Θρησκευτικές Μαγγανείες

«Είναι εξαιρετικά εύκολο να ιδρύσεις μια οποιαδήποτε θρησκεία …τόσο εύκολο που απαξιώ ν’ ασχοληθώ» Ηω Αναγνώστου Το ΙΗΣΟΥΣ είναι εξελληνισμένη μορφή του Εβραϊκού ονόματος ΓΙΕΧΟΣΟΥΑΧ, που σημαίνει Ο ΓΙΑΧΒΕ ΣΩΖΕΙ και ουδεμία σχέση έχει με...

Θρησκευτικές Μαγγανείες

«Είναι εξαιρετικά εύκολο να ιδρύσεις μια οποιαδήποτε θρησκεία …τόσο εύκολο που απαξιώ ν’ ασχοληθώ» Ηω Αναγνώστου

Το ΙΗΣΟΥΣ είναι εξελληνισμένη μορφή του Εβραϊκού ονόματος ΓΙΕΧΟΣΟΥΑΧ, που σημαίνει Ο ΓΙΑΧΒΕ ΣΩΖΕΙ και ουδεμία σχέση έχει με οποιαδήποπε Ελληνική λέξη.

Η μοιχαλίδα «Παρθένα» και ο Χρηστός.

«Περί του Υιού αυτού, όστις εγεννήθη ΕΚ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ ΔΑΒΙΔ κατά σάρκα» Ρωμαίους 1.3

«Εγώ ο Ιησούς είμαι η ρίζα και το γένος του Δαβίδ.» Αποκάλυψη 22.16

«Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ» Ματθαίος 1:1

«Να η Μαρία έγινε δωδεκαετής ζώντας στο Ναό του Κυρίου, τι να κάνουμε λοιπόν με αυτήν για να μην μολύνει τον ιερό χώρο του Κυρίου;» κεφ. 8:2.

Φυσικά τα περί σύλληψης κάποιου Ιησού-Γιαχβέ με την όσφρηση του κρίνου, από την Μαρία, δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα ακόμα σενάριο ιουδαιοχριστιανικής φαντασιοκοπίας και προϊόν marketing, το οποίο μπορεί να γίνει αποδεκτό μόνο από χαζά πρόβατα, καθώς κι από τους οπαδούς του *«πίστευε και μη ερεύνα».

Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε τούς πρώτους χριστιανούς, στην επινόηση αυτού τού μύθου; Γιατί ντε και καλά η Μαρία έπρεπε να είναι «παρθένα» και πολύ περισσότερο, όταν τόσο ο Λουκάς, όσο κι ο Ματθαίος, δηλώνουν ξεκάθαρα ότι ο Ιησούς δεν είναι το μόνο παιδί που γέννησε η Μαρία;  «Και ενώ βρίσκονταν εκεί, συμπληρώθηκαν οι ημέρες για να γεννήσει· και γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο…», Λουκάς 2: 6-7 – «Και όταν ο Ιωσήφ σηκώθηκε από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου· και πήρε τη γυναίκα του. Και δεν την γνώριζε, μέχρις ότου γέννησε τον πρωτότοκο γιο της· και αποκάλεσε το όνομά του Ιησού», Ματθαίος 1: 25-26).

Τα «κουτσομπολιά» της εποχής εκείνης, αναφέρουν ότι η Μαρία δεν ήταν και τόσο πιστή σαν σύζυγος. Διάφορες πηγές, όπως το Ταλμούδ, οι φιλόσοφοι Κέλσος, και Πορφύριος, αναφέρουν ότι η Μαρία «παραστράτησε» και κατέστη έγκυος, τρώγοντας αγγουράκι από ξένη «πορτοκαλιά». Το ποιός ήταν ο απατημένος και ποιος ο «επιβήτορας», δεν είναι σαφές και για να είμαστε ειλικρινείς είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί ιστορικά, ειδικά  όταν δεν τεκμηριώνεται ιστορικά ούτε καν η ύπαρξη της, ή του Ιησού και όλης της χριστιανικής φαρσοκωμωδίας.

Σύμφωνα πάντως με την πιο διαδεδομένη άποψη, ο μαραγκός Ιωσήφ χώρισε την Μαρία και την έδιωξε, όταν έμαθε ότι «του τα φορούσε» με κάποιον Εβραίο, ονόματι Παντέιρα. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο άντρας της δεν ονομάζονταν Ιωσήφ, αλλά Ιωάννης, ενώ όσον αφορά το «τρίτο πρόσωπο», γίνεται λόγος και για έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Αυτή, γεμάτη ντροπή, αλλά και φόβο, καθώς ο μωσαϊκός νόμος ήταν ιδιαίτερα αυστηρός με την μοιχεία και τα νόθα παιδιά, περιπλανιόταν από δω κι από κει, μέχρι που γέννησε τον Ιησού. Οι εκδοχές της γέννησης, πολλές κι αυτές, που δεν είναι τού παρόντος. Αιχμές και υπονοούμενα για την νόθα προέλευση του Ιησού βρίσκουμε και στην Αγία Γραφή (που σε κάποιες νεοελληνικές μεταφράσεις «εξαφανίζονται»):

«Ἔλεγεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ Ἰουδαίους· Ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς. ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· Σπέρμα Ἀβραάμ ἐσμεν καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε· πῶς σὺ λέγεις ὅτι ἐλεύθεροι γενήσεσθε; ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας. ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα. ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε. οἶδα ὅτι σπέρμα Ἀβραάμ ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν. ἐγὼ ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ πατρὶ μου λαλῶ· καὶ ὑμεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν ποιεῖτε. Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ὁ πατὴρ ἡμῶν Ἀβραάμ ἐστι. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἰ τέκνα τοῦ Ἀβραάμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραὰμ ἐποιεῖτε. νῦν δὲ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο Ἀβραὰμ οὐκ ἐποίησεν. ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν. εἶπον οὖν αὐτῷ· Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν, τὸν Θεόν». Κατά Ιωάννην, 8: 31-41

Απόδοση:
«Στους Iουδαίους, λοιπόν, που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν, έλεγε ο Iησούς: Aν εσείς μείνετε σταθεροί στον λόγο μου, θα είστε πραγματικά μαθητές μου, και θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει. Tου απάντησαν: Eμείς είμαστε απόγονοι του Aβραάμ και δεν έχουμε γίνει ποτέ δούλοι κανενός, πώς λοιπόν λες εσύ ότι θα γίνουμε ελεύθεροι; O Iησούς τους αποκρίθηκε: H αλήθεια είναι, και σας το τονίζω, πως ο καθένας που αμαρτάνει, είναι δούλος της αμαρτίας. Kι ο δούλος δε μένει στο σπίτι μόνιμα, ο γιος όμως μένει μόνιμα. Aν, λοιπόν, σας ελευθερώσει ο Γιος, τότε θα είστε πραγματικά ελεύθεροι. Tο ξέρω πως είστε απόγονοι του Aβραάμ. Όμως θέλετε να με σκοτώσετε, γιατί η δική μου διδαχή δε βρίσκει χώρο μέσα σας. Eγώ μιλώ για ό,τι είδα κοντά στον Πατέρα μου, κι εσείς λοιπόν κάνετε ό,τι είδατε κοντά στον δικό σας πατέρα. Aποκρίθηκαν εκείνοι και του είπαν: O πατέρας μας είναι ο Aβραάμ. Tους λέει ο Iησούς: Aν ήσασταν παιδιά του Aβραάμ, θα κάνατε τα έργα του Aβραάμ. Tώρα όμως θέλετε να με σκοτώσετε, έναν άνθρωπο που σας έχω πει την αλήθεια, την οποία άκουσα από τον Θεό. Aυτό ο Aβραάμ δεν το έκανε. Eσείς κάνετε τα έργα του δικού σας πατέρα. Tου είπαν τότε: Eμείς δεν έχουμε γεννηθεί από πορνεία. Έναν πατέρα έχουμε: τον Θεό».

Είναι περιττό να ειπωθεί βέβαια, πως ο Ιησούς αφήνει ασχολίαστη αυτή την μομφή και συνεχίζει την «διδασκαλία» του, σαν να μην την άκουσε.

Οι χριστιανοί, θέλοντας να «καθαρίσουν» το λερωμένο όνομα της μητέρας του Ιησού, επινόησαν την ιστορία της «παρθενικής» σύλληψης, ή για να είμαστε ακριβείς, την «δανείστηκαν» από παλαιότερες παγανιστικές ιστορίες (Αθηνά, Διόνυσος, Μίθρας, Όσιρις κ.α.). Τα περί «παρθενίας» της Μαρίας ακόμη και μετά τον τοκετό, (sic) τα μαθαίνουμε από το απόκρυφο ευαγγέλιο «Πρωτευαγγέλιον τού Ιακώβου», ενώ είναι απορίας άξιον, ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης!

Η θεώρηση ότι η Μαρία ήταν μοιχαλίδα ποτέ δεν εξαλείφθηκε τελείως στην χριστιανική μυθολογία. Αντί της πλήρους εξαλείψεως, ο χαρακτήρας της Μαρίας διαχωρίστηκε στα δύο: Την Μαρία (Μαριάμ) την μητέρα του Ιησού, που επιστεύετο ότι ήταν παρθένος, και την Μαρία Μαγδαληνή, που επιστεύετο ότι ήταν μια γυναίκα ανήθικης υπόληψης. Σύμφωνα με τον Εβραίο ερευνητή Hayyim ben Yehoshua («Απορρίπτοντας ιεραπόστολους», μετάφραση δρος Ιωάννου, Νεοκλέους Φιλάδελφου, Μ. Ρούσσου), η ιδέα ότι ο χαρακτήρας της Μαρίας Μαγδαληνής προέρχεται επίσης από την Μαρία την μητέρα τού Ιησού, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το παράξενο όνομα «Μαγδαληνή» μοιάζει καθαρά με τον αραμαϊκό όρο «μγάδλα νσάγια» που σημαίνει «κομμώτρια γυναικών».

