H.P. Lovecraft – Οι Γάτες της Ουλθάρ

Λέγεται ότι στην Ουλθάρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα· κι αυτό μπορώ πολύ άνετα να το πιστέψω καθώς κοιτάζω σ’ αυτήν που κάθεται τώρα γουργουρίζοντας μπροστά...

H.P. Lovecraft – Οι Γάτες της Ουλθάρ

Λέγεται ότι στην Ουλθάρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα· κι αυτό μπορώ πολύ άνετα να το πιστέψω καθώς κοιτάζω σ’ αυτήν που κάθεται τώρα γουργουρίζοντας μπροστά από την φωτιά. Η γάτα είναι η ψυχή του αρχαίου Αιγύπτιου και κομιστής ιστοριών από ξεχασμένες πόλεις της Μερόη και του Οφίρ. Είναι συγγενής των αρχόντων της ζούγκλας και κληρονόμος των μυστικών της πανάρχαιης και σκοτεινής Αφρικής. Η Σφίγγα είναι εξαδέλφη της, και ξέρει να μιλά την γλώσσα της· αλλά είναι πιο αρχαία κι από την Σφίγγα, και θυμάται πράγματα που εκείνη έχει ξεχάσει..

Στην Ουλθάρ, πριν οι κάτοικοι απαγορεύσουν το φόνο των γάτων, ζούσε ένας γερο-χωριάτης με την γυναίκα του που διασκέδαζαν με το να παγιδεύουν και να σκοτώνουν τις γάτες των γειτόνων τους. Γιατί το έκαναν αυτό δεν το γνωρίζω· το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλοί άνθρωποι απεχάνονται την φωνή της γάτας μέσα στην νύχτα, και το θεωρούν κακό που οι γάτες πιλαλούν αθόρυβα μέσα σε αυλές και σε κήπους κατά το λυκόφωτο.

Αλλά, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, αυτός ο γέρος και η γυναίκα του απολάμβαναν το να παγιδεύουν και να σκοτώνουν την όποια γάτα πλησίαζε στην τρώγλη τους. Και κρίνοντας από τους ήχους που ακούγονταν μετά το πέσιμο της νύχτας, πολύ χωρικοί είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι ο τρόπος του θανάτου τους ήταν εξαιρετικά περίεργος. Αλλά οι χωρικοί δεν έκαναν λόγο γι’ αυτά τα πράγματα στον γέρο και την γυναίκα του, κι αυτό εξαιτίας της έκφρασης που υπήρχε πάντοτε αποτυπωμένη στα ζαρωμένα μούτρα τους, κι επειδή η καλύβα τους ήταν τόσο μικροσκοπική και σκοτεινά κρυμμένη ανάμεσα στις απλωτές βελανιδιές στο πίσω μέρος της παραμελημένης αυλής τους.

Η αλήθεια είναι ότι, όσο κι αν οι ιδιοκτήτες αυτών των γάτων μισούσαν αυτό το παράξενο ζευγάρι, ο φόβος τους γι’ αυτούς ήταν ακόμη μεγαλύτερος. Έτσι, αντί να τους καταχερίσουν ως βάναυσους φονιάδες όπως ήταν, απλώς φρόντιζαν να μην αφήνουν κανένα από τα αγαπημένα τους ζωάκια ή τους ποντικοκυνηγούς τους να ξεστρατίζουν προς την μεριά εκείνης της απόμερης τρώγλης κάτω από τα σκοτεινά δέντρα. Όταν, ύστερα από κάποια αναπόφευκτη αβλεψία κάποια γάτα χανόταν, και ήχοι ακούγονταν μετά τον ερχομό της νύχτας, εκείνος που την είχε χάσει θρηνούσε ανήμπορα· ή και παρηγοριύταν ευχαριστώντας την Μοίρα που δεν ήταν κάποιο από τα παιδιά του που είχε χαθεί. Γιατί οι άνθρωποι της Ουλθάρ ήταν απλοϊκοί, και δεν ήξεραν από πού είχαν πρωτοέλθει όλες οι γάτες.

Μια μέρα ένα καραβάνι με παράξενους νομάδες από το Νότο μπήκε στα στενά λιθόστρωτα δρομάκια της Ουλθάρ. Ήταν όλοι τους μελαμψοί πλάνητες, και δεν έμοιαζαν καθόλου με τους διαφόρους άλλους περιπλανώμενους που περνούσαν μέσα από το χωριό δύο φορές το χρόνο. Στην αγορά λέγανε την μοίρα αν τους ασήμωνες, κι αγόραζαν φανταχτερές χάντρες από τους εμπόρους.

