Η Αρετή των Κυνικών

Οι «Κυνικοί» ήταν μία από τις μακροβιότερες Φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368) στο Κυνόσαργες των Αθηνών, το μόνο γυμνάσιο της πόλεως που δεχόταν...

Η Αρετή των Κυνικών

Οι «Κυνικοί» ήταν μία από τις μακροβιότερες Φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368) στο Κυνόσαργες των Αθηνών, το μόνο γυμνάσιο της πόλεως που δεχόταν μη Αθηναίους πολίτες και ταυτοχρόνως αποτελούσε Ιερό άλσος του Ηρακλέους (από το οποίο άλσος και μετωνομάσθησαν άλλωστε τα μέλη σε «Κυνικούς» από «Αντισθενικοί» που λέγονταν αρχικώς).

Η Σχολή τους, ιδρύθηκε από τον Αντισθένη (445 – 360 ή 444 – 368), υιό ενός Αθηναίου και μίας δούλης από τη Θράκη, διακριθέντα πολεμιστή στη μάχη της Τανάγρας και μετέπειτα μαθητή του σοφιστή Γοργίου στη Ρητορική, και εν συνεχεία, στη Φιλοσοφία, του Σωκράτη, στον θάνατο του οποίου υπήρξε παρών.  Οι «Κυνικοί», ήσαν πνευματικοί απόγονοι του Σωκράτους, ανήκοντας στις Σχολές που απεκλήθησαν «Ελάσσοντες Σωκρατικοί», αν και ως προς τη μέθοδο της διδασκαλίας τους έλαβαν αρκετά στοιχεία από τους «Σοφιστές».

Για τον Αντισθένη και τους μαθητές του, η Φιλοσοφία είναι καθαρά κοσμική σοφία, χαρακτηριστική είναι μάλιστα η ρήση του πρώτου ότι «τότε οι πόλεις χάνονται, όταν δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τους κακούς από τους καλούς», ενώ η Αρετή, αν και εξακολουθεί να παραμένει σκοπός του βίου, είναι κάτι το απολύτως πρακτικό που δεν χρειάζεται ούτε πολλά λόγια, ούτε επίπονη εκπαίδευση (Διογένης Λαέρτιος 6, 2).

Η Αρετή, που είναι κάτι το υπαρκτό, μπορεί να διδαχθεί με πολύ απλό τρόπο στον άνθρωπο, αφού η αρχή για τη μάθηση είναι η προσεκτική σπουδή των λέξεων «ΑΡΧΗ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ Η ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ» και αν μάλιστα αυτή (δηλ. η Αρετή) κάποτε κατακτηθεί, είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί.

Για τους «Κυνικούς», ο λόγος λειτουργεί μόνον στο να αποφαίνεται για το τι υπάρχει ή υπήρχε: «ΠΡΩΤΟΣ (ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ) ΩΡΙΣΑΤΟ ΛΟΓΟΝ, ΕΙΠΩΝ, ΛΟΓΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟ ΤΙ ΗΝ Ή ΕΣΤΙ ΔΗΛΩΝ» (Ed. Mullach, Fragmenta Philosophorum Graecorum, II, 283), ενώ τα αγαθά διακρίνονται μόνο σε δύο κατηγορίες, τα εξωτερικά (ιδιοκτησία, σωματική ηδονή, πολυτέλεια) και τα εσωτερικά.

Στα δεύτερα είναι που ανήκει το κατ’ εξοχήν ζητούμενο των φιλοσόφων, δηλαδή η ασφαλής γνώση της Αληθείας και του Εαυτού. Οι «Κυνικοί», κηρύσσουν ωστόσο μία «έμπρακτη» Ηθική, κατά την οποία η Αρετή όλως «παραδόξως» δεν εξαρτάται από τη Γνώση, αλλά είναι αποτέλεσμα ασκήσεως, εθισμού και αυτοελέγχου. Με πρότυπο τον Ηρακλέα, καλούν σε προσωπική αυτάρκεια μέσω της απαλλαγής από τις λεγόμενες ανάγκες, αλλά και μέσω της πορεύσεως σε έναν φυσικό τρόπο καθημερινού βίου, με απλότητα, σκληραγωγία και αυτοδιάθεση.

Ο «σοφός» των «Κυνικών» είναι ΑΥΤΑΡΚΗΣ, αφού έχει (με το να είναι τέτοιος) τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Δίνοντας συνεπώς έμφαση στον καθημερινό Τρόπο αντί στη Θεωρία, οι «Κυνικοί» επίγονοι του Αντισθένους, οι λεγόμενοι και «Αντισθενικοί», ταξίδευσαν με ιεραποστολική σχεδόν διάθεση από άκρου σε άκρο του Ελληνιστικού και Ρωμαϊκού κόσμου, ντυμένοι πτωχικά, μ’ ένα σακούλι στον ώμο για τη λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί σε όλους τους τομείς.