Υπήρχε η πεποίθηση ότι η μάνα του Ιησού ήταν η «Μιριάμ, η κομμώτρια γυναικών». Επειδή όμως οι χριστιανοί δεν γνώριζαν τι σήμαινε το όνομα «Μαγδαληνή», αργότερα είκαζαν ότι σήμαινε αυτήν που καταγόταν από τα Μάγδαλα στα δυτικά της λίμνης Κιννέρετ (Γεννησαρέτ). Η ιδέα των δύο Μαριών ταίριαζε καλά με τον παγανιστικό τρόπο σκέπτεσθαι. Το απείκασμα του Ιησού που συνοδευόταν από δύο Μαρίες υπενθυμίζει χτυπητά τον Διόνυσο που συνοδευόταν από την Δήμητρα και την Περσεφόνη. Αριστοι στην κλοπή οι απατεώνες Πατερικοί Εκκλησιαστές.

Μόνο που δεν γνωρίζουν πως ο απατεώνας ισούται και με ηλίθιος. Βέβαια σε ομοίους τους απευθύνονται. «Όμοιος ομοίω αει βελάζει»… [κι όχι δεν είναι λάθος γραμμένο, όταν πρόκειται για πρόβατα γράφεται «βελάζει» κι όταν πρόκειται για ανθρώπους γράφεται ως «Όμοιος ομοίω αει Πελάζει» αρχαία Ελληνική ρήση που σημαίνει ότι ο άνθρωπος επιλέγει την συναναστροφή με τον άνθρωπο που έχει κοινά χαρακτηριστικά, που του ταιριάζει] έτσι λοιπόν οι ηλίθιοι = απατεώνες ταιριάζουν με τους ομοίους τους.

Όλα αυτά όμως είναι «ψιλά γράμματα» για τους «πατέρες» της εκκλησίας, αν και τους πήρε κάπου τέσσερις αιώνες (400 χρόνια) να παραμερίσουν τον μισογυνισμό τους και να ανακηρύξουν κάποια Μαρία ως «Παναγία και Υπεραγία Θεοτόκο» στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.κ.ε.). Μέχρι τότε η «Μεγαλόχαρη» τους βρισκόνταν σε γενική ανυποληψία, ως αμαρτωλή πόρνη και μοιχαλίδα. Ας όψεται όμως η ανάγκη της ανεύρεσης μιας γυναικείας θεότητας, που μέχρι τότε απουσίαζε από τον χριστιανισμό, καθώς μέσα στον γενικό αχταρμά του, υπήρχε ένας θεός απροσδιορίστου φύλου, ένας άντρας (Γιαχβέ-Χριστός) και κάτι …ουδέτερο (Άγιο Πνεύμα). Δεν υπήρχε όμως καμία γυναίκα, σε αντίθεση με τις περισσότερες θρησκείες.

Μάλιστα η «θεόπνευστη» «Αγία» Γραφή, δεν αναφέρεται σε καμία παρθένα Παναγία, απεναντίας, ο ίδιος ο Ιησούς εμφανίζεται να της μιλά υποτιμητικά: «Τί είναι σε μένα και σε σένα, γυναίκα;» δηλ. «τι είναι κοινό ανάμεσα σε μένα και σε σένα, γυναίκα;» (Ιωάννης II, 4)

«Είπε δε τις αυτώ, ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου εστήκασιν έξω ζητούντές σε ιδείν, ο δε αποκριθείς είπε τω λέγοντι αυτώ, τις εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου; και εκτείνας την χείρα αυτού επί τους μαθητάς αυτού έφη, ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου, όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. 12, 47-50).

Οι εθνικές θρησκείες είχαν πάντα θηλυκές Θεότητες, η οποίες «φρόντιζαν» για τα θέματα του γυναικείου φύλου στις αρχαίες κοινωνίες και μέχρι σήμερα, τον Ερωτα, την Ελευθερία, την μητρότητα, την οικογένεια, την υγεία κ.ά. Τέτοιες Θεότητες ήταν η Αφροδίτη, η Δήμητρα, η Ηρα, η Αθηνά, η Εστία, η Εκάτη, η αιγυπτιακή Ίσις, κλπ κλπ. των οποίων η λατρεία ήταν πολύ διαδεδομένη στις περιοχές της Μεσογείου και στις οποίες είχαν αφιερωθεί εντυπωσιακοί ναοί.

Στην Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.κ.ε.) αποφασίστηκε να ανακηρυχθεί η μητέρα του Ιησού, Μαρία, ως «παναγία και υπεραγία θεοτόκος», την οποία όμως ο τότε οικουμενικός πατριάρχης μόνο ως «χριστοτόκο» δεχόταν να αναγνωρίσει. Αυτή η επιλογή με την εισαγωγή θηλυκής θεότητας προκάλεσε νέες αντιδικίες, συγκρούσεις και αιρέσεις, πολλές από τις οποίες διαρκούν μέχρι των ημερών μας! Σταδιακά αποδόθηκαν δε όλες οι υπερφυσικές ικανότητες των προχριστιανικών θηλυκών Θεοτήτων στην μητέρα του Ιησού. Για παράδειγμα, κοντά στο ιερό της Αφροδίτης στη Βραυρώνα Αττικής, η οποία Αφροδίτη γιάτρευε» τα ασθενή παιδιά, δημιουργήθηκε εδώ και πολλούς αιώνες και υπάρχει μέχρι σήμερα ανακαινισμένη μια εκκλησία της «Παναγίας γιάτρισσας». Αντίστοιχα η ίδια βεβήλωση έχει γίνει κοντά ή πάνω σε όλα τα αρχαία Ελληνικά Ιερά.

Με λίγα λόγια, οι Πατέρες κάναν την ανάγκη φιλότιμο και καθαρά για λόγους marketing, επιβολής και κονόμας, μετά από 400+ χρόνια, πρόσθεσαν μια στρεβλή και υποβαθμισμένη γυναικεία οντότητα κι αφού ο μισογύνης είναι πάντα μισογύνης, έβαλαν μια γυναικεία φιγούρα ως σκεύος κι όχι ως άνθρωπο (sic) ως σύζυγο και μάνα κι όχι ως ερωμένη και γυναίκα. Πόσο τεράστια η διαφορά από τον Φωτεινό Ελληνικό Πολιτισμό. 

Μισογύνικες αντιλήψεις στις Προς Εφεσίους και Κορινθίους Επιστολές

«Η γυναίκα δε ως το εξαιρετικότερον από τα άλλα κτίσματα, που έχει υπό την εξουσίαν ο άνδρας, είναι δόξα του ανδρός. Πράγματι δε ο άνδρας είναι υπεροχότερος από την γυναίκα, διότι δεν έγινε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλ’ η γυναίκα έγινεν από τον άνδρα. Και επί πλέον δεν εκτίσθη ο άνδρας διά να βοηθή την γυναίκα, αλλ’ η γυναίκα επλάσθη προς χάριν και βοήθειαν του ανδρός.»

Α Κορινθ 11.3,7 «Θέλω δε να εξεύρητε, ότι η κεφαλή παντός ανδρός είναι ο Χριστός, κεφαλή δε της γυναικός ο ανήρ, κεφαλή δε του Χριστού ο Θεός. Διότι ο μεν ανήρ δεν χρεωστεί να καλύπτη την κεφαλήν αυτού, επειδή είναι εικών και δόξα του Θεού· η δε γυνή είναι δόξα του ανδρός.»

Α Τιμ 2.11-15 «Η γυνή ας μανθάνη εν ησυχία μετά πάσης υποταγής· εις γυναίκα όμως δεν συγχωρώ να διδάσκη, μηδέ να αυθεντεύη επί του ανδρός, αλλά να ησυχάζη. Διότι ο Αδάμ πρώτος επλάσθη, έπειτα η Εύα· και ο Αδάμ δεν ηπατήθη, αλλ’ η γυνή απατηθείσα έγεινε παραβάτις· θέλει όμως σωθή διά της τεκνογονίας, εάν μείνωσιν εις την πίστιν και αγάπην και αγιασμόν μετά σωφροσύνης.» Η γυναίκα γίνεται μια καταραμένη βρεφομηχανή κι αυτό μόνο εξ’ ανάγκης. Όσες γυναίκες για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν θα ριφθούν στο πυρ το εξώτερο.

«Ο Αδάμ δεν ηπατήθη, αλλ’ η γυνή απατηθείσα έγεινε παραβάτις» Α Τιμ 2.14.

Ο Αυγουστίνος επίσκοπος Ιππώνος δηλώνει σαφώς την κατανόησή του για την κατωτερότητα της Εύας: «Όλα αυτά έγιναν επειδή η γυναικα δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τα ψεύδη του ερπετού και χρησιμοποιήθηκε από τον όφι εξαιτίας της περιορισμένης κατανόησής της»

Αντί να υμνήσουν την γυναικεία φύση, τον ΕΡΩΤΑ και την ΖΩΗ, αυτοί μέσα στο βδελυρό μυαλό τους υμνούν τον θάνατο του ΕΡΩΤΑ. Η διαστρέβλωση της ΖΩΗΣ και του ΕΡΩΤΑ, που όλοι οι φωτοδότες κι αληθινά Μεγάλοι Πολιτισμοί έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο της ύπαρξης τους (γι’ αυτό και είναι Μεγάλοι Πολιτισμοί) όπως ο  Ελληνικός, στην χριστιανική πανούκλα έγινε η «παρθενία» σκοτώνοντας τον ΕΡΩΤΑ και την ΖΩΗ. Γι’ αυτό σέρνονται και προσκυνούν πτώματα, τάφους κι εκτρώματα.

Πουθενά σε ολόκληρη την θρησκεία τους με όλα της τα παρακλάδια και της αιρέσεις της ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ, όπως βρίσκεται στον Ελληνικό Πολιτισμό.

ΝΑΙ ΕΙΧΕ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ – ΓΙΑΧΒΕ ΑΔΕΛΦΙΑ.

Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (12,46), αναφέρεται ότι τον αναζητούσαν η Μητέρα Του και οι αδελφοί Του, επίσης στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, όπου οι Ναζαρηνοί βλέποντας τα θαύματα του Ιησού έλεγαν: «δεν είναι αυτός ο μαραγκός, ο γιός της Μαριάμ και ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή και του Ιούδα και του Σίμωνα; Και δεν είναι εδώ μαζί μας οι αδελφές του;» (6,2-3).

Σε διάφορα σημεία των Ευαγγελίων υπάρχουν αναφορές, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι ο Χριστός είχε αδέρφια. Μάλιστα, σε κάποια από αυτά αναφέρονται ακόμη και τα ονόματα τους. Τα αδέρφια του Ιησού, σύμφωνα με «Αγία» Γραφή είναι τρία αγόρια, Ιάκωβος, ο Ιωσής, ο Ιούδας, ο Σίμων και τρία κορίτσια, η Εσθήρ, η Μάρθα και η Σαλώμη. Τα αδέλφια του Ιησού ήταν βιολογικά παιδιά της μητέρας του Μαρίας, και του συζύγου της, του Ιωσήφ. (Ματθαίος 1:25)

Η Αγία Γραφή αποκαλεί τον Ιησού «πρωτότοκο» της Μαρίας, κάτι που υποδηλώνει ότι η Μαρία έκανε και άλλα παιδιά. -Λουκάς 2:7.

Η «Αγία» Γραφή δείχνει ότι ο Ιησούς ήταν αυτός που κληρονόμησε το νόμιμο δικαίωμα να γίνει βασιλιάς σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δοθεί στον Δαβίδ. (2 Σαμουήλ 7:12, 13· Λουκάς 1:32)

Αν ο Ιωσήφ είχε γιους μεγαλύτερους από τον Ιησού, νόμιμος κληρονόμος του θα ήταν ο πρώτος από εκείνους τους γιους. Θα μπορούσε η λέξη «αδελφοί» να εννοεί τους μαθητές του Ιησού, δηλαδή τους πνευματικούς αδελφούς του; Όχι, επειδή η «Αγία» Γραφή λέει ότι για κάποιο διάστημα «οι αδελφοί του δεν ασκούσαν πίστη σε αυτόν». (Ιωάννης 7:5)

Η Γραφή κάνει διάκριση ανάμεσα στους αδελφούς του Ιησού και στους μαθητές του. -Ιωάννης 2:12.

Τα «Ευαγγέλια» ως γνωστόν, δεν γράφτηκαν από τους Ευαγγελιστές στους οποίους αποδίδονται. Γι’ αυτό άλλωστε π.χ. το ευαγγέλιο του Λουκά δεν λέγεται έτσι, αλλά «το κατά Λουκάν ευαγγέλιον». Δηλαδή αυτό που αποδίδεται στον Λουκά. Το ίδιο συμβαίνει βέβαια και με τα υπόλοιπα ευαγγέλια. Σ’ αυτό συνηγορεί και το ότι, μεταξύ αυτών των ευαγγελίων, παρατηρούνται αντιφάσεις και ασυμφωνίες που δεν δικαιολογούνται κι όλα γράφτηκαν 300+ χρόνια κατόπιν εορτής!!!

Για την ζωή του Ιησού δεν υπάρχουν καθόλου πληροφορίες, εκτός των Ευαγγελίων, τα οποία όμως, όπως όλα τα ιερά βιβλία των θρησκειών, δεν θεωρούνται έγκυρα ιστορικά συγγράμματα. Αλλά ακόμα και ανώτεροι εκκλησιαστικοί παράγοντες υποβαθμίζουν την σημασία των Ευαγγελίων, αναφέροντας ρητά ότι: «Πηγή της πίστεώς μας δεν είναι τα Ευαγγέλια (sic) αλλά η αποκαλυπτική αλήθεια, όπως καθορίστηκε και οριοθετήθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους» (μητροπολίτης Ναυπακτίας Ιερόθεος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/4/2006). Για κάθε εποχή ισχύει αυτό που επιβάλλει η συγκυρία και εξυπηρετεί το εκκλησιαστικό marketing. Έτσι, «η χριστιανική πίστη προσαρμόζεται στις συνθήκες και στα αιτήματα κάθε τόπου και κάθε εποχής» (προμετωπίδα θεολογικής Σχολής Πανεπ. Αθήνας) – τουτέστιν ο ορισμός του καιροσκοπισμού και της απατεωνίας.

Πολλοί λόγιοι της «Αγίας» Γραφής αναγνωρίζουν ότι οι αδελφοί και οι αδελφές του Ιησού ήταν βιολογικά αδέλφια του. Για παράδειγμα, Το Σχολιολόγιο της Βίβλου του Ερμηνευτή (The Expositor’s Bible Commentary) λέει τα εξής: «Ο πιο φυσιολογικός τρόπος για να κατανοήσουμε τη λέξη “αδελφοί” . . . είναι ότι αυτή αναφέρεται σε γιους της Μαρίας και του Ιωσήφ και, ως εκ τούτου, αδελφούς του Ιησού από την πλευρά της μητέρας του». Σύμφωνα με το βιβλίο Εκκλησιαστική Ιστορία, του καθηγητή Β. Στεφανίδη, οι απολογητές Τατιανός και Τερτυλλιανός που έζησαν το 2ο και τον 3ο αιώνα δέχονταν ότι οι αδελφοί του Ιησού ήταν σαρκικοί αδελφοί του.

Αυτοί που αντιτίθενται στην ιδέα ότι ο Ιησούς είχε αδερφούς και αδερφές, το κάνουν όχι από μελέτη της «Αγίας» Γραφής αλλά από μια προκατειλημμένη αντίληψη της δήθεν αέναης «παρθενίας» της Μαρίας, η οποία είναι σαφέστατα αντιβιβλική κι αντιλογική: «Και δεν την γνώριζε (ο Ιωσήφ), μέχρις ότου γέννησε τον πρωτότοκο γιο της (Μαρία) και αποκάλεσε το όνομά του Ιησού» (Ματθαίου 1:25). Ο Ιησούς είχε αδερφούς και αδερφές, που ήταν τα παιδιά του Ιωσήφ και της Μαρίας. Αυτό είναι σαφέστατο.

Τα αδέρφια του Ιησού αναφέρονται σε αρκετά Βιβλικά εδάφια. Τα εδάφια Ματθαίου 12:46, Λουκά 8:19 και Μάρκου 3:31 λένε ότι η μητέρα του Ιησού και τα αδέρφια Του ήρθαν για να Τον δούνε. Η Αγία Γραφή λέει ότι ο Ιησούς είχε τέσσερα αδέρφια: τον Ιάκωβο, τον Ιωσήφ, τον Σίμωνα και τον Ιούδα (Ματθαίου 13:55). Η Αγία Γραφή επίσης λέει ότι ο Ιησούς είχε αδερφές αλλά δεν ονομάζονται ούτε αριθμούνται. (Ματθαίου 13:56).

Στο Ιωάννη 7:1-10 τα αδέρφιά Του πηγαίνουν στη γιορτή ενώ ο Ιησούς μένει πίσω. Στις Πράξεις 1:14 περιγράφεται ότι τα αδέρφιά Του και η μητέρα Του προσεύχονταν μαζί με τους απόστολους. Το εδάφιο Γαλάτες 1:19 αναφέρει ότι ο Ιάκωβος ήταν ο αδερφός του Ιησού. Το πιο λογικό  συμπέρασμα από αυτά τα εδάφια είναι να σκεφτείς ότι ο Ιησούς είχε πραγματικά αδέρφια εξ αίματος. Αλλά δεν υπάρχει και πολύ λογική σε ένα παρανοϊκό μύθευμα μιαρών μυαλών… τρουρλού-τουρλού αχταρμά.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΟΝ ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο Σουητώνιος (Gaius Tranquillus Suetonius, 75-160) που ήταν σύγχρονος του Τάκιτου, περιγράφει διωγμούς χριστιανών από τον Νέρωνα και τους αναφέρει περιφρονητικά ως «είδος ανθρώπων που είχαν προσηλωθεί σε κάποια καινούργια και βδελυρή δεισιδαιμονία».

Επίσης στο έργο του «Κλαύδιος» αναφέρεται ο ιστορικός στην «…υποκίνηση των Εβραίων από κάποιον Χρηστό» Αυτό δεν αποτελεί βέβαια μαρτυρία για την ιστορική παρουσία, του Ιησού αλλά καταγραφή πληροφοριών. Το γεγονός όμως ότι ο άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και γραμματικής Σουητώνιος έγραψε Χρηστός (που ήταν τότε όνομα δούλων, χρήσιμος, καλός) αντί του Χριστός (χρισμένος), έχει δώσει λαβή σε υποψίες ότι αυτή η φράση προστέθηκε μεταγενέστερα από ανθρώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού με ελλιπή παιδεία.

Αναφορές στον Ιησού γίνονται σε επιστολή ενός Πόπλιου Λεντούλου (Publius Lentulus) που αναφέρεται σε μεταγενέστερα κείμενα ως Ρωμαίος στρατιωτικός διοικητής στην Ιερουσαλήμ. Η επιστολή αποτελεί αναφορά προς την Γερουσία της Ρώμης και στον Τιβέριο που ήταν αυτοκράτωρ στα έτη 14 – 37 μ.κ.ε. και περιλαμβάνει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως το μέτριο ανάστημά του (statura procerus, mediocris et spectabilis), το χρώμα των μαλλιών του κ.ά. Η επιστολή αυτή εμφανίστηκε πρώτη φορά κατά το 13ο αιώνα στη Ρώμη ως ανακαλυφθείσα ανάμεσα σε διάφορα χειρόγραφα και φυσικά αντιμετωπίστηκε με καχυποψία.

Ήδη το γεγονός ότι αναφέρονται στο κείμενό της χαρακτηρισμοί, όπως «προφήτης της αλήθειας», «υιός του θεού» και «Ιησούς Χριστός» δείχνουν ότι πρόκειται για αυθαίρετη κατασκευή, δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι όροι προέρχονται από την εβραϊκή θρησκεία και δεν είχε λόγο να τους χρησιμοποιεί ένας Ρωμαίος αξιωματικός, η δε ονομασία Χριστός για τον Ιησού είναι ιστορικά μεταγενέστερη και δεν είναι δυνατόν να είχε χρησιμοποιηθεί σε ανύποπτο χρόνο. Η σύγχρονη «Καθολική Εγκυκλοπαίδεια» αναφέρει ότι Ρωμαίος διοικητής με τέτοιο όνομα δεν υπήρξε ποτέ στην Ιουδαία και δέχεται ότι η επιστολή αυτή είναι χαλκευμένη. Αλλωστε οι χριστιανοί είναι ειδήμονες στην απάτη.

Πέρα από αυτές τις αμφιλεγόμενες τεχνητές  αναφορές, δεν υπάρχει κάποια ιστορική περιγραφή της ζωής του Ιησού. Ακόμα και η ημερομηνία γεννήσεώς του, δεν είναι γνωστή, παρότι ακριβώς αυτό το έτος γεννήσεως έχει καθοριστεί ως η αρχή της σύγχρονης χρονολογήσεως. Το έτος γεννήσεως του Ιησού εκτιμάται ότι βρίσκεται μεταξύ τού 7 και του 3 π.κ.ε. Η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα γεννήσεως δεν έχει σχέση με τον Ιησού, αλλά ταυτίζεται με την ημέρα γεννήσεως του προχριστιανικού «Θεού Ηλιου» Μίθρα, με ρωμαϊκές εορταστικές εκδηλώσεις για τον «αήττητο ήλιο» (dies natali invicti), καθώς επίσης τα ελληνικά Κρόνια (Θεός Κρόνος), τα Διονύσια (Θεός Διόνυσος) και τα Θεοφάνια-Επιφάνια για τον ηλιακό Θεό Φοίβο-Απόλλωνα (Δ. Σιμόπουλος).

Σύμφωνα με τον πάπα Γρηγόριο Α’ (~540 – 604) η ταύτιση της άγνωστης ημέρας γέννησης του Ιησού με την 25η Δεκεμβρίου έγινε «για να μετατραπούν βαθμιαία οι εορτές των εθνικών σε χριστιανικές». Στην χριστιανική Ρώμη καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως εορτή τής γεννήσεως το έτος 354, στην Κωσνταντινούπολη το 379 και στην Αντιόχεια το 388. Οι Ιστορικοί εκτιμούν ότι τα αναγραφόμενα στα Ευαγγέλια και τις υπόλοιπες γραφές, εφόσον δεν είναι μεταγενέστερες προσθήκες και προσαρμογές, αποτελούν σύμπτυξη ιστοριών από την ζωή και τις δραστηριότητες πολλών δεκάδων θεοτήτων και θαυματοποιών διδασκάλων, οι οποίοι έζησαν και δίδασκαν στην Παλαιστίνη εκείνους τους αιώνες και θεωρούσαν τον εαυτό τους προφήτη και μεσσία.

Ένας ή περισσότεροι από αυτούς πιθανόν να ονομάζονταν Ιησούς, ή Χρηστός, όνομα που ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή στην περιοχή. Κατά μία εκδοχή, μάλιστα, είναι πιθανόν να ταυτίζεται η δραστηριότητα του ευαγγελικού Ιησού με εκείνη του Ιωάννη του βαπτιστή. Για τα χρόνια από την γέννηση μέχρι την δημόσια εμφάνιση του Ιησού, η οποία τοποθετείται σύμφωνα με αναφορές στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο περί τα έτη 28-29, δεν υπάρχουν επίσης ιστορικά στοιχεία. Αναφορές για την σταύρωση του ευαγγελικού Ιησού ομοιάζουν με υπαρκτά γεγονότα που συνέβησαν κατά τα χρόνια διοίκησης του Πόντιου Πιλάτου (26-36). Η θανάτωση στο σταυρό επιβαλλόταν κατά το ρωμαϊκό ποινικό δίκαιο για πολιτικά εγκλήματα σε μη Ρωμαίους πολίτες.

Η σταύρωση λοιπόν του Ιησού που εκτιμάται ότι έγινε στα έτη μεταξύ 29 και 31, πρέπει να είναι συνέπεια καταδίκης του για εξέγερση κατά της αυτοκρατορίας. Από τα προαναφερόμενα δεν συνάγεται η φυσική ανυπαρξία του Ιησού, δεδομένου ότι υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι στον τότε γνωστό κόσμο, για τους οποίους σε καμιά ιστορική πηγή δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Πολύ πιθανό είναι λοιπόν ότι ο Ιησούς – Χρηστός υπήρξε ως φυσικό πρόσωπο, αλλά δεν θα έδωσε καμιά αφορμή, με συζητήσεις περί το άτομό του, με μαζικές συναθροίσεις προσώπων, με θαύματα κλπ. κλπ., ώστε να αναφερθούν σ’ αυτόν οι Ιστορικοί της εποχής. Oπότε τίποτα από αυτά που μεγαλοποιούν τα ευαγγέλια δεν ευσταθεί.

*«Πίστευε και μη ερεύνα»

Λένε τα πιστά πρόβατα του Γιαχβέ-Χριστού «Μεγάλο ψέμα και μεγάλη πλάνη. Πουθενά δεν αναφέρεται αυτό, αλλά το «Πίστευε και μη, ερεύνα»

Πουθενά; Τι μας λένε οι αμνοί προς σφαγή!!

Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, Έφεσος 431. Θεόδοτος επίσκοπος Αγκύρας: «Πίστευε τώ θαύματι καί μή ερεύνα λογισμοίς τό γενόμενον.»

Μέγας Αθανάσιος Θεολόγος: «Πίστευε είς πατέρα, μη ερευνήσεις δε το πράγμα. Προσκύνει τον Υιόν, μη πολυπράγμων την αυτού γέννησιν. Ανυμνεί το πνεύμα το Άγιον, μη εκζητών το της Αγίας Τριάδος μυστήριον.»

Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα παντοκράτορα. Πιστεύω, ουκ ερευνώ, ού διώκω το ακατάληπτον, ού μετρώ το αμέτρητον»

Εφραίμ ο Σύρος: «Πίστευε, μή ερευνών, ο Θεός ο Πατήρ έπεμψε τόν μονογενή Υιόν…εσαρκώθη εν μήτρα τής αγίας Παρθένου, καί ετέχθη εξ αυτής εκ Πνεύματος Αγίου, έχε πληροφορίαν εις τήν καρδίαν σου, θεωρών ειλικρινώς εν οφθαλμοίς πίστεως αυτά τά πεπραγμένα καί ίδε τόν Κύριον εν οφθαλμοίς καρδίας.»

Η κάθε πίστη και τα δόγματα το πρώτο που απαγορεύουν είναι η έρευνα, η σκέψη και η λογική, γιατί καταρέουν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Γι αυτό φυλούν, προπαγανδίζουν και πουλούν  ως κόρη οφθαλμού το «πίστευε και μη ερεύνα».

Η τύφλωση και η υποταγή ονομάζεται «θρησκεία»

«Η θρησκεία θεωρείται από το λαό αληθινή, από τους σοφούς ψεύτικη και από τους ηγεμόνες χρήσιμη.» Σενέκας

Στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος θρησκεία, ούτε φαίνεται από το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού να υπήρχε ως στόχος η ίδρυση μιας νέας θρησκείας! Αντίθετα, οι ευαγγελικές περιγραφές (Ματθαίος, 5, 17-18) δείχνουν μια συμπεριφορά και ομιλία πιστού Ιουδαίου: «Μην νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον και τους προφήτας, ούκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι» (πληρώ = εκπληρώ, συμπληρώνω).

Η εκτροπή των εξελίξεων προς μια νέα θρησκεία, αφενός με σύμπτυξη στοιχείων (συγκρητισμός) από την εβραϊκή, από το ελληνικό δωδεκάθεο και από διάφορες εθνικές θρησκείες στο χώρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της εκείθεν Ανατολής (Μίθρας, ‘Αττις, Όσιρις κλπ), αφετέρου με καθιέρωση απλοϊκών διαδικασιών για εύκολη μετάνοια ύστερα από κάθε μορφής αμαρτίες, μέχρι και δολοφονίες, έγκαιρη επίγεια συγχώρεση (των πιστών προβάτων) και ελπίδες για κατάκτηση της «μετά θάνατον ζωής», φαίνεται ότι έγινε από τον Απόστολο Παύλο, διάφορους οπαδούς και από μαθητές του Χρηστού – σε αντιπαράθεση με τον Απόστολο Πέτρο – οι οποίοι με την δράση και το κήρυγμά τους ανύψωσαν τον ευαγγελικό Ιησού στην θέση του ιδρυτή και ηγέτη.

Η διδασκαλία του Χρηστού και των μαθητών του που κωδικοποιήθηκε στην «Καινή Διαθήκη», αναγνωρίστηκε ως επίσημη κρατική θρησκεία στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία από τον κτηνώδη Κωνσταντίνο και επεβλήθη ως μοναδική από τον Θεοδόσιο. Ο χριστιανισμός αποτελεί το τέκνο της σύγκρουσης μεταξύ του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού και του ελληνικού ορθολογικού ανθρωποκεντρισμού. Ο μεταφυσικός μυστικισμός, έκδηλος στο μονοθεϊστικό χαρακτήρα της χριστιανικής θρησκείας, επικράτησε σ’ αυτή την σύγκρουση, με την δυναμική και βίαια υποστήριξη των Ρωμαίων στρατηγών, και με την καταπίεση, αποσιώπηση και, διαστρέβλωση της φιλοσοφίας του φωτοδότη Ελληνικού πολιτισμού. Αποτέλεσμα ήταν να χρειασθεί να φθάσει η ανθρωπότητα στην Αναγέννηση για να ανακαλύψει εκ νέου τον ορθολογισμό, ο οποίος έχει ήδη εκλείψει με την εξαφάνιση της Ελληνικής Φιλοσοφίας.

Η Ελληνική Φιλοσοφία είναι η Μ Ο Ν Α Δ Ι Κ Η απάντηση στις μαγγανείες κάθε είδους θρησκειών.

@Ηω Αναγνώστου / miastala.com 2009

Αναζητήσε τα βιβλία «Ορφικά» και «Η Αληθινή Προϊστορία» του Ιωάννη Πασσά, όπως και τα βιβλία του Μιχάλη Καλόπουλου και του Κυριάκου Σιμόπουλου.