθοράς στο εξωτερικό του 1977 (FCPA) και κυρώσεων στις ΗΠΑ. απαιτήσεις προγραμμάτων από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, η GAO διαπίστωσε ότι από τον Ιανουάριο του 2009 έως τον Δεκέμβριο του 2015, οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες αξιολόγησαν περίπου 5,2 δισ δολάρια για παραβάσεις BSA / AML, 27 εκατομμύρια δολάρια για παραβάσεις FCPA και περίπου 6,8 δισεκατομμύρια δολάρια για παραβάσεις των απαιτήσεων του προγράμματος κυρώσεων στις ΗΠΑ. Από τα 12 δισεκατομμύρια δολάρια, οι ομοσπονδιακοί οργανισμοί έχουν συλλέξει όλες αυτές τις εκτιμήσεις, εκτός από περίπου 100 εκατομμύρια δολάρια.

@Eleonora Trelawny / 2020 / terrapapers.com