Ο έλεγχος της εκκλησίας στο σχολείο

Πώς η εκκλησία επιβάλλεται στο εκπαιδευτικό σύστημα. Πώς το κάνει αυτό το σχολείο; Καταρχάς μέσω της σχολικής γνώσης. «Για την κατασκευή των πραγμάτων χρειάζονται εργαλεία. Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζονται οι άνθρωποι είναι η...

Ο έλεγχος της εκκλησίας στο σχολείο

Πώς η εκκλησία επιβάλλεται στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Πώς το κάνει αυτό το σχολείο; Καταρχάς μέσω της σχολικής γνώσης. «Για την κατασκευή των πραγμάτων χρειάζονται εργαλεία. Το εργαλείο με το οποίο κατασκευάζονται οι άνθρωποι είναι η πληροφορία» παρατηρούσε ο Ε.Α. Ράουτερ στο κλασικό βιβλιαράκι του «Η κατασκευή υπηκόων».

Αρκεί όμως μόνο η παροχή πληροφοριών στους μαθητές για να διαμορφωθεί η προσωπικότητά τους; Οχι, λένε οι προοδευτικοί παιδαγωγοί και οι κοινωνιολόγοι της εκπαίδευσης, ήδη από τη δεκαετία του ’70. Χρειάζονται και μια σειρά από πρακτικές μέσα στο σχολείο, προκειμένου οι πληροφορίες να αποκτήσουν φυσική και αιώνια υπόσταση, να γίνουν αδιαμφισβήτητες. Τον 17ο αιώνα ο Γάλλος φιλόσοφος Μπλεζ Πασκάλ (1623-1662) παρατήρησε πως αν αναγκάζεις τα παιδιά να γονατίζουν κάθε μέρα για να προσευχηθούν, ανεξάρτητα από την αρχική τους πεποίθηση, στο τέλος θα πιστέψουν στην ύπαρξη του Θεού.

Με αυτές τις ελάχιστες εισαγωγικές παρατηρήσεις θα προσπαθήσουμε σύντομα να σκιαγραφήσουμε την ιδεολογική παρέμβαση που προσπαθεί να ασκήσει και εντέλει ασκεί η εκκλησία στο σχολείο. Παρέμβαση σε πολλά επίπεδα που αγγίζει τα αναλυτικά προγράμματα των θρησκευτικών, τον χρόνο που αφιερώνει το ωρολόγιο πρόγραμμα στα θρησκευτικά, τις θρησκευτικές πρακτικές και τελετουργίες –όπως η προσευχή και ο εκκλησιασμός– που αξιώνει να είναι υποχρεωτικές στο σχολείο.

Επίσης, να τονίσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν συνηγορούμε στο να μην υπάρχει μάθημα σχετικά με τη θρησκεία στο σχολείο. Το 2001 ο Ρεζίς Ντεμπρέ, στο υπόμνημά του προς τον υπουργό Παιδείας της Γαλλίας Τζακ Λανγκ, πρότεινε –με βάση πάντα τα δεδομένα της γαλλικής κοινωνίας– την προσέγγιση των θρησκειών ως πολιτιστικών φαινομένων και παραγόντων διαμόρφωσης της τέχνης, της ιστορίας, της ηθικής κ.λπ. Προφανώς στην Ελλάδα μπορεί να μην επιτρέπεται άμεσα τέτοια διδακτική προσέγγιση λόγω της επιδραστικότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πλειονότητα του πληθυσμού.

Ομως είναι ανάγκη το μάθημα των θρησκευτικών να εκσυγχρονιστεί μέσα από νέες προσεγγίσεις και ήδη οι νέοι Φάκελοι Μαθήματος, τους οποίους δημιούργησε το υπουργείο Παιδείας πριν από δύο χρόνια, διδάσκονται στα σχολεία. Αυτή η καινοτομία συνάντησε αντιδράσεις από την εκκλησία (όποιος/α θέλει να δει τους Φακέλους Μαθήματος μπορεί να επισκεφτεί την ιστοσελίδα του ΙΕΠ http://iep.edu.gr).