Κατά κανόνα αρνούμενοι ακόμη και εκείνους τους συγκεκριμένους τομείς της κοινωνικότητος που αναμφίβολα σεβόταν και τιμούσε ο ιδρυτής τους Αντισθένης, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους και καθιέρωσαν περισσότερο μία φιγούρα στάσεως, μορφής και συμπεριφοράς, παρά ένα οργανωμένο φιλοσοφικό σύστημα.

Σπουδαίος συνεχιστής των διδασκαλιών του υπήρξε ο εκ Σινώπης Διογένης. Διάδοχος αυτού αναφέρεται ο εκ Θηβών Κράτης οποίος δώρισε στη πατρίδα του όλη τη περιουσία του διάγοντας τη ζωή του με την -επίσης φιλόσοφο- σύζυγό του Ιππαρχία και με μόνη περιουσία τη ράβδο του (βακτηρία) και τον σάκο του (πήρα). Μαθητής δε αυτού ήταν ο εκ Μαρωνείας Μητροκλής ο οποίος και επινόησε νέο φιλολογικό είδος τις «Χρείες» το περιεχόμενο του οποίου αποτελούν παράδοξα και αστεία ανέκδοτα.

Όλοι οι παραπάνω αποτελούν την ομάδα των αρχαιοτέρων κυνικών. Νεότερη επιβίωση των Κυνικών αποτελούν οι νεότεροι Κυνικοί εκ των οποίων κυριότεροι είναι ο Βίων ο Βορυσθενίτης, ο Τέλης, ο Μένιππος εκ Γαδάρων, μαθητής του Μικροκλή, ο Μενέδημος, ο Φοίνιξ ο Κολοφώνιος, ο Κερκιδάς ο Μεγαλοπολίτης καθώς και οι επιγραμματοποιοί Ποσείδιππος, Μελέαγρος και Λεωνίδας ο Κυνικός.

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, της κυνικής αίρεσης οπαδοί υπήρξαν και ο Μάξιμος ο Αλεξανδρεύς (380) και ο Σαλλούστιος (460). Πολλά από τα δόγματα των Κυνικών και ιδίως τα περί απαθείας και ασκητικής εγκράτειας έγιναν αποδεκτά από τον χριστιανικό μοναχισμό.

Ο κυνισμός δεν είναι απλή φιλοσοφία

Είναι για την ακρίβεια ένας φιλοσοφικός τρόπος ζωής

Ασχολείται κυρίως με το πώς η σκέψη θα περάσει σε πρακτικό επίπεδο διότι αυτό κυρίως είναι που τον ενδιαφέρει. Είναι καλό να αναπτύσσεται η σκέψη και να προχωρά σε δρόμους άγνωστους αλλά είναι καλύτερο τούτοι οι δρόμοι να έχουν αντίκρισμα στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Αν δεν υπάρχει αυτό το αντίκρισμα, αν η σκέψη δεν μπορεί να είναι άμεσα εφαρμόσιμη επί του καθημερινού βίου τότε όσο καλή και να είναι όσο πρωτοποριακή και να φαίνεται η προσφορά της στο γίγνεσθαι είναι τόσο μικρή που την καθιστά ανίκανη να επηρεάσει τις ζωές μας και σε πολλές περιπτώσεις την καθιστά επικίνδυνη.

Τούτο διότι η σκέψη είναι εύπλαστη και υποκειμενική υπό την έννοια πως ο καθένας μπορεί στο μυαλό του να την διαμορφώσει όπως αυτός νομίζει ή καλύτερα όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Αντίθετα η σκέψη που έχει άμεση επίδραση στην καθημερινότητα ακριβώς λόγω αυτής της πρακτικότητας είναι δύσκολο να επιφέρει δυστυχείς καταστάσεις αφού κανείς μα κανείς άνθρωπος δεν σκέφτεται να πράξει για το πώς θα δυστυχήσει.

Σαφώς και άλλες αξιολογότατες φιλοσοφικές σχολές μπορούν να υπερηφανεύονται επί του πρακτέου υπάρχει όμως μια διαφορά. Η κυνική φιλοσοφία δεν ίδρυσε ποτές κτηριακές υποδομές δεν ζήτησε ποτέ χρήματα για να διδάξει και δεν έκανε επιλογή μεταξύ των ανθρώπων που θα διδαχθούν.

