Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου

«Υπήρχε η συνήθεια ανάμεσα στους οπαδούς της αντιπολίτευσης να θεωρείται καλό σημάδι η βροχή την ημέρα των εκλογών», λέει ο Calvino στην αρχή του βιβλίου. «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» γράφτηκε από τον Italo Calvino...

Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου

«Υπήρχε η συνήθεια ανάμεσα στους οπαδούς της αντιπολίτευσης να θεωρείται καλό σημάδι η βροχή την ημέρα των εκλογών», λέει ο Calvino στην αρχή του βιβλίου.

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» γράφτηκε από τον Italo Calvino το 1963, πριν από 49 χρόνια και θέμα του είχε την νοθεία, την γραφειοκρατία και την ψηφοθηρία. Ο Italo Calvino παρουσιάζει με τον γνωστό διορατικό, καυστικό και συναρπαστικό του ύφος το πάντα επίκαιρο θέμα της ψηφοθηρίας και της νοθείας στην πιο ακραία τους μορφή, συμπυκνώνοντας σε λίγες σελίδες διαχρονικές αλήθειες.

Ο Αμερίγκο Ορμέα, μέλος κάποιου αριστερού κόμματος, ορίζεται αντιπρόσωπος σ’ ένα εκλογικό κέντρο, προπύργιο των χριστιανοδημοκρατών: ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα για ανίατους ασθενείς και άτομα με ειδικές ανάγκες. Η πλήρης εξάρτησή τους από το προσωπικό και τη διεύθυνση του ιδρύματος μετατρέπει αυτούς τους ανθρώπους σε εύκολα θύματα της πιο αναίσχυντης πολιτικής εκμετάλλευσης. Τα όσα βλέπει και ακούει τη μέρα εκείνη ο Ορμέα τον χαράζουν βαθιά και τον οδηγούν σε δρόμους και λύσεις που δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Ο Italo Calvino παρουσιάζει με το γνωστό, καυστικό και συναρπαστικό του ύφος το πάντα επίκαιρο θέμα της ψηφοθηρίας στην πιο ακραία του μορφή.

Πρόκειται για ένα απολαυστικό και πικρόχολο σχόλιο στην ανοησία που περιλαμβάνει η εκλογική διαδικασία, γραμμένο μάλιστα λίγα χρόνια μετά τη θορυβώδη αποχώρηση του Καλβίνο από το ΚΚ Ιταλίας, αμέσως μετά τα «Ουγγρικά» γεγονότα του 1956. […] Ολόκληρη η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από δυο επίπεδα: το πρώτο είναι οι σκέψεις του μουδιασμένου και βαριεστημένου παρατηρητή Αμερίγκο και το δεύτερο είναι η ατμόσφαιρα του κλειστού και αποξενωμένου χώρου του εκλογικού τμήματος. Η αθλιότητα του περιβάλλοντος και των εκλογικών εργαλείων, η μετατροπή της δημοκρατίας σε ταπεινή λογιστική, η διοικητική μελαγχολία είναι ορισμένα μόνο από τα θέματα που θίγει το βιβλίο. Ο Αμερίγκο με πικρία σχολιάζει το αδιέξοδο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την πολιτική εκμετάλλευση των αδύναμων πολιτών, μελαγχολώντας για τη δυνατότητα που η πολιτική παρέχει στο να αλλάξουν τα πράγματα στις κοινωνίες. Το βιβλίο του Καλβίνο διαβάζεται και ως μια αλληγορία για την ψευδαίσθηση ελευθερίας που δημιουργεί η μονότονη εκλογική διαδικασία.

Το βιβλίο «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» με αφορμή τις εκλογές αλλά και την τύχη του διαβόητου «νόμου απάτη», άρχισε να γράφεται το 1953 και ολοκληρώθηκε το 1963. Τότε, το 1953, η Χριστιανική Δημοκρατία και οι σύμμαχοί της κατέθεσαν ένα νομοσχέδιο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Αντί της απλής αναλογικής, που ίσχυε από την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας, την επομένη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το νομοσχέδιο πρότεινε ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο αυτό, ο συνδυασμός ή ο συνασπισμός που θα έπαιρνε το 50% συν 1 (το οποίο αναλογούσε στα δύο τρίτα των εδρών του Κοινοβουλίου), θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση.