Η ιστορία της παρέμβασης της εκκλησίας στο Σχολείο

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έπαιξε ιστορικά ιδιαίτερο ρόλο στον ελλαδικό χώρο. Μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής έχρισε πατριάρχη Κωνσταντινούπολης τον Γεννάδιο, ηγέτη της αντιδυτικής πτέρυγας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στον πατριάρχη ανατέθηκαν όλες οι θρησκευτικές αρμοδιότητες σχετικά με τους ορθόδοξους πληθυσμούς της αυτοκρατορίας. Αυτό σε συνδυασμό με τις φορολογικές ατέλειες που απολάμβανε η Εκκλησία και το δικαίωμα που είχαν τα μοναστήρια να κατέχουν μεγάλες γαίες δημιούργησε μια κατάσταση όπου ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης εμφανιζόταν ως ο θρησκευτικός, πνευματικός και πολιτικός αρχηγός των ορθόδοξων λαών.

Ετσι, η εκκλησία έγινε ο κύριος οργανωτής της πνευματικής ζωής των υπόδουλων ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών. Η ορθόδοξη πίστη μετασχηματίζεται κάτω από αυτές τις συνθήκες σε ιδεολογία μέσω της οποίας εκφράζονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα των υπόδουλων. Αυτό δεν σημαίνει ότι εντός της εκκλησίας και εντός του κλήρου δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις και αντιπαραθέσεις.

Στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε ένα δίκτυο σχολείων του οποίου την ανάπτυξη δεν εμπόδισαν οι Οθωμανοί. Τα σχολεία αυτά ήταν φανερά και λειτουργούσαν χωρίς προβλήματα. Οι σχολές που ίδρυσε το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης δεν είχαν σκοπό να διαφυλάξουν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων, αλλά να δημιουργήσουν ιερείς και διανοούμενους της Εκκλησίας ικανούς να αποκρούσουν τις προσπάθειες του καθολικισμού να διεισδύσει στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ανατολής. Καμία ιστορική μαρτυρία της εποχής δεν κάνει λόγο για κρυφά σχολεία ή για απαγόρευση των σχολείων από τους Οθωμανούς.

Αντίθετα, υπάρχουν μαρτυρίες για διώξεις προοδευτικών δασκάλων αλλά και ιερέων από συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους (περιπτώσεις του Βενιαμίν Λέσβιου αλλά και του Θεόφιλου Καΐρη). Απλοί κληρικοί και στελέχη της εκκλησίας, όπως ο Παπαφλέσσας, πολέμησαν στην πρώτη γραμμή της επανάστασης. Ομως την προεπαναστατική περίοδο η κατεύθυνση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης ήταν ενάντια στην επανάσταση και στις ιδέες του Διαφωτισμού. Eβαλε σε «μαύρη λίστα» τα βιβλία του Ρήγα, κατηγόρησε τον Κοραή σαν «άθεο» και τελικά αφόρισε την Eπανάσταση του 1821.

Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η εκκλησία με τις ενέργειες του Θεόκλητου Φαρμακίδη κατόρθωσε να ανεξαρτητοποιηθεί από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το βασικό επιχείρημα του Φαρμακίδη ήταν ότι δεν μπορεί η διοίκηση της εκκλησίας να καθορίζεται από έναν πατριάρχη δέσμιο του Τούρκου σουλτάνου. Με αυτόν τον τρόπο η εκκλησία στο ελληνικό κράτος έγινε οργανικό τμήμα του κρατικού μηχανισμού, δομήθηκε στη λογική της δόμησης του κράτους και διαμορφώθηκε μια «κρατική λατρεία», η οποία ανάμεσα στα άλλα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχομένου του σχολείου.

