Topics:

Η Ποίηση των Ονείρων

«Το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι του κόσμου κοιμούνται κάποιες ώρες κάθε ημέρα, κοιμούνται κι ονειρεύονται, μας καθιστά όλους μέλη μιας παγκόσμιας μυστικής αδελφότητας, εκείνης του ύπνου και των ονείρων. Είμαστε όλοι μυστικοί πολίτες μιας...

Η Ποίηση των Ονείρων

«Το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι του κόσμου κοιμούνται κάποιες ώρες κάθε ημέρα, κοιμούνται κι ονειρεύονται, μας καθιστά όλους μέλη μιας παγκόσμιας μυστικής αδελφότητας, εκείνης του ύπνου και των ονείρων. Είμαστε όλοι μυστικοί πολίτες μιας χώρας εσωτερικής που δεν γνωρίζει σύνορα, για την οποία ο καθένας αποκτά την πρόσβαση ξαπλώνοντας στο κρεβάτι του» Τζακ Λόντον

-Γνωρίζουμε ότι η συνείδηση ενοικεί σε κάθε ανθρώπινο ον, παρ’ όλα αυτά κατέχουμε την αντίληψη μόνο του δικού μας νου. Μερικές φορές ξυπνάμε, φευγαλέα μας παρουσιάζεται μία αινιγματική γνώση, είμαστε βέβαιοι ότι ο νους μπορεί να υπάρξει ξεχωριστά από εμάς.

-Jorge Louis Borges: Λοιπόν, μου φαίνεται ότι αυτή είναι μια ερώτηση πάνω στην φύση του σολιψισμού, έτσι δεν είναι; Τώρα δεν πιστεύω πλέον στο σολιψισμό, γιατί αν πίστευα κάτι τέτοιο στο τέλος θα παραφρονούσα. Όμως, φυσικά, είναι πολύ παράξενο το γεγονός ότι υπάρχουμε. Επίσης, τελικά νιώθω ότι αυτή την στιγμή δεν σε ονειρεύομαι, ή, ας το θέσουμε αλλιώς, ότι δεν με ονειρεύεσαι. Θα μπορούσε να συμβαίνει όμως, είναι συναρπαστική ιδέα, και γιατί να στερήσουμε από τον εαυτό μας την πιθανότητα ύπαρξης των συναρπαστικών πραγμάτων;

Αλλά, το να αναρωτιέσαι για την ζωή και για την φύση της πραγματικότητας, είναι η αληθινή ουσία της Ποίησης. Ολόκληρη η Ποίηση συνίσταται στην αίσθηση ότι όλα τα πράγματα είναι παράξενα, ενώ ολόκληρη η Ρητορική στο να σκεφτόμαστε όλα τα πράγματα ως κοινότυπα, ως πολύ φανερά. Φυσικά προβληματίζομαι πάνω στο γεγονός της ύπαρξής μου, της ύπαρξής μου μέσα σ’ ένα ανθρώπινο σώμα, κοιτώντας μέσα από μάτια, ακούγοντας μέσα από αυτιά, και ούτω καθεξής. Και ίσως οτιδήποτε έχω γράψει ποτέ, να είναι μια μεταφορά, μια απλή παραλλαγή πάνω σε εκείνο το κεντρικό θέμα του παζλ που αποτελούν όλα τα πράγματα.

Σ’ αυτήν την περίπτωση, υποθέτω, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην Φιλοσοφία και στην Ποίηση, αφού και οι δυο τους στέκουν πάνω σ’ αυτό το δέος για το παζλ της ζωής και του κόσμου. Εκτός από το ότι, στην περίπτωση της Φιλοσοφίας, οι απαντήσεις δίδονται με λογικό τρόπο, ενώ στην περίπτωση της Ποίησης χρησιμοποιούμε μεταφορές. Αν χρησιμοποιείς μια γλώσσα, είσαι υποχρεωμένος να χρησιμοποιείς μεταφορές όλη την ώρα. Εφόσον γνωρίζετε το έργο μου (αν και δεν το σκέφτομαι ως «έργο»), εφόσον γνωρίζετε τις «ασκήσεις» μου, υποθέτω πως έχετε νιώσει ότι προβληματιζόμουν συνεχώς πάνω στο κάθε τι, και πως προσπαθούσα να βρω μία βάση για τον προβληματισμό μου.

-Στην διάλεξη που δώσατε στο Σινσινάτι, όταν ένας θαυμαστής σας είπε «Να ζήσεις χίλια χρόνια.» εσείς απαντήσατε «Με ευτυχία προσμένω ανυπόμονα τον επικείμενο θάνατό μου.» Τι εννοούσατε μ’ αυτό;

-Εννοώ ότι όταν είμαι δυστυχισμένος –κι αυτό συμβαίνει τόσο συχνά σε όλους μας– βρίσκω μια αληθινή παρηγοριά στην σκέψη ότι σε μερικά χρόνια, ίσως και σε μερικές μέρες, θα είμαι νεκρός και τότε όλα αυτά δεν θα έχουν καμία σημασία. Περιμένω με ανυπομονησία να σβηστώ από την πραγματικότητα. Αλλά αν σκεφτόμουν ότι ο θάνατός μου θα είναι απλά μια παραίσθηση, ότι μετά το θάνατο θα συνέχιζα να υπάρχω, τότε θα ένιωθα πολύ, μα πάρα πολύ, δυστυχισμένος. Διότι, στ’ αλήθεια, είμαι κουρασμένος και έχω βαρεθεί τον εαυτό μου.

Βέβαια, αν γινόταν να συνεχίσω να υπάρχω μετά το θάνατο, αλλά να μην έχω καμία ανάμνηση από τον εαυτό μου, καμία προσωπική ανάμνηση ότι κάποτε υπήρξα ο Μπόρχες, τότε, σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν θα μ’ ένοιαζε. Μπορεί να υπήρξα εκατοντάδες παράξενοι άνθρωποι πριν γεννηθώ, αλλά τώρα δεν με απασχολεί αυτό, αφού τους έχω ξεχάσει. Όταν σκέφτομαι την θνητότητα, το θάνατο, σκέφτομαι αυτά τα πράγματα με ελπίδα, με προσμονή. Θα μπορούσα να πω ότι είμαι διψασμένος για το θάνατο, θέλω να πάψω πια να ξυπνώ κάθε πρωί βρίσκοντας τον εαυτό μου εδώ: «Λοιπόν, να ‘μαι πάλι, πρέπει να επιστρέψω πίσω στον Μπόρχες.»

Ξέρετε, υπάρχει μία λέξη στα Ισπανικά, ίσως την γνωρίζετε, αναρωτιέμαι αν χρησιμοποιείται ακόμη, αντί να πεις «να ξυπνήσω» λες «recordase», που σημαίνει «να καταγράψω τον εαυτό μου» («to record yourself»), να θυμηθώ τον εαυτό μου. Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει «Que me recuerde a las ocho» θέλω να καταγραφώ στον εαυτό μου στις οκτώ. Κάθε πρωί έχω αυτήν την αίσθηση, γιατί είμαι λίγο-πολύ ανύπαρκτος. Έπειτα, όταν ξυπνώ, πάντα νιώθω προδομένος. Γιατί, να λοιπόν, εδώ είμαι πάλι. Το ηλίθιο παιχνίδι συνεχίζεται. Είμαι υποχρεωμένος να είμαι κάποιος.

Πρέπει να είμαι ακριβώς αυτός ο κάποιος. Έχω συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Μία από τις δεσμεύσεις είναι να ζήσω κατά την διάρκεια όλης της ημέρας, γι’ ακόμη μία φορά. Τότε βλέπω όλη αυτή την ρουτίνα μπροστά μου, και όλα τα πράγματα φυσικά με κουράζουν. Βέβαια, όταν είσαι νέος δεν νιώθεις έτσι. Νιώθεις υπέροχα και λες «πόσο χαρούμενος είμαι που είμαι πάλι πίσω σ’ αυτόν τον υπέροχο κόσμο». Αλλά δεν νομίζω ότι ένιωθα ποτέ έτσι, ακόμη κι όταν ήμουν νέος. Ειδικά όταν ήμουν νέος. Τώρα, απλά θέλω να παραιτηθώ. Τώρα ξυπνώ και λέω: πρέπει να αντικρίσω άλλη μια μέρα. Τ’ αφήνω εκεί. Υποθέτω ότι οι άνθρωποι τα νιώθουν αυτά με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, αφού πολλοί άνθρωποι σκέφτονται την αθανασία ως ένα είδος υπέρτατης ευτυχίας. Ίσως απλά δεν συνειδητοποιούν τι συμβαίνει.