Ποια ήταν η γη αυτών των ανθρώπων κανένας δεν ήταν σε θέση να πει, αλλά μπορούσαν να δουν ότι συνήθιζαν ν’ απευθύνουν παράξενες προσευχές, κι ότι ζωγράφιζαν τα πλευρά των αμαξών τους με παράξενες μορφές που είχαν σώμα ανθρώπου και κεφάλια γάτων, γερακιών, κριών και λιονταριών. Και ο αρχηγός του καραβανιού φορούσε ένα κάλυμμα κεφαλιού με δύο κέρατα κι έναν περίεργο δίσκο ανάμεσα στα κέρατα.

Σ’ αυτό το παράδοξο καραβάνι υπήρχε κι ένα μικρό αγόρι χωρίς πατέρα ή μητέρα, που είχε ως μοναδική του συντροφιά ένα μικροσκοπικό μαύρο γατάκι. Ο λοιμός είχε φερθεί πολύ σκληρά σ’ αυτό το αγόρι, αλλά ωστόσο του είχε αφήσει αυτό το μικρό μαλλιαρό πλασματάκι για να απαλύνει τη θλίψη του· και όταν κανείς είναι τόσο μικρός, μπορεί να βρει μεγάλη ανακούφιση στα ζωηρά παιχνίδια ενός μαύρου γατιού. Έτσι το αγόρι που οι μελαμψοί άνθρωποι φώναζαν Μένες, χαμογελούσε πιο συχνά απ’ όσο έκλαιγε όταν καθόταν παίζοντας με το χαριτωμένο γατάκι στα σκαλιά μιας περίεργα ζωγραφισμένης άμαξας.

Το τρίτο πρωινό της παραμονής των νομάδων στην Ουλθάρ, ο Μένες δεν μπορούσε να βρει το γατάκι του· και καθώς έκλαιγε γοερά στην πλατεία, μερικοί από τους χωρικούς του μίλησαν σχετικά με τον γέρο και την γυναίκα του, και για τους ήχους που είχαν ακούσει κατά την νύχτα. Κι όταν ο μικρός άκουσε αυτά τα πράγματα, το κλάμα του έδωσε τη θέση του στη βαθιά περισυλλογή, και τελικά σε μια προσευχή. Άπλωσε τα χέρια του προς τον ήλιο, και προσευχήθηκε σε μια γλώσσα που κανένας από τους χωρικούς δεν μπόρεσε να καταλάβει, επειδή η προσοχή τους ήταν κυρίως στραμμένη προς τον ουρανό και στις παράξενες μορφές που είχαν αρχίσει να παίρνουν τα σύννεφα.

Ήταν πολύ αλλόκοτο, αλλά καθώς το μικρό αγόρι πρόφερε αυτό που ζητούσε, ψηλά φάνηκαν να σχηματίζονται οι σκιώδεις και νεφελώδεις μορφές εκείνων των εξωτικών όντων: των υβριδικών πλασμάτων που φορούσαν στέμματα από ένα δίσκο ανάμεσα σε δύο κέρατα. Η φύση είναι γεμάτη με τέτοιες οφθαλμαπάτες που εντυπωσιάζουν τους εύπιστους. Την νύχτα εκείνη οι νομάδες αναχώρησαν από την Ουλθάρ, και κανένας δεν τους είδε ποτέ ξανά. Και οι νοικοκυραίοι προβληματίστηκαν, όταν πρόσεξαν ότι σε ολόκληρο το χωριό καμία γάτα δεν φαινόταν πουθενά. Από το κάθε σπιτικό η γνώριμη γάτα είχε εξαφανιστεί: γάτες μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες.

Ο γερο-Κράνον, ο δήμαρχος, έπαιρνε όρκο ότι τις γάτες τις είχαν πάρει μαζί τους οι μελαμψοί άνθρωποι σαν εκδίκηση για το θάνατο του μικρού γατιού του Μένες· και καταριόταν τόσο το καραβάνι όσο και τον Μένες. Αλλά ο Νιθ, ο λιπόσαρκος συμβολαιογράφος, επέμενε ότι εκείνος ο γέρος και η γυναίκα του ήταν οι πλέον πιθανοί ύποπτοι· γιατί το μίσος τους για τις γάτες ήταν διαβόητο, κι ολοένα και πιο απροκάλυπτο.

