Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού

«Το βιβλίο αυτό καταγράφει τις ενέργειες και τους τρόπους συμπεριφοράς του χριστιανισμού, πέρα από όλους τους θεσμικούς και θρησκευτικούς φραγμούς. Γράφω την ιστορία της σταθερής σύνδεσης μεταξύ της λεγόμενης κοσμικής και εκκλησιαστικής πολιτικής, μαζί με...

Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού

«Το βιβλίο αυτό καταγράφει τις ενέργειες και τους τρόπους συμπεριφοράς του χριστιανισμού, πέρα από όλους τους θεσμικούς και θρησκευτικούς φραγμούς. Γράφω την ιστορία της σταθερής σύνδεσης μεταξύ της λεγόμενης κοσμικής και εκκλησιαστικής πολιτικής, μαζί με τις επιπτώσεις αυτής της θρησκείας στον λαό, για την εγκληματικότητα στην εξωτερική πολιτική, στην αγροτική, εμπορική και οικονομική πολιτική, στην εκπαιδευτική πολιτική, στον πολιτισμό, στην λογοκρισία, στην συνεχιζόμενη εξάπλωση της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας, για την αδίστακτη εκμετάλλευση της σεξουαλικής ηθικής, του συζυγικού και του ποινικού δικαίου. Γράφω για την εγκληματικότητα των κληρικών, όπως αυτή εκδηλώθηκε ανά τους αιώνες με τον ιδιωτικό πλουτισμό, το παζάρεμα των αξιωμάτων, την λατρεία των θαυμάτων και των οστών, τις διάφορες μορφές παραποίησης κ.τ.λ. Με λίγα λόγια: γράφω την ιστορία ενός εγκλήματος σε όλη την έκταση της κρατικής, εκκλησιαστικής και κοινωνικής ζωής της χριστιανοσύνης». Από το πρώτο βιβλίο.

«Η παροιμιώδης φράση «συνθήκες σαν της αρχαίας Ρώμης» ισχύει, όπως αποδεικνύει ο Deschner σε αυτό το βιβλίο, και για τις συνθήκες στην Ρωμαϊκή εκκλησία. Οι φρικαλεότητες της ύστερης αρχαιότητας και οι αχρειότητες των χριστιανών ποιμένων και ποιμνίων ωραιοποιούνται μέχρι και σήμερα από τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς ή αποσιωπώνται. Οι περισσότεροι «λαϊκοί» θεωρούσαν απλώς αδύνατη μια τέτοια σωρεία εγκληματικών πράξεων κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ενώ αργότερα πίστευαν πως πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις. Το σοκ αυτού του βιβλίου θα πείσει κάθε αναγνώστη ότι αυτά τα εγκλήματα δεν ήταν τα συγχωρητέα σφάλματα μιας κατά τα άλλα αγίας εκκλησίας αλλά ουσιαστικές αποδείξεις μιας κρατικοποιημένης θρησκείας.» Από το δεύτερο βιβλίο.

«Για τους πιστούς το ζητούμενο δεν είναι ποτέ τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά ή τα ηθικά προβλήματα, η αλήθεια ή, για να το πούμε πιο ταπεινά, η πιθανότητα της αλήθειας, αλλά το δικό τους πρόβλημα. Πιστεύουν ότι δεν θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς την πίστη τους. Αν και βέβαια, ως Ινδοί παραδείγματος χάρη, πιθανώς να είχαν μια εντελώς διαφορετική πίστη. Και ως Αφρικανοί πάλι διαφορετική – μια άποψη η οποία κάνει εξαρχής σχετική κάθε πίστη. Η ζωή μου δείχνει ότι μπορεί κανείς να ζει άνετα χωρίς πίστη. Και χιλιάδες γράμματα αναγνωστών, συχνά συγκλονιστικά, μαρτυρούν ότι μπορούν και άλλοι, μπορούν πολύ καλύτερα αφού εγκαταλείψουν την χριστιανική πίστη τους, μπορούν πολύ πιο ελεύθερα να ζουν -και μάλιστα όχι περισσότερο ανήθικα από τους χριστιανούς.» Από το τρίτο βιβλίο.