Η επιλογή της 25ης Μαρτίου, ημέρας της θρησκευτικής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, ως επίσημης επετείου της Επανάστασης του 1821 έγινε από το ελληνικό κράτος το 1838 για να υπηρετήσει συγκεκριμένους ιδεολογικούς σκοπούς σύμπλεξης της εκκλησίας με την επανάσταση. Σταδιακά διανοούμενοι της εκκλησίας προσπάθησαν να κατασκευάσουν εικόνες για το παρελθόν. Για παράδειγμα ο πίνακας του Γύζη «Το κρυφό σχολειό» (1886) είναι κλασική περίπτωση «ιδεολογικής διαχείρισης του παρελθόντος» με σκοπό την κατασκευή μιας εικόνας διαφορετικής από την πραγματικότητα, αφού κρυφό σχολειό, όπως το ξέρουμε, ουσιαστικά δεν υπήρξε. Ο μύθος του κρυφού σχολειού διαμορφώθηκε από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και μετά προκειμένου να δείξει ότι η εκκλησία και οι ιερείς ήταν αυτοί που κράτησαν ζωντανή την εθνική συνείδηση των Ελλήνων.

Από τα πρώτα βήματα οργάνωσης του ελληνικού σχολείου, η χριστιανική διδασκαλία μπαίνει στα αλληλοδιδακτικά σχολεία ως βασικό μάθημα δίπλα στην ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική.

Από το 1833 η αντιβασιλεία συγκρότησε τη Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, στην οποία ανέθεσε την οργάνωση και διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων δημιουργείται από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης του ελληνικού κράτους και η σύμπλεξη θεμάτων εκπαίδευσης και εκκλησίας στο ίδιο υπουργείο γίνεται δομικό χαρακτηριστικό της ελληνικής πολιτείας.

Στον νόμο του 1836 η κατήχηση είναι από τα βασικά μαθήματα των ελληνικών σχολείων και των γυμνασίων ενώ η Θεολογική Σχολή ήταν ανάμεσα στις τέσσερις πρώτες σχολές που ιδρύθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (η Θεολογική το πρώτο έτος λειτουργίας της είχε οκτώ φοιτητές ενώ η Ιατρική Σχολή τέσσερις, η Νομική είκοσι δύο και η Φιλοσοφική δεκαοκτώ).

Από το πρώτο ωρολόγιο πρόγραμμα του 1836 μέχρι και σήμερα, το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί βασικό – υποχρεωτικό μάθημα γενικής παιδείας. Ο Χαράλαμπος Νούτσος, στο βιβλίο του «Προγράμματα μέσης εκπαίδευσης και κοινωνικός έλεγχος, 1931- 1973» (Εκδόσεις Θεμέλιο), εξετάζει τα ωρολόγια προγράμματα των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης από το 1931 μέχρι το 1973.

Σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών επισημαίνει:

α) Είναι το μάθημα που διατηρεί σταθερά τον χρόνο διδασκαλίας του με ελάχιστες αυξήσεις ή μειώσεις που δεν υπερβαίνουν τη μία ώρα. Κινείται σταθερά στις δύο ώρες σε κάθε τάξη και κάποιες χρονιές μειώνονται ή αυξάνονται.

Από δώδεκα ώρες μειώνονται στις δέκα το 1966 (στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Ενωσης Κέντρου το 1964) και αυξάνονται στις δεκατρείς το 1969 (επί χούντας, η οποία μαζί με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των θρησκευτικών κατάργησε τη διδασκαλία της κοινωνιολογίας και των στοιχείων οικονομίας στο πλαίσιο της ενίσχυσης του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού»).

β) Το μάθημα των θρησκευτικών είναι το μόνο μάθημα που κατέχει σταθερά την πρώτη θέση στη σειρά εμφάνισης σε όλα τα προγράμματα της περιόδου που εξετάζουμε. Κοντολογίς, όλα τα ωρολόγια προγράμματα αυτής της περιόδου ξεκινούν με πρώτο μάθημα τα θρησκευτικά. Τέλος, ας σκεφτούμε ότι τελειώνοντας το σχολείο έχουμε όλοι διδαχτεί τη δημιουργία του κόσμου σύμφωνα με τη θεολογική εκδοχή: ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό σε επτά ημέρες, ο Αδάμ και η Εύα είναι μακρινοί μας πρόγονοι. Εχουμε, αντίστοιχα, διδαχτεί τι λένε οι φυσικές επιστήμες για τη δημιουργία του κόσμου; Ποιες οι βασικές θεωρίες για την προέλευση του σύμπαντος, του πλανήτη και του είδους μας; Αν το σκεφτεί κάποιος/α θα δει ότι η πρώτη εκδοχή, η θεολογική, είναι αυτή που γνωρίζουν όλοι.

Άμεσες παρεμβάσεις εκκλησιαστικών κύκλων στην εκπαίδευση

Το 1908 ο Αλέξανδρος Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής στο Παρθεναγωγείο του Βόλου και εισήγαγε σε αυτό μια σειρά από καινοτομίες όπως η δημοτική γλώσσα, τα υπαίθρια μαθήματα, ο περιορισμός της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών. Ο επίσκοπος Δημητριάδος Γ. Μαυρομμάτης μαζί με συντηρητικούς κύκλους της κοινωνίας του Βόλου αντέδρασαν στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου, διέκοψαν τη λειτουργία του και ο Δελμούζος παραπέμφθηκε σε δίκη, η οποία έγινε το 1914 στο Ναύπλιο όπου αθωώθηκε πανηγυρικά. Συνήγορος υπεράσπισης ο Λουκάς Νάκος (1865-1933), δικηγόρος Αθηνών και πατέρας της λογοτέχνιδας Λιλίκας Νάκου. Ανάμεσα στους μάρτυρες υπεράσπισης του Δελμούζου ήταν ο παιδαγωγός Δημήτρης Γληνός, η άποψη του οποίου για την προσευχή –όπως την ανέπτυξε στην κατάθεσή του στο δικαστήριο– είναι επίκαιρη:

Γληνός: «Η πρωινή προσευχή είναι εν εκ των παιδαγωγικών μέσων διά των οποίων το σχολείον εκπληροί τον θρησκευτικόν προορισμόν του».

Εισαγγελέας: «Είναι μέσον».

Γληνός: «Μάλιστα είναι εκ των μέσων. Υπάρχουν όμως παιδαγωγοί οίτινες δεν κάμνουν χρήσιν όλων των μέσων τούτων, όπως είναι η πρωινή προσευχή, ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός, αλλά λέγουν ότι εφ’ όσον πρόκειται να γίνει τούτο ούτως ώστε να είναι μηχανικόν μόνο μέσον και να εκπληροί τον σκοπόν τον θρησκευτικόν, δι’ ον άλλως τε εφαρμόζεται, προτιμότερον να λείψη».

Το 1985 η Ιερά Σύνοδος είχε διαμαρτυρηθεί για το σχολικό βιβλίο του Λευτέρη Σταυριανού «Ιστορία του ανθρώπινου γένους», το οποίο προσπαθούσε να αφηγηθεί την ιστορία του ανθρώπινου γένους πατώντας στη θεωρία της εξέλιξης, την αντίληψη ότι ο άνθρωπος δημιούργησε πολιτισμό με την εργασία καθώς ήταν το μόνο είδος που μπορούσε να εργαστεί και μέσω της αμφίδρομης σχέσης του με τη φύση και τους συνανθρώπους του εξελίχθηκε. Αντίληψη η οποία ήταν σαφώς στον αντίποδα της θεολογικής απάντησης στο ερώτημα της δημιουργίας του ανθρώπου. Τελικά το βιβλίο αποσύρθηκε.

@Κώστας Θεριανός: Δρ Κοινωνιολογίας, μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Γληνού.