Απολύτως Ελεύθερος

Οποιοσδήποτε είναι απολύτως ελεύθερος να επιλέξει την κυνική φιλοσοφία με όποιο τρόπο αυτός θέλει, χωρίς περιορισμούς χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς δάσκαλο χωρίς χρήματα ανεξαρτήτως χρώματος ράτσας φυλής έθνους θρησκείας και ιδεολογίας. Αρκεί η Θέληση και αφού καταφέρει να μπει τότε θα καταλάβει πως όσοι δεν θέλουν είναι επειδή φοβούνται. Και είναι αλήθεια πως έχουν κάθε λόγο να φοβούνται αφού έχουν αρχής εξ’ αρχής ν’ αντιμετωπίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ένας πόλεμος σε διαρκή ανάπαυλα είναι η φιλοσοφία των κυνικών. Ένας διαρκής αδυσώπητος πόλεμος εναντίων του ίδιου μας του εαυτού χωρίς νικητή και νικημένο που τελειώνει μόνο με τον θάνατο. Όταν ένας κυνικός βλέπει τον εαυτό του τότε του είναι κατόπιν αδύνατον να μην σαρκάζει την κοινωνία όλη ως έχει. Διότι ο εαυτός μας είναι η κοινωνία μας που μέσα της ζούμε. Στην πραγματικότητα όλοι περίπου τα ίδια είμαστε σε πολλούς τομείς αλλά οι περισσότεροι αρνούμαστε να τα δούμε καν, πόσο μάλιστα να τα καυτηριάσουμε.

terrapapers.com_Diogenes (3)

Ελάχιστες αρχές

Δεν είναι πολλές οι αρχές που διέπουν τον κυνικό τρόπο ζωής. Αντιθέτως είναι ελάχιστες. Τόσο ελάχιστες που προκαλούν κάποιες φορές θυμηδία σε όσους αρέσκονται να περιπλέκουν πράγματα και καταστάσεις. Ολόκληρη η κυνική φιλοσοφία θα μπορούσε να περιοριστεί σε μια μόνο πρόταση. Κατά φύση ζην. Τούτη η μικρή προτασούλα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται απλοϊκή και λίγη, στην πραγματικότητα όμως περικλείει μέσα της τα πάντα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.

Πολλές φορές έχει ακουστεί πως δεν μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν σαν τα ζώα, όπως και τα ζώα δεν μπορούν να ζήσουν όπως οι άνθρωποι. Αυτό φαίνεται σαν όρος αληθής δεν είναι όμως. Δεν είναι διότι παραβλέπει το ουσιώδες, πως δηλαδή και οι άνθρωποι είναι ζώα. Διαφορετικά μεν από τ’ άλλα αλλά πάντως ζώα. Ανήκουμε ως είδος κι εμείς στο ζωικό βασίλειο, κατατασσόμαστε στην πανίδα τούτου του πανέμορφου πλανήτη και οι σταθερές που επηρεάζουν τα υπόλοιπα ζώα επηρεάζουν κι εμάς.

Εκεί λοιπόν που πρέπει να εστιάσουμε και δεν το κάνουμε είναι στην διαφορετικότητα. Αυτό που ξεχωρίζει εμάς είναι η Λ Ο Γ Ι Κ Η. Σ’ όλα τ’ άλλα είμαστε ίδιοι με τα ζώα, όμως το παραβλέπουμε κι αυτό είναι ανήθικο. Πολλά ζώα έχουν πανίσχυρη όσφρηση αλλά κανένα είδος δεν θέλησε να εξαφανίσει τον άνθρωπο που δεν μπορεί να μυρίσει. Αυτό το ουσιώδες τείνει να ξεχαστεί όσο ο πολιτισμός αναπτύσσεται κάνοντας μας να νομίζουμε πως είμαστε κάποιο ανώτερο ον αντί του διαφορετικού που είναι το ορθό.

Όσο και να θέλουμε όσο και να προσπαθήσουμε όσο και να αναπτύξουμε τον πολιτισμό μας δεν γίνεται να αποκοπούμε από την φύση μας παρά μόνο με οδυνηρά έως καταστρεπτικά μέχρι αφανισμού για εμάς αποτελέσματα. Είναι πλάνη να νομίζουμε πως μπορούμε να λειτουργήσουμε ασχέτως των φυσικών νόμων και δομών και τούτο ειδικά σήμερα που ο πολιτισμός έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη φαίνεται όλο και περισσότερο στα προβλήματα που δημιουργήσαμε τόσο στο οικοσύστημα όσο κυρίως σ’ εμάς τους ίδιους.