«Για τους χριστιανούς, ακόμη και τα μαθηματικά ήταν ύποπτα. Τον 4ο αιώνα στην Έμεσα δεν ήθελαν τον Ευσέβιο ως επίσκοπο, επειδή έκανε μαθηματικές μελέτες. Η γεωμετρία και οι άλλες επιστήμες θεωρούνται κυριολεκτικά άθεες δραστηριότητες. Ο εκκλησιαστικός ιστοριογράφος Ευσέβιος επιτίθεται σε αιρετικούς, λέγοντας ότι «περιφρονώντας τα ιερά κείμενα του Θεού ασχολούνται με τη γεωμετρία· διότι είναι άνθρωποι της γης, μιλούν γήινη γλώσσα και δεν γνωρίζουν Εκείνον ο οποίος έρχεται από τον ουρανό. Με ζήλο μελετούν τη γεωμετρία του Ευκλείδη. Θαυμάζουν τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο. Μερικοί μάλιστα σχεδόν προσκυνούν τον Γαληνό». Η χριστιανική θεολογία αναθεμάτισε ιδιαίτερα τις φυσικές επιστήμες.» Από το τέταρτο βιβλίο.

«Με την «Αρχή του Μεσαίωνα» ο Karlheinz Deschner παρακολουθεί την Εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού από την βάφτιση του βασιλιά Χλοδοβίκου (Κλόβη) Α’ σε καθολικό περί το 500 μέχρι το θάνατο του Κάρολου του «Μεγάλου» το 814. Αυτοί οι τρεις αιώνες της αρχής του Μεσαίωνα υπήρξαν μια εποχή ταραχώδους ανακατάταξης και αναμόρφωσης αλλά και συνέχισης της παράδοσης, μια εποχή σκληρή και αιματοβαμμένη όσο καμιά άλλη, εντούτοις και αγιοποιημένη, κατά την οποία διαμορφώθηκε η γηραιά ήπειρος, η Ευρώπη.» Από το πέμπτο βιβλίο.

«Ο ‘Κάρολος, ο γαληνότατος, ο εστεμμένος από τον Θεό, μεγάλος και ειρηνοποιός αύγουστος, όπως διατύπωνε η αρχή του διεξοδικού του τίτλου από το 801, αυτός ο ειρηνοποιός και επίσης »per misericordiam Dei» (ελέω Θεού) κυβερνών αυτοκράτορας, ο οποίος ονόμαζε εαυτόν από το 802 και »imperator christianissimus» (χριστιανικότατο αυτοκράτορα) και (δήθεν) πέθανε με τα λόγια του 31ου ψαλμού: »Στα χέρια σου, Κύριε, παραδίδω το πνεύμα μου», αυτός ο άνθρωπος διοργάνωνε την μία σφαγή μετά την άλλη κατά την 46χρονη διακυβέρνησή του, από το 768 μέχρι το 814 διεξήγαγε σχεδόν συνεχώς πολέμους, σχεδόν 50 εκστρατείες, και μόνο για δύο χρόνια, το 790 και το 807, δεν έσφαξε. (. . .) Πολέμησε σε ψυχρά υπολογισμένους, σχεδόν αποκλειστικά επιθετικούς πολέμους, και με τα γεγονότα αυτά ώθησε αναρίθμητους ανθρώπους στον θάνατο, σε έναν συχνά φρικιαστικό, βασανιστικό θάνατο. Όμως δεν δολοφόνησε μόνο στον πόλεμο, αλλά θανάτωσε και 4.500 αιχμαλώτους και έβαλε να εκτοπίσουν χιλιάδες οικογένειες.» Από το έκτο βιβλίο.