Ωστόσο, κανένας δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί στο κακόβουλο ζευγάρι· ούτε καν όταν ο μικρός Ατάλ, ο γιος του χανιτζή ορκίστηκε ότι κατά το λυκόφωτο είχε δει όλες τις γάτες της Ουλθάρ σ’ εκείνη την καταραμένη αυλή κάτω από τα δέντρα, να βηματίζουν πολύ αργά κι επίσημα σε κύκλο, σε παράταξη ανά δύο, λες κι εκτελούσαν κάποια ανήκουστη ζωώδη τελετουργία. Οι χωρικοί δεν ήξεραν πόσα έπρεπε να πιστέψουν από τα λόγια ενός τόσο μικρού παιδιού· και μόλο που φοβόντουσαν ότι το διαβολικό ζευγάρι είχε παρασύρει με τα μάγια του τις γάτες προς το θάνατό τους, προτίμησαν να μην στραφούν κατά του γέρου, μέχρι να τον πετύχουν κάπου έξω από εκείνη την σκοτεινή και αποκρουστική αυλή.

Έτσι η Ουλθάρ έπεσε να κοιμηθεί μέσα σε μια μάταιη οργή· και όταν οι άνθρωποι ξύπνησαν την αυγή – για δες! Ολες οι γάτες βρίσκονταν πίσω στο συνηθισμένο τους στέκι. Μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες, δεν απούσιαζε ούτε μία. Πολύ χορτάτες και καλοταϊσμένες φαίνονταν όλες τους, και ήταν όλο γουρητά ικανοποίησης.

Οι χωρικοί το κουβέντιασαν πολύ μεταξύ τους, και η απορία τους δεν ήταν μικρή. Ο γέρο-Κράνον επέμεινε πάλι ότι ήταν οι μελαμψοί νομάδες που τις είχαν πάρει, αφού καμία γάτα δεν είχε επιστρέφει ποτέ ζωντανή από την καλύβα του γέρου και της γυναίκας του. Αλλά όλοι συμφωνούσαν στο εξής: ότι η άρνηση όλων των γάτων να φάνε την μερίδα από το κρέας τους ή να πιουν το γάλα από τα πιατάκια τους ήταν κάτι το εξαιρετικά περίεργο. Κι επί δύο ολόκληρες μέρες οι καλοφαγωμένες και χουζούρικες γάτες της Ουλθάρ δεν εννοούσαν ν’ αγγίξουν καμία τροφή, κι απλώς λαγοκοιμούνταν δίπλα στα τζάκια ή στην λιακάδα.

Πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα πριν οι χωρικοί προσέξουν ότι κανένα φως δεν εμφανιζόταν στα παράθυρα της καλύβας κάτω από τα δέντρα όταν έπεφτε το σούρουπο. Ύστερα ο λιπόσαρκος Νιθ παρατήρησε ότι κανένας δεν είχε δει το γέρο ή την γυναίκα του από την νύχτα που είχαν εξαφανιστεί οι γάτες.

Πέρασε άλλη μια εβδομάδα πριν ο δήμαρχος αποφασίσει να ξεπεράσει τους φόβους του και να επισκεφτεί το παράξενα σιωπηλό οίκημα για λόγους καθήκοντος, αλλά φρόντισε και να πάρει μαζί του ως μάρτυρες τον Σανγκ, τον σιδερά, και τον Θουλ το λιθοξόο. Όταν αυτοί άνοιξαν σπάζοντας την σαθρή πόρτα, το μόνο που βρήκαν ήταν αυτό: δύο καλοκαθαρισμένους ανθρώπινους σκελετούς πάνω στο χωματένιο πάτωμα, καθώς και κάμποσα περίεργα σκαθάρια που σιγοπερπατούσαν στις σκοτεινές γωνιές.

Επακολούθησαν μεγάλες συζητήσεις μεταξύ των κατοίκων της Ουλθάρ. Ο Ζαθ, ο ιατροδικαστής, είχε μια μεγάλη λογομαχία με τον Νιθ, το λιπόσαρκο συμβολαιογράφο· και ο Κράνον, ο Σαγκ και ο Θουλ δέχτηκαν μια βροχή από ερωτήσεις. Μέχρι κι ο Ατάλ, ο γιος του χανιτζή, πέρασε από εξαντλητική ανάκριση, και δέχτηκε ως ανταμοιβή του ένα ζαχαρωτό. Συζήτησαν για τον γέρο και την γυναίκα του· για το καραβάνι των μελαμψών νομάδων, για το μικρό Μένες και το μαύρο γατάκι του, για τα καμώματα των γάτων την νύχτα που αναχώρησε το καραβάνι, καθώς και για το τι βρέθηκε αργότερα στην καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα στην αποκρουστική αυλή. Και στο τέλος οι κάτοικοι ψήφισαν εκείνον τον περίεργο νόμο για τον οποίο κάνουν λόγοι οι έμποροι στο Χαθλέγκ και κουβεντιάζουν οι ταξιδιώτες στο Νιρ, κοντολογίς, ότι στην Ουλθάρ κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα.

@Χάουαρντ Φ. Λάβκραφτ / «Οι Γάτες της Ουλθάρ» (The Catsof Ulthar).