Θα μπορούσαμε να πούμε και δεν θα ήταν λάθος μια τέτοια σκέψη, πως ο κυνισμός είναι το μέτρο που προσπαθεί να συγκεράσει τον ανθρώπινο πολιτισμό με την φυσική εξέλιξη. Αυτή επί της ουσίας είναι η εργασία του κυνισμού. Το πώς δηλαδή η ανάγκη ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού θα είναι παράλληλη και σύμφωνη με την ανάγκη εξέλιξης του φυσικού κόσμου. Το πώς αυτές οι δύο ανάγκες θα λειτουργήσουν χωρίς η μία να προσπαθεί να αναιρέσει την άλλη είναι κατά τους κυνικούς όχι μόνο ζητούμενο αλλά ο δρόμος που θα μας δώσει την εξέλιξη εκείνη που δεν θα έχει ημερομηνία λήξης.

Τα όρια της εξέλιξης

Το ζωικό βασίλειο (μέρος του οποίου είμαστε και οι άνθρωποι) εξελίσσεται και αυτό πολλές φορές εις βάρος του ευρύτερου φυσικού συνόλου αλλά όμως αυτή η εξέλιξη είναι ασυνείδητη και μέχρι του σημείου όπου μπορεί να γίνει ανεκτή. Πέραν του οριακού αυτού σημείου η ανάπτυξη σταματά με τρόπο βίαιο και καθοριστικό, πολλές φορές δε με τεράστια μείωση πληθυσμού ούτως ώστε τούτος να καταστεί ακίνδυνος για το φυσικό σύνολο.

Η διαφορά όμως του ανθρώπου από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι πως οι άνθρωποι εξελίσσονται πλέον συνειδητά και όχι ασυνείδητα και ως εκ τούτου θα πρέπει να φροντίσουν ώστε η δική τους ανάπτυξη να μην φτάσει ποτέ στο όριο της καταστροφής. Είμαστε το μοναδικό είδος πάνω στον πλανήτη που ξέρουμε πως κάποια στιγμή θα πεθάνουμε και αυτό είναι που καλείται ο κυνισμός να βοηθήσει να εκμεταλλευτούμε.

Διότι για τον κυνισμό η γνώση της θνητότητας είναι προτέρημα που θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε δημιουργικά εν γνώση μας πως αφού εμείς θα εκλείψουμε ας αφήσουμε πίσω μας κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαμε. Γι αυτό τον λόγο είναι που ο κυνικός δεν ασχολείται με τον θάνατο. Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε.

Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε.

Όχι στην αχαλίνωτη ανάπτυξη

Έχει γραφτεί πως ο κυνισμός είναι ενάντιος στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της τεχνολογίας. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι. Στην πραγματικότητα ο κυνισμός είναι αντίθετος στην αχαλίνωτη ανάπτυξη και όχι γενικώς στην ανάπτυξη. Θεωρεί πως η όποια ανάπτυξη θα πρέπει να εφαρμόζεται με κριτήριο την γενικότερη αποδοχή και προσφορά στην φύση και όχι στηριζόμενη αποκλειστικά στην ευμάρεια και τον ωφελιμισμό μας.

Με την λογική πως αυτό που ωφελεί τους ανθρώπους δεν είναι απαραίτητα ωφέλιμο και στην φύση θέτει κριτήριο χρηστικότητας τον απαράβατο όρο του αέναου κύκλου της ζωής. Αυτός και μόνο ο όρος είναι αρκετός νομίζω για να αντιληφθούμε πως οι κυνικοί ήταν ανέκαθεν και θα είναι αντιπαθείς και μισητοί πολλές φορές από το σύστημα εξουσίας (το όποιο σύστημα) και πλουτισμού, αφού είναι ουκ ολίγες οι περιπτώσεις που έρχεται σε ανοιχτή σύγκρουση με αυτό διατρανώνοντας την προαναφερθείσα λογική και καθιστώντας την ως τροχοπέδη στην απληστία που διακατέχει τις κοινωνίες. Δεν είναι τυχαίο, δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι κυνικοί πέρασαν στην ιστορία για την αντισυμβατικότητά τους.