«Στη Ρώμη, «εξαιτίας της λανθασμένης συμπεριφοράς πολλών παπών» αναφέρουν το 824 τα επίσημα χρονικά της αυτοκρατορίας, οι συνθήκες έχουν περιέλθει «σε μεγάλη σύγχυση». Μετά τον θάνατο του Καρόλου Α’ ο άγιος πάπας Λέων Γ’, το 815, ένα χρόνο προτού και ο ίδιος πεθάνει, καταδίκασε ανηλεώς εκατοντάδες ανθρώπους σε θάνατο. Ο διάδοχός του Στέφανος Δ’ εμφανίστηκε τον επόμενο χρόνο με ένα πλαστό «στέμμα του Κωνσταντίνου» στην Ρενς. Κατά το θάνατο του διαδόχου του, Πασχάλη Α’, ενός μισητού, σκληρού πάπα, δημιουργήθηκαν το 824 τέτοιες ταραχές, που η προγραμματισμένη κηδεία του στον Άγιο Πέτρο ματαιώθηκε και ο νεκρός έμεινε αρχικά άταφος (επίσης και αυτός ο πάπας ανακηρύχτηκε σε άγιο, το 1963 όμως η γιορτή του διαγράφηκε). Την εκλογή του διαδόχου του, Ευγένιου Β’ (824-827), ακολούθησαν ταραχές που κράτησαν μήνες, γιατί η αριστοκρατία και ο κλήρος υποστήριζαν δυο ανταγωνιζόμενους υποψήφιους» Από το έβδομο βιβλίο.

«Για­τί ό­μως πί­στευε και σκε­φτό­ταν κα­νείς ό­λες αυ­τές τις α­θά­να­τες κου­τα­μά­ρες ε­πί ο­λό­κληρες ε­πο­χές τό­σο πει­σμα­τι­κά; Για­τί χι­λιά­δες α­φε­λείς και α­πα­τε­ώ­νες, πα­ρα­συρμέ­νοι α­πό τους παπ­πά­δες, του τις έ­βα­λαν στο μυα­λό, για­τί μέ­σα α­πό τους αιώνες κα­τέ­στρε­ψαν τα κλα­σι­κά ι­δα­νι­κά του αρ­χαί­ου ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού, γιατί έ­ρι­ξαν την Α­να­το­λή και την Δύ­ση σε ό­λο αυ­τό τον σκο­τει­νό βάλ­το της α­μά­θειας, των προ­λή­ψε­ων, της α­πά­της των λει­ψά­νων και των θαυ­μά­των.» Από το όγδοο βιβλίο.

«Ακόμη και σήμερα η χριστιανοσύνη θεωρείται κατά θαυμαστό τρόπο ένας σύλλογος της ειρήνης, της αγάπης προς τον πλησίον και τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα η πλειονότητα των ανθρώπων και περισσότερο των πιστών χριστιανών δεν υποψιάζεται την τεράστια έκταση της συμμετοχής της Εκκλησίας ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, κυρίως όμως κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, σε εκστρατείες και πολέμους. Γιατί περισσότερο από κάθε άλλη θρησκεία, περισσότερο ακόμη κι από το Ισλάμ, ο χριστιανισμός ήταν και παραμένει η θρησκεία του πολέμου.» Από το ένατο βιβλίο.

«Ένα πανόραμα της ιστορίας του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, της πιο σκοτεινής, σκληρής και άγριας περιόδου που γνώρισε ποτέ η παγκόσμια ιστορία, δοσμένο με το απολαυστικό ύφος ενός μεγάλου Ευρωπαίου διανοητή. Χριστιανοί ηγεμόνες εκμεταλλεύονται, σφάζουν και ακρωτηριάζουν ομόπιστούς τους, σε σημείο που να τους λυπούνται ακόμα και αλλόθρησκοι ηγεμόνες. Ιερείς και αρχιερείς ζουν μέσα στην πολυτέλεια, συναναστρέφονται με εταίρες, την στιγμή που οι απλοί πολίτες ζουν στην πείνα και στην εξαθλίωση, πολλές φορές λόγω των πολέμων και της οικονομικής αφαίμαξής τους από τους χριστιανούς ηγεμόνες τους και την ιεραρχία. Πάπες, αντίπαπες και χριστιανοί αυτοκράτορες πολεμούν μεταξύ τους με πρωτοφανή αγριότητα και απευθύνουν ο ένας στον άλλον ανήκουστες κατάρες. Οι χειρότεροι τυχοδιώκτες και εγκληματίες χρίζονται σταυροφόροι, λαμβάνουν άφεση των αμαρτιών τους και γίνονται η νέα ευγενής τάξη των χριστιανικών βασιλείων της Ανατολής, συνεχίζοντας εκεί το τυχοδιωκτικό και εγκληματικό τους έργο.» Από το δέκατο βιβλίο.

Απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο.

«Έχουμε σήμερα πολλά ιερά κείμενα με ψεύτικο όνομα συγγραφέα, όχι επειδή γράφτηκαν με τέτοιο όνομα, αλλά επειδή αποδόθηκαν εκ των υστέρων στον φορέα του. (Ωστόσο και το πρώτο συνέβαινε και μάλιστα όχι τόσο σπάνια!) Τέτοιες πλαστογραφίες των πραγματικών συμβάντων συναντώνται σε ολόκληρη την αρχαιότητα, ιδιαίτερα έντονα στο ισραηλιτικό και ιουδαϊκό πρώτο στάδιο του χριστιανισμού, και συνεχίζονται στην χριστιανική εκκλησία της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα». Arnold Meyer

Πολλοί άνθρωποι, ίσως οι περισσότεροι, φοβούνται να δεχτούν ότι γίνονται χονδροειδείς απάτες εδικά στον τομέα που γι’ αυτούς είναι «πανάγιος». Τους φαίνεται αδιανόητο να ορκίζονται κάποιοι επίσημα, στο όνομα του Θεού και Κυρίου, ότι άκουσαν και είδαν πράγματα από πολύ κοντά, και παρ’ όλα αυτά να είναι συνήθεις απατεώνες. Εντούτοις, ποτέ δεν διαπράχτηκαν τόσες πολλές και ασυνείδητες απάτες, ποτέ δεν ειπώθηκαν τόσα πολλά ψέματα, όσο στον τομέα της θρησκείας. Ειδικά στον χριστιανισμό, την μοναδική αληθινή και ψυχοσωτήρια θρησκεία, οι δόλιες παραπλανήσεις εξαπλώνονται σαν επιδημία, μια αχανής ζούγκλα απάτης ανοίγεται από την εποχή της αρχαιότητας και κορυφώνεται το Μεσαίωνα. Αφού ακόμη και τον 20ό αιώνα γίνονται μαζικές και επίσημες πλαστογραφίες. Ο J. Α. Farrer θέτει σχεδόν απελπισμένος το ερώτημα: «Αν αναλογιστούμε όλα όσα προέκυψαν από αυτή την συστηματική απάτη, όλες τις διαμάχες ανάμεσα σε πάπες και κοσμικούς ηγεμόνες, τις εκθρονίσεις βασιλέων και αυτοκρατόρων, τους αφορισμούς, τις ανακρίσεις της Ιεράς Εξέτασης, τα συγχωροχάρτια και τις αφέσεις αμαρτιών, τους διωγμούς, τις θανατώσεις στην πυρά κ.λπ. και σκεφτούμε ότι όλη αυτή η άθλια ιστορία ήταν το άμεσο αποτέλεσμα μιας σειράς πλαστογραφιών, τότε αισθανόμαστε ότι πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως την διαρκή επίδραση στα πεπρωμένα της ανθρωπότητας είχε λιγότερο η αλήθεια και περισσότερο το ψέμα»

Τώρα, βέβαια, η απάτη με τις μεγαλύτερες συνέπειες, η απάτη που κατέστρεψε τις περισσότερες ψυχές, η λογοτεχνική πλαστογραφία, δεν είναι επινόηση των χριστιανών. Το ίδιο ισχύει και για την θρησκευτική ψευδεπιγραφία που σχετίζεται στενά με τη λογοτεχνική. (Ψευδεπίγραφο είναι ένα κείμενο με ψεύτικο όνομα, ένα κείμενο που δεν προέρχεται από εκείνον για τον οποίο λένε ότι το συνέταξε σύμφωνα με τον τίτλο, το περιεχόμενο, την παράδοση.) Τα πλαστογραφήματα και τα ψευδεπίγραφα ήταν γνωστά και πριν το χριστιανισμό, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα αν εξαιρέσουμε τον θρησκευτικό πόλεμο. Πλαστά κείμενα υπήρχαν ήδη στους Έλληνες και τους Ρωμαίους, υπήρχαν από την πρώιμη έως και την ελληνιστική περίοδο και την περίοδο των αυτοκρατόρων, υπήρχαν στους Ινδούς σοφούς, στους Αιγυπτίους ιερείς, στους Πέρσες βασιλείς και κυρίως στον ιουδαϊσμό.

Σε ολόκληρη την αρχαιότητα συνηθιζόταν μια ευρεία, πολύ διαφοροποιημένη πρακτική πλαστογραφιών. Την καθιστούσε δυνατή η μεγάλη ευπιστία της εποχής. Αλλά θα ήταν λάθος να συναγάγουμε την «νομιμότητα» των πλαστογραφιών από την ευπιστία απέναντι στο μεγάλο αριθμό τους. Δεν είμαι ο πρώτος που διαπιστώνει ότι ο μεγάλος αριθμός των πλαστογραφιών είναι αποτέλεσμα της ευπιστίας εκείνης της εποχής. Ήδη από την εποχή του Ηροδότου, όταν τον 5ο αιώνα π.κ.ε. με το εμπόριο βιβλίων (ένα ζωηρό εμπόριο αντιγράφων σε σχετικά χαμηλή τιμή), κυκλοφόρησαν στην Αθήνα συγγράμματα, άρχισαν να ασκούν κριτική στις πλαστογραφίες, όρισαν κριτήρια γνησιότητας, ανέπτυξαν κάποιες μεθόδους για την αποκάλυψη τους στα πιο διαφορετικά είδη της λογοτεχνίας, πολλές φορές μεθόδους σχολαστικής ακρίβειας, αν και τα πλαστά κείμενα που ανακάλυπταν ήταν ακόμη σχετικά αθώα. Και η αρχαία αισθητική καταδίκαζε την λογοκλοπία, εφόσον υπήρχε απάτη εκ προθέσεως.

Σίγουρα δεν μπορούμε να μεταφέρουμε τόσο απλά στην αρχαιότητα την δική μας κριτική (και αχ! τόσο ηθική) συνείδηση. Αλλά, παρόλο που εκείνη η εποχή δεν καταδίκαζε γενικά την πλαστογραφία ως βαρύ ηθικό έγκλημα, έτσι όπως την εννοούμε σήμερα, δεν την αντιλαμβανόταν και ως κάτι το αυτονόητο, δεν τύγχανε γενικής αποδοχής. Εύκολα μπορούσαν μεν να παραπλανήσουν, να «παραμυθιάσουν» έναν αρχαίο αναγνώστη που ήταν συνήθως αφελής, άκριτος και υπερβολικά εύπιστος, που δεν διέθετε ψυχολογικούς και ηθικούς ενδοιασμούς, και είχε ιδιαίτερη προτίμηση στην «μυστικιστική» λογοτεχνία, αλλά τέτοιους καταναλωτές αναγνωσμάτων βρίσκουμε αρκετούς και στον ύστερο 20ό αιώνα. Ωστόσο, οι διαφορές ανάμεσα στα φιλολογικά κριτήρια των δύο εποχών δεν είναι τόσο θεμελιώδεις. Η αρχαιότητα διέθετε κριτήρια γνησιότητας (τα οποία δεν ήταν καθόλου ευκαιριακά), συχνά αποδεικνύεται η ύπαρξη μιας άγρυπνης ευαισθησίας και ειλικρινούς αγανάκτησης για τις αποκαλυπτόμενες πλαστογραφίες. Τα ψευδεπίγραφα θεωρούνταν ήδη τότε «μια παλαιά, αν και όχι τόσο έντιμη, φιλολογική κληρονομιά»

Φρόντισε να υπάρχουν στην βιβλιοθήκη σου πριν χαθούν. Θα τα βρεις όλα εδωνά Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