Κάτω από τον νόμο αυτό, στις εκλογές του 1953 ο Ίταλο Καλβίνο είναι υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος και την ημέρα των εκλογών, ως εκπρόσωπος του κόμματος με το οποίο έχει θέσει υποψηφιότητα, επισκέπτεται το Κοτολένγκο, το άσυλο ανιάτων. Μένει μόνο λίγα λεπτά και το 1961 ζητά και τοποθετείται εκεί ως εκλογικός αντιπρόσωπος. Οι παρατηρήσεις και τα περιστατικά τα οποία θα περιγράψει στο έργο του «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» είναι όλα αληθινά. Εκτός του δέκατου κεφαλαίου.

Αποσπάσματα:

»Ο ήρωας, Αμερίγκο Ορμέα, είναι μέλος ενός κόμματος της αριστεράς και έχει κληθεί να είναι εκλογικός αντιπρόσωπος στο άσυλο ανιάτων, το Κοτολένγκο. Έβρεχε εκείνη την ημέρα και υπήρχε η ελπίδα πως οι γέροντες, ανάπηροι, άρρωστοι και γενικά αδύναμα άτομα που αποτελούσαν την συντηρητική παράταξη και η οποία δεν ενδιαφερόταν και πολύ για την πολιτική, δεν θα πήγαιναν να ψηφίσουν, με αποτέλεσμα αυτός ο νόμος να μην τεθεί σε ισχύ. Όμως ο Αμερίγκο δεν είχε αυταπάτες. Ήταν απαισιόδοξος και αυτό ήταν αποτέλεσμα της πείρας που είχε στην πολιτική. Ήξερε πως χρειάζονται χρόνο οι αλλαγές. Δεν βρισκόταν εκεί επειδή τον ενδιέφερε η επαγγελματική του επιτυχία ή η διασημότητα η οποία κατακτάται μέσω της πολιτικής, βρισκόταν εκεί διότι τον ενδιέφερε περισσότερο να είναι ένας σωστός άνθρωπος στην κοινωνία.

Το Κοτολένγκο ήταν ένα χριστιανικό ίδρυμα σαν ένα μικρό κράτος εν κράτει. Ο πληθυσμός του, ανάπηροι σωματικά και πνευματικά, ήταν εικόνες ασκήμιας. Μια λυπηρή, παραμορφωμένη ανθρώπινη εικόνα. Διαβιούσαν εκεί έγκλειστοι, μικρά παιδιά, μεσήλικες, γέροντες, οι πιο πολλοί ανίκανοι να περπατήσουν, να μιλήσουν, να αντιληφθούν και να επικοινωνήσουν. Κάποιοι χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο ταυτότητας και άλλοι κατάκοιτοι. Αυτόν τον πληθυσμό το σύστημα τον θεωρούσε, «κάτω από τις ευλογίες» της Χριστιανικής Δημοκρατίας, ικανό να ψηφίσει. Με την βοήθεια της ηγουμένης, των βοηθών της και του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής, το παραβάν μεταφερόταν από θάλαμο σε θάλαμο για τους κατάκοιτους και μπαίνοντας και η ηγουμένη πίσω από αυτό ολοκλήρωνε το «αδιάβλητο» των εκλογών και το δικαίωμα της ψήφου ενός εκάστου. Το ίδιο συνέβαινε πίσω από το παραβάν «και από όσους τους βοηθούσαν» και για όσους μετακινούνταν με καροτσάκια, ήταν τυφλοί, ενώ άλλοι σαν τραγούδι και ποίημα έλεγαν επαναλαμβανόμενα «στο τρίτο δεξιά, στο τρίτο δεξιά…».

»Βράδιαζε. Το «αποσπασμένο τμήμα» εξακολουθούσε να διασχίζει τους θαλάμους: γυναικείους αυτή τη φορά. Για να συλλέξουν τα ψηφοδέλτια, γυρνούσαν από κρεβάτι σε κρεβάτι μ’ εκείνα τα παραβάν που έπρεπε να μετακινούν κάθε φορά. Δεν είχαν τελειωμό… «Τελειώσατε, κυρία; Μπορούμε να έρθουμε να μαζέψουμε;» Η καημενούλα απ’ την άλλη μεριά του παραβάν μπορεί και να ψυχορραγούσε. «Κλείσατε το ψηφοδέλτιο; Ναι;» Έβγαζαν το παραβάν: Το ψηφοδέλτιο ήταν ακόμη εκεί, διπλωμένο, λευκό ή με μία μουτζούρα, με μερικές μπερδεμένες γραμμές…

Ο Αμερίγκο επαγρυπνούσε… Από την στιγμή που είχε νιώσει λιγότερο ξένος απέναντι σ’ εκείνους τους δυστυχισμένους, η αυστηρότητα του πολιτικού του ρόλου του είχε γίνει επίσης λιγότερο ξένη. Θα ‘λεγε κανείς ότι σ’ εκείνον τον πρώτο θάλαμο ο ιστός που τον κρατούσε τυλιγμένο σ’ ένα είδος παραίτησης είχε σκιστεί, και τώρα ένιωθε νηφάλιος, σαν να του ήταν όλα πια ξεκάθαρα, σαν να κατανοούσε τι έπρεπε ν’ απαιτεί κανείς από την κοινωνία και τι αντίθετα δεν έπρεπε να απαιτεί, μα ήταν αναγκαίο να φτάσει σ’ αυτό το συμπέρασμα μόνος του, αλλιώς ήταν ανώφελο.»