Δεν είναι τυχαίο πως σήμερα όταν λέμε πως κάποιος είναι κυνικός εννοούμε πως χλευάζει βρίζει και μεμψιμοιρεί την κοινωνία. Πρόκειται ουσιαστικά (όλη αυτή η εικόνα που έχει δοθεί) για μια μέσω στρέβλωσης αντίδραση του συστήματος ενάντια στην κυνική σκέψη. Ναι είναι γεγονός πως εμείς οι κυνικοί δαγκώνουμε. Δαγκώνουμε και τους φίλους και τους εχθρούς μα περισσότερο δαγκώνουμε τους αμέτοχους, τους ουδέτερους, τους αναξιοπαθούντες. Ενώ όμως όλοι στέκονται στο δάγκωμα κανείς μα κανείς δεν αναρωτιέται το γιατί οι κυνικοί δαγκώνουν.

Επιχειρώντας μια πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας τα θύματα της χλεύης των κυνικών καλύπτονται κάτω από τις πληγές τους περιφέροντάς τες στην αγορά και παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως θύματα ενώ η πραγματικότητα είναι εντελώς ανάποδη. Αναρωτιούνται δηλαδή γιατί δέχτηκαν τις δαγκωματιές αλλά δεν αναρωτιούνται τι έκαναν και προκάλεσαν αυτές. Κάνουν πως αγνοούν την αιτία και στέκονται στις αφορμές παραπλανώντας πρώτα απ’ όλα τον ίδιο τους τον εαυτό.

Συνηθίζουμε για παράδειγμα να λέμε πως κάποιος μίλησε κυνικά όταν λέει την ωμή αλήθεια. Ενώ αν έλεγε ψέματα δεν θα μίλαγε κυνικά. Εμμέσως πλην σαφώς δηλαδή θεωρούμε τον φιλαλήθη Κυνικό και άρα κακό περίεργο τραχύ και λοιπά ωραία κι έτσι καλό και άριστος είναι ο ψεύτης. Το περίεργο, η στρέβλωση είναι πως δεν θεωρεί κανείς υπεύθυνη για όλα αυτά την αλήθεια, αλλά αυτόν που την είπε. Κυνικός όποιος λέει την αλήθεια λοιπόν, έστω αν μέσα μας όλοι γνωρίζουμε πως δεν φταίει ο Κυνικός που αυτή είναι η αλήθεια.

Ο Κέρβερος του Πολιτισμού

Η σκέψη των Κυνικών λειτουργεί σαν ο Κέρβερος του πολιτισμού κι έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Όσο δεν φταίει ο κέρβερος αν κάποιος μπει στα χωράφια του, άλλο τόσο δεν φταίει και ο κυνικός αν με τον τρόπο του κάποιος προσβάλει την φύση του και κατ’ επέκταση την φυσική ροή των πραγμάτων.

Είναι αρχή της Κυνικής φιλοσοφίας πως οι άνθρωποι δεν έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τα υπόλοιπα όντα τούτου του πλανήτη. Έχουν περισσότερα θέλω και όχι περισσότερες ανάγκες και είναι ο κυνισμός αυτός που περιορίζει τα θέλω μέχρι εκεί που δεν θα βλάπτουν τις ανάγκες του φυσικού συνόλου. Προσοχή, όχι τις ανάγκες του ανθρώπινου κοινωνικού συνόλου αλλά τις ανάγκες του φυσικού συνόλου.

Στον κυνικό τρόπο σκέψης ο κόσμος μας δεν είναι ανθρωποκεντρικός. Ούτε καν θα πρέπει να στοχεύει προς εκεί. Ο άνθρωπος έχει την θέση του μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά δεν υπάρχει ο κόσμος για να ευνοεί αποκλειστικά τον άνθρωπο παρά μόνο ως μέρος του όλου. Οι επιθυμίες των ανθρώπων δεν μπορούν και δεν έχουν δικαίωμα να είναι ανώτερες της ανάγκης των άλλων υπάρξεων. Ναι στις επιθυμίες αλλά όχι ανεξέλεγκτα και εφ’ όσον έχουν καλυφθεί πρώτα οι ανάγκες τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης γενικότερα.

Είναι αδιανόητο οι επιθυμίες των ανθρώπων να θεωρούνται ανώτερες των φυσικών αναγκών και πέρα από αδιανόητο είναι υβριστικό, ανίερο και μιαρό να θεωρούμε πως οι επιθυμίες μας είναι ανάγκες. Ακόμα και στην περίπτωση που οι άνθρωποι καλύψουν όλες τους τις ανάγκες πολύ λίγο δικαιούνται να κυνηγήσουν τις επιθυμίες τους αν πρώτιστα δεν φροντίσουν και τις ανάγκες του κόσμου.

Αλλά ακόμα και στην υποθετική περίπτωση όπου οι ανάγκες όλων των όντων έχουν καλυφθεί ακόμα και τότε οι επιθυμίες των ανθρώπων πρέπει πρώτα να περνάνε από το κόσκινο της ανταποδοτικότητας προς την Φύση και κατόπιν να εφαρμόζονται. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο κυνισμός είναι το πρώτο ολιστικό φιλοσοφικό ρεύμα που παρουσιάστηκε και ίσως το μοναδικό που εξακολουθεί να υπάρχει αυτούσιο χωρίς να μεταβάλει τις αρχές και τις αξίες του.

Πλούτος, εξουσία και ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη είναι επιθυμίες που πρέπει να αποφεύγονται αφού δεν ορίζουν το σύνολο αλλά αφορούν αποκλειστικά τις κοινωνίες των ανθρώπων. Εδώ όμως αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα. Αφού η κοινωνία πρέπει να είναι φυσιολατρική λειτουργώντας σε σχέση με την φύση, σημαίνει πως αυτό που πρέπει καταρχήν να οριστεί είναι η ίδια η κοινωνία.

terrapapers.com_Diogenes (6)

Εν τάχει οι Αρχές Κυνικής φιλοσοφίας

ΘΕΣΗ 1. Κατά τους «Κυνικούς», η Φιλοσοφία οφείλει ν’ ασχολείται με την καθημερινή ζωή και με κάθε τι που είναι συγκεκριμένο και απτό και να παρακάμπτει, ως ματαιοπονία, τον κόσμο των αφηρημένων εννοιών. Για την Αρετή, η οποία ορίζεται ως σκοπός της ζωής, δεν απαιτείται πολυμάθεια, και στην κατάκτησή της δεν συντελεί διόλου η μελέτη πολύπλοκων αντικειμένων όπως η Γεωμετρία, η Μουσική και η Λογοτεχνία. Ανίσχυρες και παραπλανητικές είναι επίσης όλες οι ενασχολήσεις με μεταφυσικά, γλωσσολογικά και επιστημονικά ζητήματα. Ως βασικά εργαλεία διακίνησης των ιδεών της Σχολής αναγνωρίζονται μόνον το έμπρακτο παράδειγμα και η συγγραφή «διατριβών» και «σάτυρας».

ΘΕΣΗ 2. Σημαντικό είναι το απτό Ατομο και όχι η αόριστη και γενική έννοια «Ανθρωπότης» και η λεγομένη «κοινή ανθρώπινη φύσις». Το «καλό» ισχύει για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, σε προσωπική βάση και η «ευδαιμονία» αποκτάται με την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής εσωτερικής αυτάρκειας μέσω της απελευθερώσεως από τις μεταβολές της Τύχης και των άλλων εξωτερικών του εαυτού (απειλητικών προς αυτόν) δυνάμεων του κόσμου. Ο «ευδαίμων» άνθρωπος οφείλει να είναι επιμόνως αδιάφορος και υπομονετικός απέναντι στις όποιες συμφορές.

Το κέντρο βάρους της ηθικής και της συνειδησιακής αλλαγής τοποθετείται από τους Κυνικούς αποκλειστικώς στο Ατομο, πέρα από κάθε εξωτερικό δεδομένο, όπως θεσμούς, συνήθειες, απόψεις, έξεις, κανόνες, παρορμήσεις, σχέσεις. Η όποια αλλαγή και βελτίωση είναι αποκλειστικώς εσωτερική ανθρώπινη υπόθεση, εντελώς ανεξάρτητη από την όποια κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. Η εσωτερική συνειδησιακή αλλαγή είναι απείρως πιο σημαντική από κάθε πολιτικοκοινωνική τέτοια, σε βαθμό που η τελευταία να καθίσταται ακόμη και αδιάφορη.

ΘΕΣΗ 3. Να αντιμετωπισθούν με τη μέγιστη περιφρόνηση τα όσα αιχμαλωτίζουν τους ανθρώπους στα δεσμά των «αναγκών», δηλαδή ο πλούτος, η πολυτέλεια, τα αξιώματα, η δόξα, οι απολαύσεις κ.ά. Η ειρήνη του πνεύματος και η ακμή του σώματος, κατακτώνται μέσω μίας απλής και λιτής διαβιώσεως, της λεγόμενης «εντίμου πενίας». Στον άμετρο και αφιλοσόφητο άνθρωπο, τα αποκτήματα κατά κανόνα γίνονται αδυσώπητοι και εκνευριστικοί κτήτορες, και η λεγομένη «κοινωνική θέση» ή τα διάφορα αξιώματα γίνονται δυνάστες των κατόχων τους, τους οποίους εν τέλει καταπίνουν.

Ο Κράτης αποκαλεί «ημιονηγούς» τους στρατηγούς, ενώ κατά τον Διογένη ο «Κυνικός» είναι πιο προνομιούχος από τον θεωρητικώς ισχυρότερο όλων των ανθρώπων, τον τύραννο, επειδή ο τελευταίος έχει πάρα πολλά να χάσει, άρα και πάρα πολλές αιτίες για να φοβηθεί (Δίων Χρυσόστομος 8, 17). Ενώ ο τύραννος τρέμει συνεχώς, ο «Κυνικός» δεν φοβάται απολύτως τίποτε, διότι δεν έχει, ή δεν θεωρεί, τίποτε δικό του, αλλ’ αντιθέτως, χαλαρωμένος και εσαεί ελεύθερος, κυριαρχεί απολύτως πάνω στον φόβο του ως «το μόνο πράγμα που όντως έχει νόημα να φοβάται κανείς».

ΘΕΣΗ 4. Η εμπειρία και η μέσω των αισθήσεων αντίληψη, αποτελούν τη μοναδική πηγή της Γνώσεως. H μεγαλύτερη από όλες τις ανοησίες είναι το να παίρνει κανείς την ίδια τη ζωή στα σοβαρά, ή, έστω, περισσότερο σοβαρά από όσο η ίδια η φύση της απαιτεί, ως διαδρομή περισσότερο παρά ως άπαν. Ο βίος δεν είναι παρά μία διασκεδαστική περιπέτεια, μία πόρευση μέσα από φιλικά ή εχθρικά δεδομένα και καταστάσεις, και ο θάνατος απλώς το υποχρεωτικό πέρασμα εκτός του εμβίου κόσμου σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή, άρα παντελώς αδιάφορος.

Οι νεκροί εκ των πραγμάτων δεν υποφέρουν, οι δε ζώντες για να μην υποφέρουν οφείλουν πρωτίστως να κατανικήσουν τον φόβο του θανάτου. Όπως τονίζει ο Διογένης, η ετοιμότητα του ανθρώπου να πεθάνει ανά πάσα στιγμή είναι εκείνη που τον κάνει πραγματικά ευτυχή και ελεύθερο.

ΘΕΣΗ 5. Ως συνέπεια των ανωτέρω, οι Κυνικοί, όπως και οι Στωϊκοί με την αυτή συλλογιστική βάση, επιδοκιμάζουν την «εύλογον» αυτοκτονία, δηλαδή την εθελουσία αποχώρηση από τον βίο ως το κατεξοχήν και πάντοτε πρόχειρο εργαλείο εξασφαλίσεως Αξιοπρέπειας και Ελευθερίας. Το ίδιο επιδοκιμάζουν την ευσπλαχνική ευθανασία και όχι αδίκως βεβαίως, αφού, όπως σημειώνει ο Τζαίησον Ξενάκης, «η στάση απέναντι στο δικαίωμα των ανθρώπων να πεθάνουν είναι σημαντική ένδειξη για το πόσο ανθρωπιστική είναι μία κοινωνία».

Κανείς δουλοκτήτης και δουλοποιός δεν αρέσκεται στην ιδέα πως ανά πάσα στιγμή είναι εφικτή η οριστική απόδραση κάποιων δούλων του, ή ακόμη και όλων των δούλων του και δεν είναι διόλου συμπτωματική η καταδίκη κάθε εθελουσίας αποχωρήσεως από τις γνωστές οργανωμένες Θρησκείες που συνεργάζονται στενά με συστήματα πολιτικο-οικονομικού εξουσιασμού.

ΘΕΣΗ 6. Ο πραγματικά Κυνικός στέκει αντίθετος στη χρήση γενικών εννοιών και να καλλιεργεί τον αντιϊδεαλισμό και τον σχετικισμό. Η «Αρετή» και η «Κακία» υπό την κυρίαρχη, συμβατική και γενική χρήση τους, είναι απλώς λέξεις κενές.

ΘΕΣΗ 7. Υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη «Φύση» (η οποία στηρίζεται στο «Είναι») και το «Νόμο» (ο οποίος στηρίζεται στο «Έθιμον»). Όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί είναι συμβατικοί και τεχνητοί, αλλά και αμείλικτοι στραγγαλιστές της ατομικής ελευθερίας αν κανείς διαπράξει το σφάλμα να τους πάρει στα σοβαρά. Η πραγματική απελευθέρωση επιτυγχάνεται μέσω της εκ θεμελίων επαναξιολογήσεως όλων των αξιών και της συνειδητοποιήσεως του απρόσμενα μεγάλου αριθμού πραγμάτων που μπορούν να διαγνωσθούν και εν συνεχεία ν’ αντιμετωπισθούν ως περιττά ή παντελώς άχρηστα.

Πολιτισμός σημαίνει κατακλυσμός από άχρηστα αντικείμενα, σκουπιδοπαραγωγή, σκουπιδοσυλλογή, σκουπιδαποθησαύρισμα και σκουπιδολατρία, συνεπώς ο «Κυνικός» οφείλει να διαβιεί με τρόπο που ν’ αποδεικνύει το πόσο ελάχιστα είναι τα πράγματα τα οποία όντως απαιτεί ένας βίος Ελευθερίας και Αυτο-εξαρτήσεως. Το ιδανικό του «Κυνικού», είναι η πλήρης απουσία των οποιωνδήποτε δεσμών. Όταν μηδενίζεται η ένταξη, μηδενίζονται οι απώλειες και συνεπώς ο άνθρωπος μένει αυτάρκης, αυτεξούσιος και ευδαίμων, όπως ένας ένσαρκος Θεός, του οποίου οι πραγματικές ανάγκες περιορίζονται στη βιολογική διατήρηση και μόνον εκεί. Οι πραγματικοί Θεοί θεωρούνται τέτοιοι, επειδή ακριβώς δεν χρειάζονται απολύτως τίποτε και η Αυτάρκεια είναι πρωτεύον χαρακτηριστικό τους.

ΘΕΣΗ 8. Ως υπογράμμιση της ανθρώπινης Αυτάρκειας, ο Κυνικός δεν χρειάζεται καν τον λεγόμενο προσωπικό χώρο, για τον οποίο πασχίζουν σε όλον τους τον βίο οι άλλοι άνθρωποι, αλλ’ αντιθέτως λειτουργεί πάντοτε δημοσίως, ακόμη και στις περιπτώσεις του φαγητού, του ύπνου ή και αυτού ακόμη του ερωτισμού. Σε αντίθεση προς τα ισχύοντα, το να κρύβεται κανείς καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για τον «Κυνικό» αποτελεί όνειδος, επειδή καταδεικνύει φοβικότητα, υποκρισία και αρρωστημένη μυστικοπάθεια. Ο Κράτης και η Ιππαρχία κάνουν δημοσίως έρωτα, ενώ ο Διογένης, αυνανιζόμενος στο κέντρο της Αγοράς, αναφωνεί ότι είναι κρίμα από τη φύση να μη μπορούν οι θνητοί να χορτάσουν αναλόγως την πείνα τους χαϊδεύοντας απλώς την κοιλιά τους.

ΘΕΣΗ 9. Για τους Κυνικούς οι θρησκείες είναι «προϊόντα ανθρώπινης συνήθειας». Κατ’ αυτούς, ο Κόσμος διοικείται από έναν «Θείο Νού» που δεν μπορεί ν’ αναπαρασταθεί με εικόνα διότι, απλώς, τίποτε επί γης δεν ομοιάζει προς αυτόν. Οι Θεοί πάντως του Εθνικού Πολυθεϊσμού, μπορούν να θεωρηθούν «πολλές μορφές» αυτού του «Θείου Νοός», οπότε η ερμηνεία της φύσεώς τους καθίσταται δυνατή μέσω της αλληγορίας.

ΘΕΣΗ 10. Η Αρετή είναι διδακτέα και από τη στιγμή που θα κατακτηθεί είναι παντελώς αδύνατον να απωλεσθεί. Ο κάτοχός της, ο Κυνικός σοφός, είναι απολύτως ελεύθερος και αυτάρκης, αφού, με το να είναι τέτοιος, κατέχει όλον τον πλούτο που μπορεί να αφορά την ανθρώπινη φύση. Σε αντίθεση προς αυτό που πάρα πολλοί πιστεύουν, η αντισυμβατικότητα του «Κυνικού» δεν είναι απλώς ένα εντόνως δραματικό μέσον για την επίτευξη ενός σκοπού ή για την άμεση ενόχληση του μέσου, συμβατικού ανθρώπου, με την ελπίδα ενός πιθανού αφυπνιστικού σοκ, αλλά αποτελεί, όπως πολύ σωστά τόνισε ο Ξενάκης, «αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητος του Κυνικού, που είναι ακέραιος και συνεπής. Αυτό που λέει το εννοεί και αυτό που πρεσβεύει το εφαρμόζει».

Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε. Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε !!!

@Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