-Δεν συνειδητοποιούν ποιο πράγμα;

-Το γεγονός ότι το να συνεχίζουμε να ζούμε πιο πέρα και πιο πέρα θα ήταν τρομερό.

-Θα είναι άλλη μία Κόλαση, όπως λέτε σε μία από τις ιστορίες σας.

-Ναι, θα είναι, ναι. Αφού αυτή η ζωή είναι ήδη μία Κόλαση, γιατί να συνεχίζεις για περισσότερη και περισσότερη Κόλαση, για όλο και μεγαλύτερες δόσεις;

-Ας πούμε, για διακόσια χρόνια;

-Ναι. Βέβαια, θα μπορούσατε να πείτε ότι αυτά τα διακόσια χρόνια δεν υπάρχουν. Γιατί αυτό που αληθινά υπάρχει είναι μόνο η παρούσα στιγμή. Η παρούσα στιγμή βαραίνει από το παρελθόν και αναριγεί από τον φόβο του μέλλοντος. Αλήθεια, πότε μιλάμε για την παρούσα στιγμή; Αφού η παρούσα στιγμή είναι μία τόσο αφηρημένη έννοια όσο και το παρελθόν ή το μέλλον. Στην παρούσα στιγμή, πάντα έχεις ένα είδος παρελθόντος και ένα είδος μέλλοντος. Γλιστράς συνεχώς από το ένα στο άλλο. Δεν υπάρχει βάση, τίποτε σταθερό για να πατήσεις. Δεν υπάρχει παρούσα στιγμή, τι παράξενο.

-Αλλά, αναμφίβολα, είχατε πολλές στιγμές ευχαρίστησης κατά την διάρκεια της ζωής σας.

-Ναι, υποθέτω πως όλοι τις έχουν. Αλλά αναρωτιέμαι. Μου φαίνεται ότι αυτές οι στιγμές είναι ίσως καλύτερες όταν τις θυμάσαι. Διότι όταν είσαι ευτυχισμένος δεν είσαι και τόσο συνειδητός σε ό,τι συμβαίνει. Το να είσαι συνειδητός οδηγεί στην δυστυχία.

-Το να είσαι συνειδητός για την ευτυχία σου συχνά αφήνει χώρο για να εισβάλλει η αμφιβολία.

-Αλλά νομίζω ότι γνώρισα στιγμές ευτυχίας. Φαντάζομαι ότι όλοι τις έχουν. Υπάρχουν ωραίες στιγμές, ας πούμε, να αγαπάς, να σ’ αγαπούν, να καβαλάς ένα άλογο, να κολυμπάς, να μιλάς με ένα φίλο, ας πούμε, η συζήτηση, το διάβασμα, ακόμη και το γράψιμο, ή μάλλον όχι το να γράφεις αλλά το να εφευρίσκεις, να επινοείς κάτι. Όταν μετά κάθεσαι κάτω για να το γράψεις, τότε δεν είσαι πια ευτυχισμένος επειδή πλέον σε απασχολούν τα τεχνικά προβλήματα. Αλλά όταν σκαρφίζεσαι κάτι, τότε υποθέτω μπορεί να σου επιτραπεί να είσαι ευτυχισμένος.

Και υπάρχουν στιγμές όταν γλιστράς μέσα στον ύπνο, όταν πέφτεις γλυκά να κοιμηθείς, και τότε νιώθεις ευτυχισμένος, ή τουλάχιστον εγώ το νιώθω. Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήρα υπνωτικά χάπια. Έλεγα στον εαυτό μου: «Τώρα που ακούω εκεί έξω αυτό το τραμ να στρίβει την γωνία, δεν θα προλάβω να ακούσω το θόρυβο να απομακρύνεται γιατί θα έχω κοιμηθεί» Τότε, ένιωθα πάρα πολύ ευτυχισμένος. Σκεφτόμουν την αναισθησία.

-Εγώ, όταν αναζητούσα τον εαυτό μου, ανακάλυψα ότι όσο βαθύτερα νόμιζα ότι καταδυόμουν στον εαυτό μου, τόσο πιο πολύ αυτός εξαφανιζόταν, εγώ εξαφανιζόμουν, ώσπου ήμουν αβέβαιος για τα πάντα, ακόμη και για την ίδια μου την ύπαρξη.

-Λοιπόν, νομίζω ότι ο Χιούμ είπε, “όταν έψαχνα για τον εαυτό μου δεν έβρισκα ποτέ κανέναν στο σπίτι” δυστυχώς, έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος.

-Σ’ αυτήν την πορεία, πηγαίνουμε συνεχώς από την ονειροπόληση στον εφιάλτη.

-Εγώ βλέπω εφιάλτες σχεδόν κάθε νύχτα. Είδα έναν σήμερα το πρωί. Αλλά δεν ήταν αληθινός εφιάλτης.

-Τι ακριβώς ήταν;

-Βρήκα τον εαυτό μου σε ένα πολύ μεγάλο κτίριο. Ήταν φτιαγμένο από τούβλα. Πολλά άδεια δωμάτια. Μεγάλα άδεια δωμάτια. Έπειτα άρχισα να πηγαίνω από το ένα στο άλλο, και φαινόταν να μην υπάρχουν πόρτες εξόδου. Τα βήματά μου με οδηγούσαν πάντα σε εσωτερικές αυλές. Έπειτα από αρκετή ώρα, καθώς πήγαινα πάνω-κάτω, άρχισα να φωνάζω μήπως με ακούσει κάποιος, αν ήταν κανείς κάπου εκεί, αλλά δεν ήταν κανένας.

Αυτό το τεράστιο και ανέμπνευστο κτίριο ήταν τελείως άδειο, και είπα στον εαυτό μου, μα, βέβαια, αυτό είναι το όνειρο του λαβύρινθου! Έτσι, δεν πρόκειται να βρω καμία έξοδο, κι έτσι δεν έχω παρά να καθίσω κάτω σε ένα από τα δωμάτια και να περιμένω: και μερικές φορές ξυπνάω. Και ακριβώς αυτό συνέβη. Μόλις το συνειδητοποίησα και είπα, αυτό είναι το όνειρο με το λαβύρινθο, κι αφού ήξερα ήδη τα πάντα γι’ αυτό, δεν αφέθηκα να παρασυρθώ από τον λαβύρινθο. Απλά κάθισα κάτω στο πάτωμα.

-Και περιμένατε μέχρι να τελειώσει το όνειρο.

-Περίμενα για λίγο κι έπειτα ξύπνησα…

-Έχετε κι άλλους επαναλαμβανόμενους εφιάλτες; Ποιοι είναι αυτοί;

-Έχω δυο-τρεις. Αυτή την στιγμή νομίζω ότι το όνειρο με το λαβύρινθο είναι το πιο συχνό. Αλλά έχω κι ένα άλλο που προέρχεται από την τυφλότητά μου. Είναι ο εφιάλτης κατά τον οποίον προσπαθώ να διαβάσω και δεν τα καταφέρνω γιατί οι χαρακτήρες των γραμμάτων ζωντανεύουν, διότι κάθε γράμμα μεταμορφώνεται συνέχεια σε άλλα γράμματα, κι έπειτα οι λέξεις στην αρχή είναι πολύ μικρές όταν προσπαθώ να τις διακρίνω. Είναι μακριές Ολλανδικές λέξεις με επαναλαμβανόμενα φωνήεντα. Ή, όταν δεν είναι, τα διαστήματα ανάμεσα στις γραμμές απλώνουν, κι έπειτα τα γράμματα επεκτείνονται όλο και πιο πολύ, κι όλα αυτά σε μαύρους ή κόκκινους χαρακτήρες, σε πολύ γυαλιστερό χαρτί, και τόσο μεγάλοι ώστε γίνονται ανυπόφοροι.

Κι όταν ξυπνάω, αυτοί οι χαρακτήρες μου κρατούν συντροφιά για αρκετή ώρα. Έπειτα, σε μια άγρια στιγμή, σκέφτομαι ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να τους ξεχάσω και θα αποτρελαθώ. Αυτό μοιάζει να συμβαίνει όλη την ώρα. Ειδικά από τότε που έχασα την όρασή μου, βλέπω αυτό το όνειρο της ανάγνωσης, της ανικανότητας να διαβάσω επειδή οι χαρακτήρες των γραμμάτων ζωντάνευαν και μεταλλάσσονταν. Αυτό λοιπόν είναι ένα από τα όνειρα που βλέπω. Και τα άλλα είναι όνειρα με καθρέφτες, όνειρα με μασκοφορεμένους ανθρώπους. Μπαίνω μέσα στους καθρέφτες σε έναν παράλληλο κόσμο, πολύ παράξενο όνειρο. Και βλέπω και άλλα πολλά όνειρα, αλλά αυτοί είναι οι τρεις επαναλαμβανόμενοι εφιάλτες μου. Τους βλέπω σχεδόν κάθε νύχτα. Μένουν μαζί μου για αρκετά λεπτά αφότου ξυπνήσω. Μερικές φορές έρχονται ακόμη και λίγο πριν αποκοιμηθώ. Οι περισσότεροι άνθρωποι ονειρεύονται πριν αποκοιμηθούν κι έπειτα συνεχίζουν να ονειρεύονται για μερικές στιγμές αφότου ξυπνήσουν. Βρίσκονται σε ένα είδος προθάλαμου, ε; Σε έναν ενδιάμεσο οίκο. Ανάμεσα στο ξύπνημα και στον ύπνο.

-Τα όνειρα είναι και μία πηγή από την οποία συγκεντρώνετε πολύ υλικό για τα γραπτά σας, έτσι δεν είναι;

-Ναι, έτσι είναι. Τόμας Ντε Κουίνσυ, κλπ, κλπ. Υπάρχει ολόκληρη λογοτεχνική παράδοση πάνω σ’ αυτό. Ο Ντε Κουίνσυ πρέπει να δούλευε τους εφιάλτες του όταν τους έγραφε, τι λέτε; Γιατί είναι τόσο τέλειοι. Από την άλλη, εξαρτώνται τόσο πολύ από τις λέξεις. Ενώ οι εφιάλτες, γενικά, δεν εξαρτώνται από τις λέξεις. Το δύσκολο στο να γράψεις έναν εφιάλτη είναι ότι η αίσθηση του εφιάλτη δεν προέρχεται από τις εικόνες. Ή μάλλον, όπως το έλεγε ο Κόλλεριτζ, η αίσθηση του εφιάλτη σου δίνει τις εικόνες.

-Αυτό είναι μια σημαντική διάκριση, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται το αντίθετο. Δεν το σκέφτονται σε όλη του την έκταση.

-Όταν κάθεσαι κάτω να γράψεις τις εικόνες, αυτές οι εικόνες ίσως να μη σημαίνουν τίποτε για σένα. Είναι αυτό που λαμβάνεις καμιά φορά στην περίπτωση του Πόε και του Λάβκραφτ, αν και με λαμπρές εξαιρέσεις. Οι εικόνες είναι τρομερές αλλά η αίσθησή τους συχνά δεν είναι.

-Και υποθέτω ότι ο καλός συγγραφέας είναι εκείνος που δίνει τις σωστές εικόνες που ταιριάζουν με την αίσθηση.

-Με την αίσθηση, ναι. Αλλά είναι κι εκείνος που μπορεί να σου δώσει την αίσθηση του εφιάλτη με κοινά αντικείμενα και πράγματα. Θυμάμαι πως βρήκα μια απόδειξη γι’ αυτό στον Τσέστερτον. Λέει ότι μπορούμε να σκεφτούμε πως στην άκρη του κόσμου υπάρχει ένα δέντρο που το ίδιο του το σχήμα είναι το Κακό («at the end of the world there is a tree whose very shape is Evil…») Λοιπόν, αυτό είναι μια τέλεια φράση, και νομίζω ότι αντιπροσωπεύει αυτό το είδος της αίσθησης που λέγαμε. Αυτό το δέντρο μόλις και μετά βίας μπορεί να περιγραφτεί.

Ενώ, αν σκεφτείς ένα δέντρο, για παράδειγμα, φτιαγμένο από κρανία, από φαντάσματα, αυτό θα είναι λίγο ανόητο. Αλλά, «ένα δέντρο που το ίδιο του το σχήμα είναι το Κακό»! Αυτό μας δείχνει ότι ο Τσέστερτον είχε στ’ αλήθεια έναν εφιάλτη μ’ αυτό το δέντρο. Ε; Αν όχι, πως θα μπορούσε να ήξερε γι’ αυτό το δέντρο;

-Μπόρχες, σκέφτομαι πως θα μπορούσατε να είστε οποιοσδήποτε, ο παλαιοντολογικός Άνθρωπος του Πεκίνου, ή κάποιος που πρόκειται να ζήσει σε πέντε εκατομμύρια χρόνια από τώρα. Ίσως ο νους του ανθρώπου να είναι τιτάνιος. Πανταχού παρών. Τι λέτε γι’ αυτό;

-Λοιπόν, κάποτε φαντάστηκα κάτι, μια φανταστική ιδέα για λογοτεχνικούς σκοπούς. Φαντάστηκα ότι κάθε στιγμή όλοι μας αλλάζουμε και γινόμαστε κάποιος άλλος. Από τη στιγμή που αλλάζεις σε κάποιον άλλον, δεν το αντιλαμβάνεσαι αυτό. Είσαι πλέον κάποιος άλλος, δεν αντιλαμβάνεσαι τον παλιό εαυτό σου, άρα δεν αντιλαμβάνεσαι και την αλλαγή. Για παράδειγμα, σε κάποια στιγμή θα αλλάξω και θα γίνω εσύ. Κι εσύ θα γίνεις εγώ.

Αλλά από τη στιγμή που η αλλαγή θα ολοκληρωθεί, δεν έχεις πια αναμνήσεις, δεν γνωρίζεις ότι αλλάζεις. Αλλάζεις συνέχεια, όλη την ώρα, μπορεί να είσαι ο άνθρωπος στο φεγγάρι, και παρ’ όλα αυτά να μη γνωρίζεις τίποτε για την αλλαγή, αφού όταν έγινες ο άνθρωπος στο φεγγάρι, έγινες ο άνθρωπος στο φεγγάρι μαζί με το παρελθόν του και με τα όλα του, με τις δικές του αναμνήσεις, τους φόβους του, τις ελπίδες του, και τα λοιπά. Μπορείς να αλλάζεις σε κάποιον άλλον όλη την ώρα, και κανείς δεν θα το μάθει. Ίσως κάτι τέτοιο να συμβαίνει στ’ αλήθεια. Δεν θα μπορούσαμε να το μάθουμε, είναι αδύνατον. Δεν έχει κανένα νόημα, φυσικά. Απλά μου θυμίζει μία ιστορία, απλά μια ιστορία, αλλά νομίζω πως τα περισσότερα πράγματα είναι καλά μόνο για λογοτεχνικούς σκοπούς…

-Κι ο εφιάλτης με τους μασκοφορεμένους;

-Ονειρεύομαι έναν καθρέφτη. Βλέπω τον εαυτό μου να φοράει μάσκα, ή βλέπω στον καθρέφτη κάποιον ο οποίος είναι εγώ αλλά τον οποίο δεν αναγνωρίζω ως τον εαυτό μου. Φτάνω σε ένα μέρος, κι έχω την αίσθηση ότι έχω χαθεί και ότι όλα είναι φρικτά. Το ίδιο το μέρος είναι σαν όλα τα άλλα. Είναι ένα δωμάτιο, με έπιπλα, και η εμφάνιση του δεν είναι φρικτή. Αυτό που είναι φρικτό είναι το αίσθημα, η αίσθηση του εφιάλτη, όχι οι εικόνες. Από μια γωνία με παρακολουθεί κάποιος με μια μάσκα. Ένας άλλος εφιάλτης μου είναι ότι μου επιτίθενται κάποια παράξενα όντα που μοιάζουν με παιδιά, πάρα πολλά απ’ αυτά τα όντα, πολύ μικρά αλλά πολύ δυνατά. Προσπαθώ να αμυνθώ, αλλά οι γροθιές που ρίχνω είναι αδύναμες. Επίσης, συχνά νομίζω ότι η ίδια η ζωή είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο κάποτε θα ξυπνήσω…

-Στο διήγημά σας “Η Γραφή του Θεού” γράφετε: «Από τον ακούραστο λαβύρινθο των ονείρων επέστρεψα πίσω εδώ σαν να ήταν το σπίτι μου, στην αδυσώπητη αυτή φυλακή. Ευλόγησα την υγρασία της, ευλόγησα την τίγρη της, ευλόγησα τη μικρή χαραμάδα απ’ όπου έμπαινε λίγο φως, ευλόγησα το γέρικο βασανισμένο μου σώμα, ευλόγησα το σκοτάδι και την πέτρα. Έπειτα, συνέβη κάτι που δεν μπορώ ούτε να το ξεχάσω ούτε να το περιγράψω. Συνέβη η ένωση με τη θεότητα, ξαφνικά έγινα ένα με το Σύμπαν.» Η ιστορία σας Το Άλεφ είναι ακόμη ένα παράδειγμα.

@Από συνέντευξη του Jorge Louis Borges