Ο Πόλεμος με τις Σαλαμάνδρες

Ο πλοίαρχος βαν Τοχ ανακαλύπτει μια αποικία από σαλαμάνδρες στην Σουμάτρα, οι οποίες όχι μόνο μπορούν να εκπαιδευτούν στην αλιεία μαργαριταριών και την χρήση εργαλείων, αλλά και να μιλούν. Καθώς ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορείται γι’...

Ο Πόλεμος με τις Σαλαμάνδρες

Ο πλοίαρχος βαν Τοχ ανακαλύπτει μια αποικία από σαλαμάνδρες στην Σουμάτρα, οι οποίες όχι μόνο μπορούν να εκπαιδευτούν στην αλιεία μαργαριταριών και την χρήση εργαλείων, αλλά και να μιλούν. Καθώς ο υπόλοιπος κόσμος πληροφορείται γι’ αυτά τα πλάσματα και τις θαυμάσιες ιδιότητές τους, γίνεται σαφές ότι το νέο είδος ενδείκνυται για εκμετάλλευση – μπορούν να πωληθούν κατά χιλιάδες, να απασχοληθούν σε δουλειές που ο άνθρωπος δεν θέλει να κάνει, μπορούν ακόμα να εξοπλιστούν και να πολεμήσουν.

Αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν σκεφτεί τις τρομερές συνέπειες των επιλογών τους…

Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες (1936) είναι μια σκοτεινή, ειρωνική αλληγορία της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη του μεσοπολέμου. Χαρακτηρισμένο από πολλούς ως ένα από τα πρώτα δυστοπικά μυθιστορήματα, το αριστούργημα του Κάρελ Τσάπεκ θεωρείται από τα σημαντικότερα βιβλία του εικοστού αιώνα, κι αυτό γιατί εκείνο που το διακρίνει είναι το χιούμορ και το πικρό σατιρικό του πνεύμα που στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις, την επιστήμη, την θρησκεία, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον καπιταλισμό, τους επιχειρηματίες, αλλά και τους διανοούμενους. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

***

Κανονικά, ο Κάρελ Τσάπεκ δεν θα έπρεπε να χρειάζεται παρουσίαση. Μαζί με τον Γιάροσλαβ Χάσεκ -τον πατέρα του Καλού στρατιώτη Σβέικ- είναι οι δύο μεγάλες μορφές της Τσέχικης λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Καθώς όμως παραμένει σχεδόν άγνωστος στην χώρα μας, ο μεταφραστής δεν μπορεί ν’ αποφύγει την παρεμβολή του για να πει μερικά βασικά, από τα πολλά που θα μπορούσε κανείς ν’ αναφέρει γι’ αυτόν τον σημαντικό και πολύπλευρο συγγραφέα.

Ο Κάρελ Τσάπεκ (Karel Capek) γεννήθηκε στις 9 Ιανουάριου 1890 στο Μάλε Σβατονοβίτσε, μια κώμη κοντά στα σημερινά σύνορα της Τσεχίας με την Πολωνία. Αφού ολοκλήρωσε μετ’ εμποδίων τις γυμνασιακές σπουδές του (είχε αποβληθεί από το σχολείο του λόγω συμμετοχής σε μια παράνομη μαθητική λέσχη με ιδέες επηρεασμένες από τον αναρχισμό) σπούδασε φιλοσοφία και αισθητική στα Πανεπιστήμια της Πράγας, του Βερολίνου και του Παρισιού, ενώ γλίτωσε την φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χάρη σε μια χρόνια πάθηση στην σπονδυλική στήλη. Εκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη και είχε εντατική δραστηριότητα στον δημοσιογραφικό χώρο. Παράλληλα έγραφε μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια που τον έκαναν γνωστό πολύ πιο πέρα από τα σύνορα της πατρίδας του. Διακρίθηκε επίσης ως μεταφραστής σύγχρονης γαλλικής ποίησης. Υπήρξε προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του Τόμας Μάζαρικ, ιδρυτή και πρώτου Προέδρου της Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας. Πέθανε σε ηλικία 48 ετών από πνευμονία, ανήμερα Χριστούγεννα του 1938, στην Πράγα.