»Θυμόταν την εμφάνιση των ανθρώπων εκείνου του καιρού, που έμοιαζαν όλοι εξίσου φτωχοί και που έμοιαζαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τις γενικές παρά για τις ιδιωτικές υποθέσεις. Θυμόταν τις πρόχειρες έδρες των κομμάτων, γεμάτες καπνό, γεμάτες από τον θόρυβο των στυλογράφων, των ατόμων των τυλιγμένων μέσα στα παλτά τους, που συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο σε εθελοντικό ενθουσιασμό (κι αυτά ήταν όλα αληθινά, αλλά μόνο τώρα, μετά από τόσα χρόνια, εκείνος μπορούσε να τα δει, να σχηματίσει μια εικόνα, ένα μύθο). Σκέφτηκε ότι μόνο εκείνη η νεογέννητη δημοκρατία μπορούσε ν’ αξίζει να λέγεται δημοκρατία. Ηταν εκείνη η αξία που αναζητούσε άδικα πριν λίγο μέσα στη μετριότητα των πραγμάτων και δεν την έβρισκε. Γιατί εκείνη η εποχή είχε πια περάσει και σιγά σιγά είχε ξαναγυρίσει για να καταλάβει το πεδίο η γκρίζα σκιά της γραφειοκρατίας, ο παλιός διαχωρισμός σε διοικητές και διοικούμενους, ίδιος πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το φασισμό.

»H φαντασία είναι σαν την μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στερεή φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν «H φαντασία στην εξουσία» και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μην γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μην γίνει υποχρεωτική.

Χρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μην χάνει την δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Αντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις την φαντασία σου, την δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να την στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος.

Ενα απόσπασμα από μια συνέντευξή του

«Γράφω δύσκολα, δεν μένω ποτέ ικανοποιημένος. Πριν γράψω κάτι, συσσωρεύω πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους εμπειρίες. Αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες μεταφράζονται σε διαφορετικά βιβλία. Πέρασα μια φάση που έγραφα σχεδόν ταυτόχρονα τα πιο ανομοιογενή πράγματα, προσπαθώντας πάντα να κάνω αυτό που λέμε κοινωνική κριτική. Έτσι, μετά τον «Ανύπαρκτο Ιππότη» κυκλοφόρησε το «Μια μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου», βιβλίο που έβγαινε από μια συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση που ζούσε η Ιταλία εκείνα τα χρόνια. Το τελευταίο μου βιβλίο, το Πάλομαρ άρχισα να το γράφω το 1975. Κάθε τόσο ζούσα κάποια εμπειρία ενός συγκεκριμένου τύπου. Την έγραφα, την έβαζα στο συρτάρι, τις μάζευα όλες μαζί. Χρειάστηκαν οκτώ χρόνια για να γίνουν βιβλίο. Ταυτόχρονα δούλευα και άλλα πράγματα, προσπαθώντας να εξετάσω την εξέλιξη της ιταλικής κοινωνίας. Ξεκινώ πάντα από μια αληθινή εμπειρία και ύστερα προχωρώ στα σύμβολα που μου ταιριάζουν περισσότερο. Στις Αόρατες πόλεις και στα Κοσμοκωμικά θριαμβεύει η φαντασία κι όμως νομίζω ότι είναι από τα πιο ρεαλιστικά μου βιβλία…» Και παρακάτω: «Δουλειά μου είναι να παρατηρώ την ζωή, να καταγράφω εμπειρίες, να ψάχνω την αλήθεια, κι ας ξέρω πολύ καλά ότι υπάρχουν βεβαίως πολλές πολλές αλήθειες…»

και αλλού:

«H φαντασία είναι σαν την μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στερεή φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν «H φαντασία στην εξουσία» και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μην γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μην γίνει υποχρεωτική.

Χρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μη χάνει τη δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Αντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις τη φαντασία σου, τη δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να τη στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος»