Ο Προυστ ήταν νευροεπιστήμονας

Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο Ο Γκράχαμ Γκρην αποκάλεσε τον Προυστ «τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο του 20ου αιώνα» και ο Σώμερσετ Μώχαμ ονόμασε το μυθιστόρημά του «την μεγαλύτερη μυθοπλασία μέχρι σήμερα». Ο Αντρέ Ζιντ δεν πήρε αρχικά...

Ο Προυστ ήταν νευροεπιστήμονας

Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο

Ο Γκράχαμ Γκρην αποκάλεσε τον Προυστ «τον μεγαλύτερο μυθιστοριογράφο του 20ου αιώνα» και ο Σώμερσετ Μώχαμ ονόμασε το μυθιστόρημά του «την μεγαλύτερη μυθοπλασία μέχρι σήμερα». Ο Αντρέ Ζιντ δεν πήρε αρχικά με θετικό τρόπο το έργο του Προυστ. Ο πρώτος τόμος απορρίφθηκε από τις εκδόσεις Gallimard, κατά την συμβουλή του Ζιντ. Αργότερα έγραψε σε επιστολή προς τον Προυστ τις απολογίες του όσον αφορά την άρνησή του απέναντι στον τελευταίο και αποκάλεσε την στάση του αυτή ως ένα από τα σοβαρότερα λάθη της ζωής του. Ο Προυστ πέθανε προτού προλάβει να ολοκληρώσει την αναθεώρηση των τελικών τόμων, τα τρία τελευταία από τα οποία δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του και επιμελήθηκαν από τον αδερφό του Ρόμπερτ Προυστ.

Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Σκωτ Μόνκριεφ και από το 1922 έως το 1931 κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μνήμη των πραγμάτων του παρελθόντος. Ο Σκωτ Μόνκριεφ μετέφρασε τους έξι από τους επτά τόμους αλλά πέθανε προτού ολοκληρώσει την μετάφραση του τελευταίου τόμου. Αυτός ο τελευταίος τόμος δόθηκε σε άλλους μεταφραστές. Όταν η μετάφραση του Σκωτ Μόνκριεφ αναθεωρήθηκε (πρώτα από τον Τέρενς Κίλμαρτιν και έπειτα από τον Ενράιτ), ο τίτλος του μυθιστορήματος άλλαξε στην κυριολεκτική του απόδοση και έγινε Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο. Το 1995 οι εκδόσεις Penguin ανέλαβαν να κάνουν μια νέα μετάφραση του βιβλίου από επτά μεταφραστές σε τρεις χώρες, οι οποίοι βασίστηκαν στο τελευταίο, πληρέστερο και αυθεντικό κείμενο. Οι έξι τόμοι του έργου, μαζί με τον έβδομο τόμο του Προυστ, δημοσιεύτηκαν στην Βρετανία το 2002 από τις εκδόσεις Allen Lane.

Το 1909 ξεκίνησε την συγγραφή του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» (όταν ο Προυστ ήταν 38 ετών) που αποτελείται από επτά τόμους συνολικού μεγέθους 3.200 σελίδων (περίπου 4.300 σελίδες η μετάφραση) και με περισσότερους από 2.000 χαρακτήρες. Το 1913 θα εκδώσει το πρώτο μέρος του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο». Ένα βιβλίο 3.200 λέξεων που αποτελείται από επτά τμήματα με τους εξής τίτλους: 1) Από τη μεριά του Σουάν.  2) Στη σκιά των κοριτσιών με τα λουλούδια. 3) Από τη μεριά των Γκερμάν. 4) Σόδομα και Γόμορα.  5) Η αιχμάλωτη.  6) Η χαμένη Αλμπερτίν. 7) Ο χρόνος που ξαναβρέθηκε. Στο έργο αυτό, που θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα του 20ου αιώνα, αναπτύσσονται με τρόπο νοσταλγικό ουσιώδη θέματα της παιδικής του ηλικίας (π.χ ο έρωτας, η ζήλια). Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα σε μορφή εσωτερικού μονολόγου που στο βάθος του διαφαίνονται έντονα οι κοινωνιολογικές, ψυχολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.

Σίγουρα το έργο αυτό απαιτεί έναν ξεκούραστο αναγνώστη με χρόνο και διάθεση για ονειροπόληση. Από την πρώτη σελίδα φανερώνεται η αγάπη του ήρωα για την ανάγνωση. Το πολύτομο, πυκνογραμμένο αριστούργημα ξεκινά με αυτές τις λέξεις:

«Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος». Και, μισή ώρα αργότερα, η σκέψη πως καιρός ήταν πια ν’ αναζητήσω τον ύπνο με ξυπνούσε ήθελα να ακουμπήσω το βιβλίο που νόμιζα πως κρατούσα ακόμη στα χέρια μου και να σβήσω το φως˙ δεν είχα πάψει, όσο κοιμόμουν, να κάνω συλλογισμούς πάνω σ’ ό,τι είχα μόλις διαβάσει, οι συλλογισμοί όμως αυτοί είχαν ακολουθήσει έναν κάπως παράξενο δρόμο είχα την εντύπωση πως ήμουν εγώ ο ίδιος αυτό για το οποίο μιλούσε το βιβλίο: μια εκκλησία, ένα κουαρτέτο, ο ανταγωνισμός του Φραγκίσκου 1ου και του Καρόλου Κουίντου.»

Μια ακόμη αναπόληση:

«Όσο η παραμαγείρισα σερβίριζε καφέ που, καθώς έλεγε η μαμά, δεν ήταν παρά ζεστό νερό, κι ύστερ’ ανέβαζε στα δωμάτια μας ζεστό νερό που ήταν μόλις χλιαρό, εγώ ξάπλωνα στο κρεβάτι μου, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, στο δωμάτιό μου προστάτευε τρεμουλιάζοντας την διάφανη κι εύθραυστη δροσιά του από τον απογευματινό ήλιο πίσω απ’ τα σχεδόν κλειστά πατζούρια του, από μια ανταύγεια της μέρας είχε ωστόσο βρει τρόπο να περάσει τα κίτρινα φτερά της, και στεκόνταν ακίνητη ανάμεσα στα ξύλο και στο τζάμι, σε μια γωνιά, σαν καθισμένη πεταλούδα. Έφεγγε μόλις για να διαβάσω, και την αίσθηση της μεγαλοπρέπειας του φωτός μου την έδιναν μόνο τα χτυπήματα του Καμύ, καθώς χτυπούσε στην οδό του Πρεσβυτερείου, τα σκονισμένα κιβώτια.»

Οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα που εκλύονται από το δάγκωμα, την γεύση και τα αρώματα ενός μικρού μπισκότου με γεύση λεμονιού (μαντλέν) και κατακλύζουν τον Προυστ στην αρχή του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, ίσως είναι η πιο καλή έμμεση εμπειρία της λειτουργίας της μνήμης που μπορούμε να νιώσουμε.

Ο Προυστ περιγράφει την πραγματικότητα όπως την βιώνει υποκειμενικά, παρακολουθώντας βήμα προς βήμα την εξέλιξη της εμπειρίας του που η οποία μπορεί να αρχίζει από μια αδρή λεπτομέρεια όπως η υφή μιας πετσέτας ή ο ήχος του νερού στους σωλήνες και να τελειώνει με σκέψεις και συμπεράσματα επί παντός επιστητού.

Η μέθοδος της μνήμης / Ο Προυστ ήταν νευροεπιστήμονας

Η γεύση και το άρωμα της μαντλέν τον βύθισαν σε ένα κόσμο γεμάτο κρυμμένες αναμνήσεις και συναισθήματα από την παιδική του ηλικία, όπως η παραμονή του στο Κομπρέ και η θεία Λεονί. Παρατηρεί όμως ότι «η όψη της μικρής μαντλέν δεν μου ’χε θυμίσει τίποτα πριν να την γευτώ ίσως γιατί, έχοντας δει συχνά από τότε μικρές μαντλέν, χωρίς όμως να τις δοκιμάσω, πάνω στα ράφια των ζαχαροπλαστείων, η εικόνα τους είχε εγκαταλείψει εκείνες τις μέρες του Κομπρέ για να δεθεί μ’ άλλες πιο πρόσφατες.»

Παρατηρεί δηλαδή, πρώτον ότι οι αισθήσεις της όσφρησης και της γεύσης επηρεάζουν ιδιαίτερα έντονα την αποτύπωση στην μνήμη, δεύτερον ότι οι αναμνήσεις σχηματίζουν συνέχεια καινούργια δίκτυα και τρίτον ότι οι αναμνήσεις μπορούν να μην είναι συνειδητά προσβάσιμες, παρά μόνο σαν αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Επί πλέον, παρατήρησε ότι μασώντας την μαντλέν, αρχίζουμε να αλλοιώνουμε την ανάμνησή της, έτσι ώστε να μπορεί να εναρμονιστεί με την προσωπική μας πορεία.

«Ο νους μας επεξεργάζεται εκ νέου τις εμπειρίες μας». Ακόμα και μέσα στο ίδιο το κείμενο, οι περιγραφές των πραγμάτων και των ανθρώπων που θυμάται μεταβάλλονται διαρκώς. Στην πορεία της αφήγησης, η ελιά του προσώπου της ερωμένης του Αλμπερτίν, μεταναστεύει από το πηγούνι της στο χείλος και μετά στο ζυγωματικό, λίγο κάτω από το μάτι της. Οι αναμνήσεις μας για τα περασμένα είναι ατελείς και σφάλουν. «Είμαι αναγκασμένος να απεικονίζω εσφαλμένες εντυπώσεις, χωρίς να νιώθω υποχρεωμένος να δηλώσω ότι τις θεωρώ εσφαλμένες» γράφει σε μια επιστολή προς τον Ζακ Ριβιέρ.

Σταδιακά, με τα χρόνια, η νευροεπιστήμη επιβεβαίωσε μία-μία όλες τις παρατηρήσεις του Προυστ. Οι αισθήσεις της όσφρησης και της γεύσης έχουν ιδιαίτερα συναισθηματικό χαρακτήρα γιατί συνδέονται απευθείας με τον φλοιό και τον ιππόκαμπο, το εγκεφαλικό κέντρο της μακροπρόθεσμης μνήμης. Για αυτό τον λόγο αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια. Όλες οι άλλες αισθήσεις ακολουθούν μια έμμεση οδό, περνούν πρώτα από επεξεργασία στον θάλαμο, ο οποίος αποτελεί την κύρια είσοδο προς τον φλοιό και την συνείδηση.

Η εγγραφή μίας μνήμης αρχίζει με την τροποποίηση της σύνδεσης (σύναψης) μεταξύ δύο νευρώνων. Οι αναμνήσεις υφίστανται ως ανεπαίσθητες μεταβολές που ισχυροποιούν την συναπτική σύνδεση των δύο νευρώνων και ως εκ τούτου την ταυτόχρονη ενεργοποίησή και επικοινωνία τους. Οι νευρώνες που κωδικοποιούν την γεύση της μαντλέν, το Κομπρέ και η Λεονί, έχουν συνδεθεί σε ένα δίκτυο και ενεργοποιούνται ταυτόχρονα. Για να χαραχτεί όμως στην μνήμη αυτή η σύνδεση, χρειάζεται το ερέθισμα να φτάσει στον πυρήνα των νευρώνων και να δημιουργηθούν νέες πρωτεΐνες από το DNA τους. Το σημαντικό είναι ότι για να ανακληθεί μία μνήμη ακολουθείται η ίδια διαδικασία. Εάν κατά την ανάκληση της μνήμης μπλοκαριστεί η πρωτεϊνογένεση, η μνήμη χάνεται. Κάθε φορά που θυμόμαστε κάτι, η νευρωνική δομή της μνήμης υφίσταται λεπτεπίλεπτες μεταβολές από την κατάσταση και τις παραμέτρους που επικρατούν την στιγμή της ανάκλησης, τροποποιείται και «επανεδραιώνεται».

Μία μνήμη είναι τόσο αληθινή όσο την τελευταία φορά που την ανακαλέσαμε. Όσο πιο συχνά θυμόμαστε κάτι, τόσο πιο μεγάλη η ανακρίβεια που το χαρακτηρίζει. Για αυτό και στον Προυστ οι αναμνήσεις είναι σαν τις προτάσεις: είναι πράγματα που τα αλλάζεις διαρκώς. Στην ουσία ποτέ δεν θα μάθουμε που βρίσκεται η ελιά στο πρόσωπο της Αλμπερτίν.

Ο ΠΡΟΥΣΤ ΗΤΑΝ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ
LEHRER JONAH

Στην τεχνολογική εποχή μας νομίζουμε πως η επιστήμη μπορεί να λύσει όλα τα μυστήρια. Ωστόσο η επιστήμη δεν είναι η μοναδική οδός προς τη γνώση. Ειδικά στον τομέα της κατανόησης του εγκεφάλου, η τέχνη τα κατάφερε πρώτη. Παίρνοντας ως παραδείγματα ένα ζωγράφο, έναν ποιητή, ένα σεφ, ένα συνθέτη και μερικούς συγγραφείς, ο Λέρερ δείχνει πως ο καθένας από αυτούς ανακάλυψε μια ουσιαστική αλήθεια για το νου, την οποία η επιστήμη μόλις τώρα ξαναανακαλύπτει.

Μαθαίνουμε πως ο Προυστ αποκάλυψε πρώτος την αναξιοπιστία της μνήμης· πως ο Τζωρτζ Έλιοτ ανακάλυψε την πλαστικότητα του εγκεφάλου· πως ο Γάλλος σεφ Εσκοφιέ εντόπισε την πέμπτη γεύση (το ουμάμι)· πως ο Σεζάν επεξεργάστηκε τις άγνωστες πτυχές της όρασης και πως η Γερτρούδη Στάιν διερεύνησε τη βαθύτερη δομή της γλώσσας – μισόν αιώνα πριν από τις έρευνες του Νόαμ Τσόμσκι και των άλλων γλωσσολόγων. Μ’ ένα ευφυέστατο κράμα βιογραφίας, κριτικής και εκλαΐκευσης της επιστήμης, το βιβλίο «Ο Προυστ ήταν νευροεπιστήμονας» καλεί τους επιστήμονες και τους καλλιτέχνες ν’ ακούσουν καλύτερα ο ένας τον άλλο και να χαράξουν μια νέα πορεία ανακάλυψης της αλήθειας, της ομορφιάς, του κόσμου και του νου. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο Λέρερ, στα ίχνη του Montaigne δημιουργεί ένα δικό του αφηγηματικό ύφος σε αυτό το μεταμοντέρνο πεζογράφημα με λογοτεχνικές αξιώσεις. Κι αν εξαιρέσεις τις ελάχιστες τυπογραφικές αστοχίες, ευτύχησε να έχει έναν επαρκή μεταφραστή, τον Γιάννη Δήμα, ο οποίος κινήθηκε με άνεση από ορολογία σε ορολογία, όλων σχεδόν των επιστημών, των λογοτεχνικών ειδών και των τεχνών. Ως γνήσιος αναγεννησιακός άνθρωπος, ο Τζόνα Λέρερ αρνείται την άκρα εξειδίκευση των σύγχρονων νευροεπιστημόνων, ειρωνεύεται τον κατακερματισμό της Γνώσης, και διαπιστώνει: «Γνωρίζουμε πλέον αρκετά, ώστε να γνωρίζουμε ότι ποτέ δεν θα μάθουμε τα πάντα. Γι’ αυτόν τον λόγο χρειαζόμαστε την Τέχνη. Η Τέχνη μάς διδάσκει πώς να συνυπάρχουμε με το μυστήριο. Μόνον ο καλλιτέχνης μπορεί να εξερευνήσει το άφατο χωρίς να μας δίνει κάποια απάντηση, καθώς ορισμένες φορές δεν υπάρχει απάντηση».

Και προτείνει συνεργασία Επιστήμης και Τέχνης, για να σχηματιστεί «ένα ευρύ μέτωπο οξυμμένης αντίληψης κατά την αναζήτηση της αλήθειας. […] Ο κόσμος είναι μέγας, όπως παρατήρησε κάποτε ο Γουίτμαν. Χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα». Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από λογοτέχνες, επιστήμονες και επιστημολόγους. Ένα βιβλίο που θα τέρψει τον ειδικό, τον υποψιασμένο αναγνώστη, που αναζητεί κάτι παραπάνω από εύπεπτα πεζογραφήματα φυγής από τα προβλήματα της καθημερινότητας. (Κ. Μπούρας, Ελευθεροτυπία, 9/1/2009)