Οπως οι σύγχρονοί του X. Τζ. Ουέλς, Αλντους Χάξλεϊ και Τζορτζ Όργουελ, ο Κάρελ Τσάπεκ χρησιμοποίησε την φόρμα της επιστημονικής φαντασίας για να εκφράσει προβλήματα και αγωνίες του δικού του κόσμου και της δικής του εποχής. Είτε επειδή ήταν πιο προικισμένος από εκείνους (τους δύο πρώτους τους είχε πάντως διαβάσει κι αφομοιώσει) είτε επειδή είχε μεγαλώσει στην πολιτιστική παράδοση της Αψβουργικής Μεσευρώπης, με την έφεσή της στο γκροτέσκο αφήγημα και στο σουρεαλιστικό μαύρο χιούμορ, ο Τσάπεκ έδωσε στα πεζά και τα θεατρικά του μια σπιρτάδα και πλαστικότητα που σπάνια συναντάμε στην επιστημονική φαντασία του εικοστού αιώνα.

Παρά τους εμφανείς δεσμούς των έργων του με την νεωτερική λογοτεχνία και τις επιρροές από ριζοσπαστικά εικαστικά κινήματα του εικοστού αιώνα, ιδίως τον κυβισμό, απουσιάζει από αυτά ο συνειδητά ερμητικός, ελιτίστικος χαρακτήρας μεγάλου μέρους της νεωτερικής τέχνης. Αυτό, σε συνδυασμό με την αίσθηση του έμπειρου δημοσιογράφου Τσάπεκ για την αμεσότητα της φράσης και με το πνευματώδες ύφος του συγγραφέα Τσάπεκ, τα κάνει εύληπτα και απολαυστικά στην ανάγνωση, όσο ανησυχητικό και αν είναι το «μήνυμά» τους.

Το πρώτο έργο που τον έκανε διάσημο ήταν το θεατρικό R. U. R. (Rossumovi Universalni Roboti, ήτοι «Τα γενικής χρήσεως ρομπότ του Ρόσουμ»). Γραμμένο το 1920, παρουσιάζει έναν κόσμο απόλυτα τεχνοκρατούμενο και μηχανοποιημένο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο αυτό, που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και παίχτηκε και στην Ελλάδα, εισήγαγε στο διεθνές λεξιλόγιο τη λέξη ρομπότ, από την κοινή στις σλαβικές γλώσσες λέξη robota ή rabota, που σημαίνει μόχθος, δουλειά, υπονοώντας μάλιστα την σκληρή εργασία του δούλου ή του δουλοπάροικου. Αν και ο νεολογισμός αυτός πιστώνεται συνήθως μέχρι σήμερα στον Κάρελ Τσάπεκ, ο ίδιος έχει αποκαλύψει ότι επρόκειτο για επινόηση του αδελφού του, Γιόσεφ Τσάπεκ (1887 – 1945), ζωγράφου και επίσης συγγραφέα.

Την επόμενη χρονιά ο Κάρελ γράφει μαζί με τον Γιόσεφ Τσάπεκ ένα άλλο θεατρικό έργο, Η ζωή των εντόμων, που προαναγγέλλει την εξάπλωση του ολοκληρωτισμού στον κόσμο. Το 1922 γράφει το θεατρικό Η περίπτωση Μακρόπουλου, σάτιρα για την επιθυμία της αθανασίας, και δημοσιεύει δύο μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας: Η απελευθέρωση του Απόλυτου, σάτιρα του θρησκευτικού και γενικά του ιδεολογικού φανατισμού και Κρακατίτης, όπου ο εφευρέτης μιας τρομερής εκρηκτικής ουσίας, που θυμίζει πολύ την πυρηνική ενέργεια, βρίσκεται αντιμέτωπος από την μια με την οικονομική και την πολιτική εξουσία, οι οποίες φυσικά εποφθαλμιούν την εφεύρεσή του κι από την άλλη, με την συνείδησή του.

