Topics:

Το Τέλος του Δημοκρατικού Καπιταλισμού;

Πώς η ανισότητα και η ανασφάλεια πυροδότησαν μια κρίση στην Δύση. Ο κόσμος βρίσκεται στην δίνη μιας διάχυτης κρίσης. Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών έχει διευρυνθεί στις περισσότερες χώρες. Αν και οι βιομηχανοποιημένες οικονομίες...

Το Τέλος του Δημοκρατικού Καπιταλισμού;

Πώς η ανισότητα και η ανασφάλεια πυροδότησαν μια κρίση στην Δύση.

Ο κόσμος βρίσκεται στην δίνη μιας διάχυτης κρίσης. Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών έχει διευρυνθεί στις περισσότερες χώρες. Αν και οι βιομηχανοποιημένες οικονομίες εξακολουθούν να αναπτύσσονται, τα πραγματικά εισοδήματα των ανθρώπων που εργάζονται σε αυτές έχουν ελάχιστα αυξηθεί από το 1980 και, σε ορισμένα μέρη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι πραγματικοί μισθοί των εργαζομένων με χαμηλή ειδίκευση έχουν πέσει κατακόρυφα.

Η οικονομική δυσφορία έχει συνέπειες στην πολιτική: η δημοκρατία παραπαίει. Σύμφωνα με το Freedom House (σ.τ.μ. ένας από τους παλαιότερους αμερικανικούς οργανισμούς με στόχο την υποστήριξη της δημοκρατίας σε όλον τον κόσμο), κάθε χρόνο, περισσότερες χώρες χάνουν την ελευθερία τους από όσες την κατακτούν τα τελευταία 17 χρόνια. Ο αυταρχισμός φαίνεται να βρίσκεται σε έξαρση. Για πολλές κυβερνήσεις, η κρατικιστική μορφή καπιταλισμού της Κίνας προσφέρει ένα δελεαστικό μοντέλο. Η Ρωσία, υπό τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, έχει εξαπολύσει τον μεγαλύτερο πόλεμο στην Ευρώπη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο 21ος αιώνας, μέχρι στιγμής, έχει στιγματιστεί από καταστολή, αναταραχή και αποσύνθεση των δημοκρατικών θεσμών.

Δύο πρόσφατα βιβλία που μας βάζουν σε σκέψεις επιδιώκουν να εξετάσουν αυτούς τους απαισιόδοξους καιρούς με νέο τρόπο. Στο The Crisis of Democratic Capitalism, ο Martin Wolf, ένας βετεράνος σχολιαστής οικονομικών θεμάτων των Financial Times, προτείνει ως βασική αιτία αυτής της δυσφορίας την κατάρρευση της σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στο A World of Insecurity, ο οικονομολόγος Pranab Bardhan υποστηρίζει ότι τα δεινά που μαστίζουν τον κόσμο γίνονται καλύτερα κατανοητά όχι με όρους ανισότητας αλλά με όρους ανασφάλειας – το υποβόσκον οικονομικό και κοινωνικό άγχος μιας πιθανής απώλειας εργασίας, τα μειωμένα εισοδήματα, η φτώχεια και η πολιτιστική αλλαγή.

Ο Bardhan μας εισάγει στο βιβλίο του με μια προειδοποίηση από τον Γερμανό μυθιστοριογράφο Τόμας Μαν, ο οποίος έγραψε, το 1938, ότι το μεγαλύτερο λάθος που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι στις δημοκρατίες είναι να «ξεχαστούν». Ο Μαν φοβόταν ότι ήταν επικίνδυνα εύκολο για τις κοινωνίες να θεωρήσουν δεδομένη την δημοκρατία, διαγράφοντας από την συλλογική μνήμη την δύσκολη διαδικασία δημιουργίας των θεσμών που στηρίζουν την αυτοκυβέρνηση και θεωρώντας ως θέσφατο ότι αυτοί οι θεσμοί είναι άτρωτοι. Αυτό το συναίσθημα συμμερίζονται και οι δυο συγγραφείς. Σε έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών, οι άνθρωποι έχουν διαπράξει το αμάρτημα που τόσο ανησυχούσε τον Μαν, αποτυγχάνοντας να υποστηρίξουν την δημοκρατία, τα καθήκοντα της πολιτειότητας και τον στόχο της κοινής ευημερίας.

Οι πολιτικοί, οι ειδικοί και οι εύποροι είναι σοκαρισμένοι που οι συμπολίτες τους στρέφονται σε προβληματικές εναλλακτικές λύσεις αντί της δημοκρατίας ή, τουλάχιστον, την μορφή δημοκρατίας που τους προσφέρθηκε. Η δημοκρατία δεν είναι τέλεια, επιμένουν αυτοί οι προβληματισμένοι σχολιαστές, αλλά είναι η καλύτερη διαθέσιμη επιλογή.

Μερικοί διανοούμενοι κατηγορούν το κοινό για τα προβλήματα της δημοκρατίας. Οι άνθρωποι δεν είναι αρκετά ώριμοι για να κάνουν την δημοκρατία να λειτουργήσει, ισχυρίζονται. Κατά την άποψή τους, οι πολίτες έχουν γίνει ανίκανοι ή έχουν υποκύψει στο δέλεαρ του αυταρχισμού σε μια εποχή αβεβαιότητας. Ή, όπως το διατύπωσε πιο ευσύνοπτα ο αντι-διαφωτιστικός Γάλλος φιλόσοφος Joseph de Maistre, «Κάθε έθνος έχει την κυβέρνηση που του αξίζει». Αλλά ο Γουλφ και ο Μπάρνταν έχουν δίκιο: το πρόβλημα είναι ότι οι θεσμοί έχουν απογοητεύσει τους ανθρώπους κι όχι το αντίστροφο.

Και οι δύο συγγραφείς αναζητούν λύσεις στο κράτος. Ο Μπάρνταν υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες μπορούν να αντιστρέψουν αυτήν την τάση κατανέμοντας πιο δίκαια τον πλούτο, χρησιμοποιώντας μια σειρά εργαλείων, κυρίως το “καθολικό βασικό εισόδημα” -μια τακτική πληρωμή σε όλους τους ανθρώπους μιας χώρας ανεξαρτήτως των εισοδημάτων τους. Ο Γουλφ πιστεύει ότι η απάντηση βρίσκεται στην ενίσχυση των δικτύων κοινωνικής ασφάλειας και στις επενδύσεις που εξασφαλίζουν καλύτερες θέσεις εργασίας. Κανένας από τους δυο συγγραφείς δεν δίνει επαρκή προσοχή σε μια άλλη σημαντική λύση: την ρύθμιση της τεχνολογίας κατά τρόπο που να βελτιώνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων αντί να καταργεί τις δουλειές τους. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε επίσης να αντιμετωπιστούν οι αδικίες που έχουν πυροδοτήσει μεγάλη δυσαρέσκεια, ειδικά στα αποσκελετωμένα βιομηχανικά κέντρα της Δύσης.

Όμως και οι δυο συγγραφείς αναγνωρίζουν ένα θεμελιώδες εμπόδιο σε οποιαδήποτε λύση: όλα αυτά τα μέτρα θα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν αν οι άνθρωποι αρνηθούν να εμπιστευτούν τους θεσμούς που ρυθμίζουν την ζωή τους.

Διλήμματα ασφάλειας.

Τα δυο βιβλία ξεκινούν με μια λεπτομερή εξέταση του πώς άρχισε να καταρρέει η δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων που οδήγησαν σε αυξημένη ανισότητα, ανασφάλεια και απώλεια αντιπροσώπευσης των πληθυσμών, σε πλούσιες και φτωχές χώρες εξίσου. Στην συνέχεια εξηγούν γιατί αυτές οι εντάσεις έχουν οδηγήσει σε μια αυταρχική στροφή σε μέρη τόσο διαφορετικά όσο η Βραζιλία, η Ουγγαρία, η Ινδία, η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Αλλά οι εξηγήσεις τους διαφέρουν. Ο Μπάρνταν εστιάζει περισσότερο στην ανισότητα και προτείνει ότι, καθώς οι εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών έχουν διευρυνθεί, η οικονομική ανασφάλεια έχει αυξηθεί. Η ανάλυσή του είναι αναζωογονητικά συνοπτική και υποστηρίζεται συχνά από πρόσφατες ακαδημαϊκές μελέτες.

Ο Γουλφ παρέχει μια πιο εκλεπτυσμένη και εκτεταμένη ανάλυση, υπογραμμίζοντας τις δομικές αδυναμίες στην συγκεκριμένη εκδοχή της δημοκρατίας που έχει εφαρμόσει η Δύση τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, μια μορφή διακυβέρνησης που έχει παραβλέψει τους φτωχούς και την εργατική τάξη. Αντίθετα, πολλές δημοκρατίες έχουν αγκαλιάσει με ενθουσιασμό την ταχεία παγκοσμιοποίηση, την απορρύθμιση και άλλες διευθετήσεις που ευνόησαν τα συμφέροντα του κεφαλαίου έναντι αυτών της εργασίας.

Οι ηγέτες ισχυρίστηκαν ότι αυτές οι αλλαγές ήταν προς το συμφέρον όλων, αλλά, στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι στα χαμηλά της κοινωνικής κλίμακας επωμίστηκαν το κόστος και είδαν ελάχιστα από τα κέρδη, ειδικά καθώς οι δημοκρατίες απέτυχαν να ενισχύσουν το δίχτυ ασφαλείας τους για να βοηθήσουν όσους υστερούν. Ο Γουλφ αναγνωρίζει ορθά τους στενούς δεσμούς ανάμεσα στην κατάρρευση της κοινής ευημερίας και στην κρίση της δημοκρατίας.

Πάρτε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παράδειγμα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 έως την δεκαετία του 1970, οι καρποί της οικονομικής ανάπτυξης διαμοιράζονταν ευρέως. Οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν γρήγορα -κατά μέσον όρο περισσότερο από 2% κάθε χρόνο, τόσο για τους εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης όσο και για τους εργαζομένους με χαμηλή ειδίκευση. Και από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως το 1980, η συνολική ανισότητα μειώθηκε σημαντικά.

Από το 1980, ωστόσο, οι πραγματικοί μισθοί συνέχισαν να αυξάνονται για τους εργαζόμενους με μεταπτυχιακά και εξειδικευμένες δεξιότητες, αλλά έχουν μείνει στάσιμοι, ή και μειώθηκαν, για τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τους άνδρες, που έχουν μόνο απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή τίποτα τέτοιο. Στο μεταξύ, το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος που πηγαίνει στο πλουσιότερο 1% των νοικοκυριών έχει σχεδόν διπλασιαστεί –από 10% το 1980 σε 19% σήμερα. Για να το θέσω απλά, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν την κοινή ευημερία υπέρ ενός μοντέλου στο οποίο μόνο μια μειοψηφία ανθρώπων επωφελείται από την οικονομική ανάπτυξη ενώ οι υπόλοιποι εγκαταλείπονται στην τύχη τους.

Η κατάσταση είναι λιγότερο άσχημη και σε πολλές άλλες δυτικές χώρες, χάρη στους υψηλότερους κατώτατους μισθούς, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τους κοινωνικούς κανόνες κατά της ανισότητας στον χώρο εργασίας. Παρόλα αυτά, οι περισσότερες βιομηχανικές χώρες έχουν δει τις πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων με χαμηλή εκπαίδευση να παραμένουν στάσιμες ή να μειώνονται, ενώ οι πλούσιοι έχουν γίνει πλουσιότεροι. Δεδομένης αυτής της εικόνας, είναι εύκολο να συμφωνήσουμε με την επιμονή του Γουλφ στην ενοχή της οικονομίας, που απέτυχε να διανείμει τα οφέλη της ανάπτυξης περισσότερο ομοιόμορφα.

Ο Μπάρνταν, αντίθετα, υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ανισότητα όσο η ανασφάλεια, μια ευρύτερη αγωνία που αφορά θέματα υλικής ευημερίας και πολιτισμικές αλλαγές. Ως διάγνωση, αυτή η έμφαση δεν είναι αρκετά πειστική. Η οικονομική ανασφάλεια στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, δεν έχει αυξηθεί τόσο πολύ όσο η ανισότητα τα τελευταία 50 χρόνια. Χάρη σε μια σειρά κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που ξεκίνησε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, από την δεκαετία του 1960, η φτώχεια έχει γίνει πολύ λιγότερο συχνή. Ο παιδικός υποσιτισμός και η φτώχεια μειώθηκαν ιδιαίτερα έντονα κατά την διάρκεια της πανδημίας, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενίσχυσε το δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας, αν και αυτές οι βελτιώσεις έχουν αρχίσει να αντιστρέφονται από τότε. Τον τελευταίο μισό αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν γίνει οικονομικά ασφαλέστερες, αν και λιγότερο ίσες.

Ο ίδιος ο Μπάρνταν δεν βλέπει την οικονομική ανασφάλεια ως την μόνη αιτία της παρακμής της δημοκρατίας. Υποστηρίζει ότι η πολιτισμική ανασφάλεια ευθύνεται επίσης, επειδή οι σχετικά προνομιούχες ομάδες, όπως οι λευκοί άνδρες στις Η.Π.Α., αισθάνονται ότι απειλούνται από την αποδυνάμωση των παλαιών κοινωνικών ιεραρχιών. Έχει δίκιο ότι η τρέχουσα αντιδημοκρατική στροφή σε όλον τον κόσμο ενέχει μια σημαντική πολιτισμική παράμετρο. Αλλά το αν η πολιτισμική ανασφάλεια είναι το σωστό πλαίσιο κατανόησης, είναι λιγότερο σαφές, δεδομένου ότι αρκετές πτυχές ανατρεπτικής κοινωνικής αλλαγής ήταν ακόμη ταχύτερες στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 -περιόδους κατά τις οποίες η δημοκρατία δεν υποχώρησε σημαντικά.

Η ψευδαίσθηση της αξιοκρατίας.

Παρόλο που ο Γουλφ αποφεύγει μία και μοναδική ερμηνεία για τα δεινά της δημοκρατίας, αναγνωρίζει ότι μια από τις βασικές αιτίες τους είναι η απώλεια της δημοκρατικής πολιτειότητας -η ιδέα ότι, για να λειτουργήσει μια δημοκρατία, οι πολίτες πρέπει να αναλάβουν ευθύνες απέναντι στην κοινότητα και τους θεσμούς της. Η ανάλυση του Γουλφ περιλαμβάνει μια μακρά ιστορία. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την δημοκρατία ως στενά συνδεδεμένη με τα καθήκοντα των πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της υπεράσπισης της πόλης ή της πολιτείας τους και της προσφοράς βοήθειας στους ανθρώπους γύρω τους. Αλλά η δυτική δημοκρατία, στα τέλη του 20ού αιώνα, αποσυνδέθηκε από τα καθήκοντα της πολιτειότητας. Οι μάζες ενθαρρύνθηκαν να ασκήσουν δημοκρατική εξουσία ενώ απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να κάνουν θυσίες για το καλό των άλλων.

Η αποσύνδεση κατέληξε σχεδόν φάρσα κατά την διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους. Λίγο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονταν να εισέλθουν σε δύο μεγάλους πολέμους, ο πρόεδρος είπε στους Αμερικανούς ποιο ήταν το καθήκον τους. «Πετάξτε και απολαύστε τους υπέροχους προορισμούς της Αμερικής», είπε ο Μπους. «Πηγαίνετε στο Disney World στην Φλόριντα». Μόνο ένας μικρός αριθμός ανθρώπων, πολλοί χαμηλού εισοδήματος, αναμενόταν να ενταχθούν στον στρατό και να ρισκάρουν την ζωή τους για την χώρα τους. Οι υπόλοιποι απλώς κλήθηκαν να ξεπεράσουν τον φόβο τους για τα αεροπορικά ταξίδια ώστε να τονώσουν την οικονομία, χωρίς να ξεχάσουν την κατανάλωση ή την άνεσή τους. Ουσιαστικά, σε μια περίοδο ανάγκης, ο πρόεδρος κάλεσε τους Αμερικανούς να είναι καταναλωτές και όχι πλήρως υπεύθυνοι δημοκρατικοί πολίτες.

Αλλά δεν είναι μόνο οι νεοσυντηρητικοί και οι δεξιοί πολιτικοί που συνέβαλαν στην αποδυνάμωση της δημοκρατικής πολιτειότητας. Όπως τονίζει ο Γουλφ, πολλοί από την αριστερά και το φιλελεύθερο κέντρο ζητούν πιο εύκολη μετανάστευση στις βιομηχανικές χώρες, χωρίς να συνυπολογίζουν πως αυτή η εισροή θα αναδιαμόρφωνε την πολιτειότητα και την δημοκρατία. Αν ένας μεγάλος αριθμός μεταναστών απορρίψει ορισμένες από τις θεμελιώδεις αξίες και δικαιώματα της χώρας υποδοχής τους –όπως η ελεύθερη κριτική ή ο χλευασμός της θρησκείας– μπορεί να θεωρηθούν από τους ντόπιους ότι υπονομεύουν την φύση του κοινωνικού συμβολαίου, όπως συνέβη στην Δανία και την Γαλλία, για παράδειγμα. Είναι δύσκολο για την δημοκρατία να λειτουργήσει όταν διαφορετικές εκλογικές ομάδες διαφωνούν στα θεμελιώδη για την φύση της δημοκρατίας τους.

Ο Γουλφ αναφέρεται επίσης, αλλά δεν δίνει επαρκή προσοχή, σε μια άλλη πτυχή ενός ευρύτερου πολιτισμικού μετασχηματισμού: πώς η έπαρση της αξιοκρατίας έχει εντείνει το άγχος των λιγότερο εύπορων εργαζομένων στην Δύση. Αν οι δημοκρατίες είναι πραγματικά αξιοκρατικές, τότε οι άνθρωποι που πετυχαίνουν αξίζουν την επιτυχία τους, ενώ εκείνοι που αποτυγχάνουν αξίζουν την αποτυχία τους. Φυσικά, καμία κοινωνία δεν είναι πραγματικά αξιοκρατική. Τα προνόμια (ή η έλλειψή τους) διαμορφώνουν την ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Όπως τόνισε ο φιλόσοφος του Χάρβαρντ, Michael Sandel, η ψευδαίσθηση της αξιοκρατίας είχε ολέθριες συνέπειες: πολλοί Αμερικανοί, που είδαν το πραγματικό τους εισόδημα να μειώνεται ή να λιμνάζει, κατηγορούνται, σιωπηρά ή ρητά, ότι η ατυχία τους είναι δικό τους φταίξιμο. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το ότι πολλοί από αυτούς που έμειναν πίσω απορρίπτουν τώρα δημοκρατικούς θεσμούς, εμβληματικούς για το είδος της αξιοκρατίας που κατηγορεί ανθρώπους οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

Πράγματι, η εμπιστοσύνη του κοινού στην αμεροληψία και τις δυνατότητες των δημοκρατικών κυβερνήσεων έχει διαβρωθεί σε όλον τον βιομηχανοποιημένο κόσμο, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν και οι ακριβείς αιτίες αυτής της πτώσης δεν έχουν ακόμα κατανοηθεί επαρκώς. Είναι δύσκολο να περιμένουμε από τους ανθρώπους να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους ως πολίτες όταν η εμπιστοσύνη τους στους κρατικούς θεσμούς είναι τόσο χαμηλή.

Ορισμένοι μελετητές, όπως ο πολιτικός επιστήμονας του Χάρβαρντ Robert Putnam έχουν αποδώσει την εξασθένιση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση στην εξαφάνιση των τοπικών θεσμών, όπως οι λέσχες μπόουλινγκ και οι εκκλησίες, που χρησίμευαν ως συνδετικός ιστός για τις κοινότητες. Με λιγότερους τρόπους οικοδόμησης συνεργασίας και εμπιστοσύνης σε τοπικό επίπεδο, οι άνθρωποι θα αποξενωθούν από όλους τους θεσμούς, και ιδιαίτερα από τους ομοσπονδιακούς, που πάντα θεωρούσαν απόμακρους.

Άλλοι παρατηρητές τονίζουν μια ευρύτερη υπόσκαψη της εμπιστοσύνης: μειωμένη εμπιστοσύνη στις προθέσεις των επιχειρηματικών εταίρων και των γειτόνων και μειωμένη εμπιστοσύνη και επικοινωνία μεταξύ διευθυντών και εργαζομένων. Πολλοί άνθρωποι στις δημοκρατίες έχουν πάψει να βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος μιας κοινότητας, θεωρώντας τους συμπατριώτες τους ξένους ή μέλη κατά βάση αντίπαλων ομάδων.

Όπως τονίζουν τόσο ο Μπάρνταν όσο και ο Γουλφ, η λειτουργία των κρατικών θεσμών εξαρτάται από τον βαθμό εμπιστοσύνης και συνεργασίας της κοινωνίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ένα ιστορικά χαμηλό 20% του κοινού λέει ότι εμπιστεύεται την κυβέρνηση να κάνει το σωστό τις περισσότερες ή όλες τις φορές. Η δική μου εργασία με τον πολιτικό επιστήμονα James Robinson έχει τονίσει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να επιβιώσουν μόνο αν η κοινωνία των πολιτών είναι εξίσου ισχυρή με τους θεσμούς του κράτους.

Μια τέτοια ισορροπία μπορεί επίσης να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση. Για παράδειγμα, όταν πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν τις κυβερνήσεις και τις ελίτ, οι πολίτες αισθάνονται πιο άνετα να δίνουν σε τέτοιους θεσμούς μεγαλύτερη ελευθερία για να κυβερνήσουν. Αλλά η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και της κυβέρνησης είναι επισφαλής και εξαρτάται από την επαγρύπνηση και την πολιτική συμμετοχή των απλών ανθρώπων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να κατασκευαστεί με έξυπνα συντάγματα. Απαιτεί από τους ανθρώπους να εμπλακούν στην πολιτική διαδικασία και να κάνουν την φωνή τους να ακουστεί.

Και πάλι, είναι πιθανό η συρρίκνωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς να ερμηνευθεί ως αποτυχία του λαού. Αλλά το επιχείρημα του Γουλφ ακολουθεί μια άλλη λογική: πρώτοι οι κρατικοί θεσμοί εγκατέλειψαν τους ανθρώπους. Αυτό είναι πεντακάθαρο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου πολιτικοί, γραφειοκράτες και ειδήμονες με επιρροή υποστήριξαν με ενθουσιασμό την ταχεία παγκοσμιοποίηση και διάφορες μορφές φονταμενταλισμού της ελεύθερης αγοράς που έχουν βαθύνει την ανισότητα.

Για παράδειγμα, πολιτικοί των ΗΠΑ προωθούσαν τόσο την Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (NAFTA) όσο και την ενσωμάτωση της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου ως επωφελή όχι μόνο για τις αμερικανικές εταιρείες αλλά τελικά για όλους τους Αμερικανούς. Οι ίδιοι καθησύχαζαν επίσης το κοινό ότι σύντομα θα καρπωθεί τα οφέλη, διογκώνοντας έτσι τις προσδοκίες και παραλύοντας τις προσπάθειες να οικοδομηθούν καλύτεροι θεσμοί για την αντιμετώπιση των διαβρωτικών επιπτώσεων της νέας τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης. Ακόμη χειρότερα, πολλές από αυτές τις πολιτικές παρουσιάστηκαν ως τεχνοκρατικές, επιστημονικά απόλυτες αλήθειες. Αυτή η παραποίηση διευκόλυνε την αποδοχή αυτών των πολιτικών βραχυπρόθεσμα. Συνέβαλε επίσης στην περαιτέρω μείωση της εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς θεσμούς και τους εμπειρογνώμονες μακροπρόθεσμα.

Αν και είναι σαφές ότι αυτή η πτώση της εμπιστοσύνης έχει οδηγήσει τους ανθρώπους στις δημοκρατίες να χάσουν την πίστη τους στους θεσμούς τους, είναι λιγότερο σαφές γιατί οι απογοητευμένοι έχουν στραφεί προς τον δεξιό λαϊκισμό και τον αυταρχισμό παρά προς τις αριστερές εναλλακτικές. Ο Γουλφ και ο Μπάρνταν προτείνουν ορισμένους λόγους, αλλά κανένας από τους δύο δεν συνυπολογίζει επαρκώς την κινητήρια δύναμη του εθνικισμού. Ο Γουλφ αναφέρει την αναζωπύρωση του εθνικισμού, αλλά δεν τον τονίζει ως κύρια πηγή δημοκρατικής διάβρωσης. Ο Μπάρνταν αφιερώνει ένα σύντομο κεφάλαιο στον εθνικισμό, το οποίο δεν προσφέρει μια πειστική εξήγηση για την αναβίωσή του σήμερα. Και οι δύο συγγραφείς βλέπουν τον αναζωπυρούμενο εθνικισμό ως συνέπεια, και όχι ως αιτία, της παρακμής της δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, ένα αυξανόμενο κύμα εθνικισμού έχει μετατρέψει την δυσαρέσκεια, τόσο στις πλούσιες όσο και στις φτωχές χώρες, σε υποστήριξη του δεξιού λαϊκισμού, ειδικά όταν υποκινείται επιδέξια από πολιτικούς όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία ή ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία. Τα καθεστώτα που ονομάζονται δεξιά λαϊκιστικά, αυταρχικά, πλειοψηφικά ή θρησκευτικώς συντηρητικά, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Ινδία και την Τουρκία, είναι στην πραγματικότητα πρώτα και κύρια εθνικιστικά στον προσανατολισμό τους. Οι ηγέτες εκμεταλλεύονται τα πατριωτικά αισθήματα για να ενισχύσουν την δημοτικότητά τους και τον έλεγχό τους πάνω στον πληθυσμό. Αυτό συμβαίνει επίσης στην Κίνα, όπου τα σχολικά προγράμματα και η προπαγάνδα των μέσων ενημέρωσης έχουν πυροδοτήσει το εθνικιστικό αίσθημα.

Η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην αναζωπύρωση του εθνικισμού. Έχει δημιουργήσει νέες ανισότητες, επιτρέποντας στις εταιρείες να αποφεύγουν τους φόρους και μη συμβάλλοντας στην δημιουργία θέσεων εργασίας στο εσωτερικό, όπως επίσης έχει βαθύνει τις εντάσεις, επειδή αμφισβητεί τους κοινωνικούς κανόνες μέσα από την διάδοση ιδεών μέσω του Διαδικτύου, των ταινιών, της τηλεόρασης και της μουσικής.

Φεουδάρχες ευγενείς και τιτάνες της τεχνολογίας.

Ο Γουλφ και ο Μπάρνταν προτείνουν και οι δυο ανανεωμένες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας (αν και ο Γουλφ δεν χρησιμοποιεί ποτέ αυτόν τον όρο), αλλά υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των λύσεων που προτείνουν οι δύο συγγραφείς. Ο Γουλφ υποστηρίζει περισσότερη ισότητα ευκαιριών και επενδύσεις στο κράτος πρόνοιας. Το κεντρικό στοιχείο των προτάσεών του είναι «καλές δουλειές για όσους μπορούν να εργαστούν και είναι έτοιμοι να το κάνουν». Αυτό είναι συνεπές με το συνολικό μήνυμά του ότι η ιδιότητα του πολίτη, η δημοκρατική συμμετοχή, οι καλύτεροι θεσμοί και η κοινή ευημερία πρέπει να οικοδομηθούν και να διατηρηθούν σε συντονισμό μεταξύ τους. Φυσικά, η δυσκολία είναι ότι κανείς δεν έχει την τέλεια συνταγή για την δημιουργία τέτοιων καλών θέσεων εργασίας.

Παρόλα αυτά, ο Γουλφ έχει δίκιο. Οι καλές θέσεις εργασίας, που προσφέρουν υψηλούς μισθούς και παρέχουν μια αίσθηση ασφάλειας και σκοπού, είναι απαραίτητες για την κοινή ευημερία και την δημοκρατική πολιτειότητα. Κάποτε πίστευαν ότι χώρες με χαμηλή ανισότητα, όπως η Σουηδία, πέτυχαν μια σχετική ισοτιμία μέσω μιας μεγάλης ανακατανομής. Έρευνα των οικονομολόγων Blanchet, Chancel και Gethin, που δημοσιεύθηκε το 2022, δείχνει ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η ανισότητα έχει τις ρίζες της στην κατανομή του εισοδήματος, προ φόρων. Για παράδειγμα, επειδή η Σουηδία έχει ισχυρές συλλογικές μισθολογικές διαπραγματεύσεις, πιο ισομερή κατανομή δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό της και θέσεις εργασίας που χρησιμοποιούν αυτές τις δεξιότητες, οι μισθοί είναι πιο ισότιμα κατανεμημένοι προ φόρων στην Σουηδία από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την πλευρά του, ο Μπάρνταν υποστηρίζει μια σειρά από γνωστές ιδέες, όπως η διασπορά της εξουσίας στις τοπικές κυβερνήσεις, περισσότερος διεθνής συντονισμός για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, των πανδημιών και της φοροδιαφυγής, εντονότερες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς και περισσότερη δημόσια έρευνα που υποστηρίζει την ανάπτυξη τεχνολογιών που θα ωφελήσουν τους εργαζόμενους (κάτι που έχω επίσης υποστηρίξει τα τελευταία χρόνια).

Αλλά η κύρια λύση του είναι ένα καθολικό βασικό εισόδημα (Κα.Β.Ε.) που πληρώνει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε μετρητά σε όλους. Το νέο πρόβλημα εδώ είναι το επιχείρημά του ότι το Κα.Β.Ε. θα ήταν ιδιαίτερα αποδοτικό σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία, όπου η ανισότητα είναι υψηλή και αυξάνεται συνεχώς, οι δημόσιες υπηρεσίες παρέχονται αναποτελεσματικά –όταν υπάρχουν– και φαίνεται να υπάρχει ελάχιστη διάθεση για την οικοδόμηση ενός καλύτερου δικτύου κοινωνικής ασφάλειας. Επειδή ο Μπάρνταν θεωρεί την οικονομική ανασφάλεια ως κρίσιμο μοχλό για την τρέχουσα δημοκρατική κρίση, βλέπει στο Κα.Β.Ε. ένα ισχυρό εργαλείο για την ανακούφιση της οικονομικής ανασφάλειας και, ως εκ τούτου, την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.

Αλλά το Κα.Β.Ε. είναι η λάθος πολιτική που στοχεύει σε λάθος προβλήματα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το Κα.Β.Ε. θα είναι δαπανηρό, αλλά επίσης ότι δεν θα παρέχει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι συνεισφέρουν στην κοινωνία, κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την έννοια της πολιτειότητας πάνω στην οποία πρέπει να οικοδομηθεί η δημοκρατία. Μια μελέτη του 2022 από τους οικονομολόγους Hussam, Kelley, Lane και Zahra δείχνει την σημαντική σχέση μεταξύ ψυχολογικής ευεξίας και εισοδήματος.

Η μελέτη εξέτασε την στάση απέναντι στην εργασία στους πρόσφυγες Ροχίνγκια, στο νότιο Μπαγκλαντές. Οι ερευνητές πρόσφεραν σε ορισμένους συμμετέχοντες μετρητά σε εβδομαδιαία βάση και έδωσαν σε άλλους την ευκαιρία να ασχοληθούν με αμειβόμενη εργασία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι εργάζονταν ανέφεραν σημαντικά βελτιωμένη ψυχολογική ευεξία, ενώ όσοι έλαβαν τις πληρωμές σε μετρητά χωρίς εργασία, όχι. Παρά την φτώχεια και τις δύσκολες συνθήκες, όταν τους δόθηκε η επιλογή, περίπου τα δυο τρίτα των συμμετεχόντων ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την πληρωμή σε μετρητά για να αναλάβουν εργασία με χαμηλότερο μισθό.

Το Κα.Β.Ε. αντικατοπτρίζει μια θεμελιωδώς ηττοπαθή άποψη για το μέλλον. Αποδέχεται ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν μπορεί να συνεισφέρει στην κοινωνία, εν μέρει λόγω της τεχνολογικής προόδου. Ως εκ τούτου, ο μόνος δρόμος προς τα εμπρός είναι μια μικρή μειοψηφία να κερδίζει όλο το εισόδημα και να προσφέρει ψίχουλα στους υπόλοιπους ένα αποθαρρυντικό συμπέρασμα.

Είναι επίσης λάθος να δεχόμαστε ότι οι νέες τεχνολογίες και η παγκοσμιοποίηση θα δημιουργήσουν αναγκαστικά ανισότητα και ανεργία. Σε όλη την ιστορία, ο έλεγχος της τεχνολογίας καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο μοιράζονται τα κέρδη από την οικονομική ανάπτυξη. Όταν οι γαιοκτήμονες της μεσαιωνικής Ευρώπης έλεγχαν την πιο σημαντική τεχνολογία της εποχής, όπως το νερό και τους ανεμόμυλους, διασφάλιζαν ότι οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα θα έφερναν πλούτο σε αυτούς και όχι στους εργάτες τους. Στα πρώτα στάδια της Βιομηχανικής Επανάστασης, όταν οι επιχειρηματίες εισήγαγαν γρήγορα αυτοματοποιημένες διαδικασίες παραγωγής και μάζεψαν εργάτες, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, στα εργοστάσια, επωφελήθηκαν, ενώ οι μισθοί έμειναν στάσιμοι και ίσως ακόμη και να μειώθηκαν.

Ευτυχώς, είναι εφικτό ακόμα να αλλάξουμε το ποιος ελέγχει την τεχνολογία και έτσι να αλλάξει η εφαρμογή της, ειδικά όσον αφορά το αν θα αποδυναμώσει τους εργαζόμενους και θα αυτοματοποιήσει την εργασία ή θα αυξήσει τις ικανότητες και την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Ο λόγος που οι δυτικές χώρες έχουν γίνει πολύ πιο άνισες είναι ότι επέτρεψαν σε μια μικρή ομάδα επιχειρηματιών και εταιρειών να καθορίσουν την κατεύθυνση της τεχνολογικής αλλαγής σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και ενάντια σε αυτά των εργαζομένων.

Αν και οι λύσεις του Γουλφ είναι στον σωστό δρόμο, δεν φτάνουν αρκετά μακριά. Οι σύγχρονες οικονομίες της αγοράς πρέπει να μεταρρυθμιστούν ριζικά. Διαφορετικά, οι εταιρείες θα συνεχίσουν να υπερεπενδύουν στο είδος του αυτοματισμού που αντικαθιστά τους εργαζόμενους αντί να ενισχύει την παραγωγικότητά τους. Οι εταιρείες ενδέχεται επίσης να επιτείνουν την μαζική συλλογή δεδομένων και την ανεξέλεγκτη χρησιμοποίησή τους, παρόλο που αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν ανάθεμα σε μια δημοκρατία.

Εναπόκειται στις κυβερνήσεις να ρυθμίσουν και να ανακατευθύνουν την τεχνολογική αλλαγή. Αν οι εταιρείες συνεχίσουν να αυτοματοποιούνται χωρίς να επενδύουν σε κατάρτιση και τεχνολογίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους εργαζόμενους, η ανισότητα θα συνεχίσει να επιδεινώνεται και όσοι βρίσκονται στα χαμηλά της κοινωνικής κλίμακας θα αισθάνονται ακόμη πιο αναλώσιμοι.

Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να καθορίσουν ποιες ευρείες κατηγορίες τεχνολογιών ενδέχεται να είναι χρήσιμες για τους εργαζόμενους και αξίζουν δημόσια υποστήριξη. Πρέπει επίσης να ρυθμίσουν την τεχνολογική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητάς της να συλλέγει δεδομένα, να διαφημίζεται ψηφιακά και να δημιουργεί μεγάλα μοντέλα γλώσσας, όπως το chatbot τεχνητής νοημοσύνης ChatGPT.

Και η κυβέρνηση πρέπει να δώσει στους εργαζόμενους φωνή στην διαδικασία ρύθμισης των εταιρειών της νέας τεχνολογίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να επιτρέψει στα εργατικά συνδικάτα να μπλοκάρουν την τεχνολογική αλλαγή. Αντίθετα, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να διαπραγματεύονται το πώς χρησιμοποιείται η τεχνολογία στους χώρους εργασίας.

Αλλά μια τέτοια ρύθμιση είναι πολύ δύσκολο να επινοηθεί επειδή οι πολιτικές, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, έχουν καταστρέψει την εμπιστοσύνη στους κρατικούς θεσμούς. Είναι ακόμη πιο δύσκολο όταν το εργατικό κίνημα έχει αποδεκατιστεί και οι πυλώνες της δημοκρατικής πολιτειότητας έχουν αποδυναμωθεί.

Ο δημοκρατικός καπιταλισμός βρίσκεται όντως σε κρίση. Η οποιαδήποτε λύση χρειάζεται να ξεκινήσει εστιάζοντας στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του λαού στην δημοκρατία. Οι άνθρωποι στις δημοκρατίες δεν είναι, στην πραγματικότητα, αβοήθητοι: υπάρχουν τρόποι για να δημιουργηθεί ένας δικαιότερος τύπος οικονομικής ανάπτυξης, να ελεγχθεί η διαφθορά και να περιοριστεί η υπερβολική δύναμη των μεγάλων εταιρειών, όπως υποστηρίξαμε ο οικονομολόγος Simon Johnson και εγώ. Αυτό όχι μόνο θα συμβάλει στην μείωση της ανισότητας και θα θέσει τα θεμέλια της κοινής ευημερίας, αλλά θα δείξει επίσης ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν, διασφαλίζοντας ότι αυτή η κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού δεν θα σημάνει το τέλος της δημοκρατίας.

***
@Daron Acemoglu / Λόγιος Ερμής τ. 26 / 2024

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Foreign Affairs (τχ. Ιούλιος-Αύγουστος 2023). Ο Daron Acemoglu είναι οικονομολόγος, καθηγητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης και συν-συγγραφέας, μαζί με τον Simon Johnson, του βιβλίου Power and Progress: Our Thousand-Year Struggle Over Technology and Prosperity (2023). Έγραψε, μαζί με τον J. A. Robinson, το Economic Origins of Dictatorship and Democracy (2006) και το Why Nations Fail (2012). Το τελευταίο είναι ένα εξαιρετικά επιδραστικό βιβλίο σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζουν οι θεσμοί στην διαμόρφωση των οικονομικών αποτελεσμάτων των εθνών.