Ολ’ αυτά τα έργα γνώρισαν διεθνή επιτυχία. Ακολούθησαν άλλα θεατρικά, διηγήματα μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας, αστυνομικά διηγήματα και έξοχες ταξιδιωτικές εντυπώσεις από διάφορες χώρες της Ευρώπης. Κατά την γνώμη μερικών, πάντως, το αριστούργημα του Τσάπεκ είναι η τριλογία που περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα Χόρντουμπαλ (1933), Ο μετεωρίτης (1934) και Μια συνηθισμένη ζωή (1934)· εκεί ο Τσάπεκ προσέγγισε την ίδια ιστορία με διαφορετικούς τρόπους, αναζητώντας απάντηση στο ερώτημα «τι είναι γνώση».

Το 1936 έγραψε το Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες (Vcilka s mloky), τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημά του, ουσιαστικά κύκνειο άσμα του ως μυθιστοριογράφου. Πρόκειται για μια ξεκαρδιστική, αλλά στο βάθος πικρή, ακόμη και σπαραχτική αλληγορία για την ύστερη νεωτερικότητα ή, σε πιο εντοπισμένο χρονικό πλαίσιο, για τον κόσμο την παραμονή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, έναν κόσμο που βάδιζε ακάθεκτος προς την καταστροφή του. Ο Τσάπεκ δεν αφήνει τίποτα όρθιο σε αυτό το έργο.

Με το φραγγέλιο της ειρωνείας (το πιο… τσουχτερό απ’ όλα, όπως είναι γνωστό) μαστιγώνει τον καπιταλισμό, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον φασισμό, το Χόλιγουντ, τον κυνισμό της διπλωματίας, την εντυπωσιοθηρική δημοσιογραφία, την εκκλησία, την μαζική κουλτούρα, τον καταναλωτισμό, την αποχαυνωτική επίδραση του μάρκετινγκ, την στενοκεφαλιά των «ειδημόνων», την λατρεία της ποσότητας, τις δογματικές αεροβασίες των φιλοσόφων, την πατριδοκαπηλία και όλα τα άλλα παράφερνα του σύγχρονου κόσμου.

Μέσα σ’ έναν γενικό παραλογισμό, που έχει την επίφαση της ορθολογικότητας, κανένας δεν θέλει να δει την καταστροφή που έρχεται σαν χιονοστιβάδα, σπρωγμένη από την ανθρώπινη αφροσύνη. Ακόμα και όταν κανένας πια δεν μπορεί να την παραβλέψει, όλοι ελπίζουν πως θα πλήξει άλλους και όχι τους ίδιους…

Ο αναγνώστης του βιβλίου θα κάνει την οδυνηρή διαπίστωση ότι η κατάσταση που περιγράφει ο Τσάπεκ μοιάζει σε ανατριχιαστικό βαθμό με την σημερινή. Μήπως Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες αποδειχτεί για δεύτερη φορά προφητικό μυθιστόρημα; Μήπως και οι δικές μας μέρες, όπως οι μέρες που γράφτηκαν οι σελίδες του, είναι παραμονές κάποιας νέας φοβερής καταστροφής; Μερικές φορές θα νόμιζε κανείς πως μόνον η εμμονή μας σε αυταπάτες μάς εμποδίζει ν’ απαντήσουμε καταφατικά. Ο Τσάπεκ δεν έτρεφε τέτοιες αυταπάτες. Εβλεπε καθαρά την πορεία των πραγμάτων.

@Δημοσθένης Κούρτοβικ Αθήνα, στην εισαγωγή του βιβλίου.