Τραπεζικά Οικονομικά Εγκλήματα

Οι παγκόσμιες τράπεζες αψηφούν τα αυστηρά μέτρα των Ηνωμένων Πολιτειών, υπηρετώντας ολιγάρχες, εγκληματίες και τρομοκράτες. Τα μυστικά έγγραφα της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών αποκαλύπτουν ότι, η JP Morgan Chase, η HSBC και άλλες μεγάλες τράπεζες...

Τραπεζικά Οικονομικά Εγκλήματα

Οι παγκόσμιες τράπεζες αψηφούν τα αυστηρά μέτρα των Ηνωμένων Πολιτειών, υπηρετώντας ολιγάρχες, εγκληματίες και τρομοκράτες.

Τα μυστικά έγγραφα της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών αποκαλύπτουν ότι, η JP Morgan Chase, η HSBC και άλλες μεγάλες τράπεζες έχουν αψηφήσει τα αυστηρά μέτρα για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μεταφέροντας ιλιγγιώδη ποσά παράνομων μετρητών για ύποπτους ανθρώπους και εγκληματικά δίκτυα που έχουν εξαπλώσει το χάος και έχουν υπονομεύσει την δημοκρατία σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Τα αρχεία δείχνουν ότι 5 παγκόσμιες τράπεζες, η JP Morgan, η HSBC, η Standard Chartered Bank, η Deutsche Banκ και η New York Mellon, συνέχιζαν να επωφελούνται από ισχυρούς και επικίνδυνους παίκτες, ακόμη και μετά τα πρόστιμα που επέβαλαν οι Αμερικανικές αρχές σε αυτά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, για προηγούμενες αποτυχίες στην εμπόδιση ροής «βρώμικου» χρήματος.

Οι Αμερικανικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την επιβολή των νόμων για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, σπάνια διώκουν τράπεζες τέτοιου βεληνεκούς που παραβιάζουν το νόμο, και οι ενέργειες που κάνουν δεν έχουν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα στο ξέπλυμα χρήματος μέσω του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Σε μερικές περιπτώσεις οι τράπεζες συνέχισαν να μεταφέρουν παράνομα κεφάλαια ακόμα και μετά τις προειδοποιήσεις από Αμερικανούς αξιωματούχους, που τους είχαν προειδοποιήσει ότι θα αντιμετώπιζαν ποινικές διώξεις εάν δεν σταματούσαν να διαπραγματεύονται με συμμορίτες, απατεώνες ή διεφθαρμένα καθεστώτα.

Εγγραφα που διέρρευσαν αποκαλύπτουν ότι, η JP Morgan, η μεγαλύτερη τράπεζα με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετέφερε χρήματα για ιδιώτες και επιχειρήσεις που συνδέονται με την μαζική λεηλασία δημόσιων κεφαλαίων στην Μαλαισία, στην Βενεζουέλα και στην Ουκρανία.

Τα αρχεία δείχνουν ότι, η τράπεζα μετέφερε πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια για τον φυγόδικο χρηματοδότη πίσω από το σκάνδαλο της 1MDB (1Malaysia Development Berhad) στην Μαλαισία, και πάνω από 2 εκατομμύρια δολάρια για μία νέα ισχυρή εταιρεία ενέργειας, η οποία είχε κατηγορηθεί για εξαπάτηση της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και ότι βοήθησε να προκληθούν ηλεκτρικές διακοπές ρεύματος που παρέλυσαν μεγάλα μέρη της χώρας.

Η JP Morgan, επίσης επεξεργάστηκε πάνω από 50 εκατομμύρια δολάρια σε πληρωμές για πάνω από μία δεκαετία, δείχνουν τα αρχεία, για τον Paul Manafort, τον πρώην διευθυντή εκστρατείας του Donald Trump. Η τράπεζα μετέφερε τουλάχιστον 6,9 εκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές τους πρώτους 14 μήνες αφού ο Manafort παραιτήθηκε από την εκστρατεία, λόγω ισχυρισμών ξεπλύματος χρήματος από παράνομες δραστηριότητες και διαφθορά από την εργασία του με φιλορωσικό πολιτικό κόμμα στην Ουκρανία.

Οι «βρώμικες» συναλλαγές συνέχισαν να εκτοξεύονται μέσω των λογαριασμών στην JP Morgan, παρά τις υποσχέσεις της τράπεζας για την βελτίωση ελέγχων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ως μέρος των διακανονισμών που είχε κάνει με τις αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών το 2011, το 2013 και το 2014.

Σε απάντηση για τις ερωτήσεις για αυτήν την ιστορία, η JP Morgan είπε ότι απαγορευόταν νομικά να συζητάει για πελάτες της ή συναλλαγές. Δήλωσε ότι πήρε «ηγετικό ρόλο» στην επιδίωξη προληπτικών ερευνών υπό την καθοδήγηση πληροφοριών και στην ανάπτυξη καινοτόμων τεχνικών για την καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος.

Η HSBC, η Standard Chartered Bank, η Deutsche Bank και η New York Mellon επίσης, συνέχισαν να δίνουν άδεια σε ύποπτες πληρωμές, παρά τις παρόμοιες υποσχέσεις τους στις κυβερνητικές αρχές, δείχνουν μυστικά έγγραφα.

Τα έγγραφα που διέρρευσαν, γνωστά κι ως αρχεία FinCen, περιέχουν πάνω από 2.100 ύποπτες αναφορές δραστηριότητας που έχουν κατατεθεί από τράπεζες και άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες στο Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων του Υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο οργανισμός που είναι εν συντομία γνωστός ως FinCEN, είναι μία μονάδα πληροφοριών στην καρδιά του παγκόσμιου συστήματος, για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Το Buzz Feed News απέκτησε τα αρχεία και τα μοιράστηκε με το International Consortium of Investigative Journalists. Το ICIJ οργάνωσε μία ομάδα με περισσότερους από 400 δημοσιογράφους από 110 οργανισμούς ειδήσεων σε 88 χώρες, για να ερευνήσουν τον κόσμο των τραπεζών και την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Συνολικά, σύμφωνα με μία ανάλυση του ICIJ που βρέθηκε, τα έγγραφα αναγνωρίζουν πάνω από 2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές μεταξύ του 1999 και του 2017, που επισημάνθηκαν από υπαλλήλους εσωτερικής συμμόρφωσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ως πιθανό ξέπλυμα ᾽᾽βρώμικου᾽᾽ χρήματος ή άλλη εγκληματική δραστηριότητα – συμπεριλαμβάνοντας 514 δισεκατομμύρια δολάρια στην JP Morgan και 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια στην Deutsche Bank.

Οι ύποπτες αναφορές δραστηριοτήτων αντικατοπτρίζουν τις ανησυχίες των επιτηρητών εντός των τραπεζών και δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία εγκληματικής συμπεριφοράς ή άλλου αδικήματος.

«Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν εγκαταλείψει τους ρόλους τους ως άμυνα πρώτης γραμμής ενάντια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.» Paul Pelletier

Αν και ένα τεράστιο ποσό, των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε ύποπτες συναλλαγές αναγνωρίστηκε εντός αυτών των εγγράφων, είναι απλά μία σταγόνα σε μία μεγάλη πλημμύρα βρώμικου χρήματος που ρέει μέσα από τράπεζες σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα αρχεία FinCEN εκπροσωπούν, λιγότερο από το 0,02% από πάνω από 12 εκατομμύρια ύποπτες αναφορές δραστηριότητας που υπέβαλαν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο FinCEN (Δίκτυο Επιβολής Οικονομικών Εγκλημάτων) μεταξύ 2011 και 2017.

Το FinCEN και το Υπουργείο Οικονομικών, δεν απάντησαν σε μία σειρά από ερωτήσεις οι οποίες στάλθηκαν τον προηγούμενο μήνα από το ICIJ και τους συνεργάτες του. Το FinCEN δήλωσε στο BuzzFeed News ότι, δεν σχολιάζει την «ύπαρξη ή μη ύπαρξη» συγκεκριμένων αναφορών ύποπτης δραστηριότητας, γνωστά και ως SARs. Μέρες πριν από την κυκλοφορία της έρευνας από το ICIJ και τους συνεργάτες του, το FinCEN ανακοίνωσε ότι έψαχνε δημόσια σχόλια ώστε να βελτιωθεί το σύστημα καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Οι ύποπτες αναφορές δραστηριότητας, μαζί με εκατοντάδες υπολογιστικά φύλλα γεμάτα με ονόματα, ημερομηνίες και νούμερα -επισημαίνουν πελάτες τραπεζών σε πάνω από 170 χώρες οι οποίες αναγνωρίστηκαν για την συμμετοχή τους σε πιθανές παράνομες δραστηριότητες.

Μαζί με το ξεσκόνισμα των αρχείων FinCEN, το ICIJ και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των συνεργατών του, απέκτησαν πάνω από 17.600 αρχεία που αφορούσαν έγγραφα δικαστηρίων, αιτήματα ελευθερίας πληροφοριών -δηλαδή πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν προσωπικά στοιχεία ή άλλες πληροφορίες, όπως κυβερνητικές πολιτικές και διαδικασίες λήψης αποφάσεων- κι άλλες πηγές. Η ομάδα πήρε συνέντευξη από εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβάνοντας εμπειρογνώμονες σε θέματα οικονομικού εγκλήματος, αξιωματούχους επιβολής του νόμου και θύματα εγκλήματος.

Σύμφωνα με το Buzz Feed News, μερικά από τα μυστικά έγγραφα ζητήθηκαν στα πλαίσια των ερευνών του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά από Ρωσική παρέμβαση στις Προεδρικές εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ. Επίσης, το Buzz Feed δήλωσε, πως άλλα έγγραφα συγκεντρώθηκαν από το FinCEN ακολουθώντας αιτήματα από υπηρεσίες επιβολής του νόμου.

Τα αρχεία FinCEN, προσφέρουν αδιαμφισβήτητη εικόνα σε ένα μυστικό κόσμο διεθνών τραπεζικών εργασιών, ανώνυμων πελατών και σε πολλές περιπτώσεις οικονομικών εγκλημάτων.

Επίσης, δείχνουν τις τυφλές μεταφορές μετρητών των τραπεζών από λογαριασμούς τους σε ανθρώπους που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν, παραλείποντας να αναφέρουν συναλλαγές με όλα τα χαρακτηριστικά των χρημάτων που νομιμοποιούνται από παράνομες δραστηριότητες, μέχρι να περάσουν αρκετά χρόνια από το γεγονός αυτό, καθώς και ότι κάνουν δουλειές με πελάτες μπλεγμένους σε οικονομικές απάτες και σκάνδαλα δημόσιας διαφθοράς.

Οι αρχές στην Αμερική, οι οποίες έχουν ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια μάχη ενάντια στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, διέταξαν μεγάλες τράπεζες να μεταρρυθμίσουν τις πρακτικές τους, τους επέβαλαν πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων, ακόμη και δισεκατομμυρίων δολαρίων, κι αναμένουν απειλές για ποινικές κατηγορίες ως μέρος των υποτιθέμενων αναβληθέντων συμφωνιών δίωξης.

Μία έρευνα 16 μηνών από το ICIJ και τους συνεργάτες του, δείχνουν ότι οι αυτές οι τακτικές δημιουργίας τίτλων ειδήσεων δεν έχουν λειτουργήσει. Οι μεγάλες τράπεζες συνεχίζουν να παίζουν κεντρικό ρόλο στη μεταφορά χρημάτων που συνδέονται με διαφθορά, απάτες, οργανωμένα εγκλήματα και τρομοκρατικές ενέργειες.

«Με την πλήρη αποτυχία να εμποδίσουν μεγάλης κλίμακας διεφθαρμένων συναλλαγών, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν εγκαταλείψει τους ρόλους τους ως άμυνα πρώτης γραμμής ενάντια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» δήλωσε ο Paul Pelletier, ο πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και οικονομικός εισαγγελέας εγκλημάτων, στο ICIJ. Επίσης είπε ότι «οι τράπεζες γνωρίζουν ότι λειτουργούν σε ένα σύστημα που είναι σε μεγάλο βαθμό αδύναμο κι αναποτελεσματικό».

Τα μυστικά αρχεία δείχνουν ότι, 5 από τις τράπεζες που εμφανίζονται περισσότερο συχνά στα αρχεία FinCEN – η Deutsche Bank, η New York Mellon, η Standard Chartered, η JP Morgan και η HSBC – επανειλημμένα παραβίασαν τις επίσημες υποσχέσεις τους καλής συμπεριφοράς.

Το 2012, η HSBC με έδρα το Λονδίνο, η μεγαλύτερη τράπεζα στην Ευρώπη, υπέγραψε συμφωνία αναβολής της δίωξης της και παραδέχτηκε ότι είχε ξεπλύνει βρώμικο χρήμα τουλάχιστον ύψους 881 εκατομμυρίων δολαρίων για καρτέλ ναρκωτικών στην Λατινική Αμερική. Οι διακινητές ναρκωτικών χρησιμοποίησαν ειδικά διαμορφωμένα κουτιά που ταίριαζαν απόλυτα στα παράθυρα των ταμείων της HSBC, ώστε να αποθέσουν τα τεράστια χρηματικά ποσά που έσπρωχναν από τα ναρκωτικά μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας με εισαγγελείς, η HSBC πλήρωσε 1,9 δισεκατομμύρια δολάρια και η κυβέρνηση συμφώνησε να θέσει σε αναστολή τις ποινικές κατηγορίες που της είχαν προσαχθεί, και μετά από 5 χρόνια να αποσυρθούν, εάν κρατούσε τις υποσχέσεις της στο να πολεμήσει επιθετικά τις παράνομες ροές χρήματος.

Κατά τη διάρκεια αυτών των 5 δοκιμαστικών χρόνων, τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η HSBC συνέχισε να μεταφέρει χρήματα για αμφισβητούμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και ύποπτων Ρώσων που ξέπλεναν βρώμικο χρήμα, καθώς και μία μορφής απάτης που ονομάζεται Ponzi και ερευνάτε από πολλές χώρες. Πρακτικά, αυτή η απάτη δελεάζει νέους επενδυτές να πληρώνουν τα κέρδη προηγούμενων επενδυτών, και οδηγεί τα θύματα να πιστεύουν ότι τα κέρδη προέρχονται από πωλήσεις προϊόντων, δίνοντας την ψευδαίσθηση μίας βιώσιμης επιχείρησης.

Ωστόσο, η κυβέρνηση επέτρεψε στην HSBC να ανακοινώσει τον Δεκέμβριο του 2017 ότι «τήρησε όλες τις δεσμεύσεις της» στο πλαίσιο συμφωνίας αναβολής της δίωξης, και ότι οι εισαγγελείς απέσυραν όλες τις ποινικές διώξεις οριστικά.

Σε μία δήλωσή προς το ICIJ, η HSBC αρνήθηκε να απαντήσει ερωτήσεις σχετικά με συγκεκριμένους πελάτης της ή συναλλαγές. Η HSBC είπε, πως οι πληροφορίες του ICIJ είναι «ιστορικές και αναχρονιστικές» σε σχέση με την πενταετή συμφωνία αναβολής της δίωξης της. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, η τράπεζα δήλωσε πως «ξεκίνησε ένα πολυετές ταξίδι για να αναδιαμορφώσει την ικανότητά της, ώστε να καταπολεμά το οικονομικό έγκλημα… Η HSBC είναι ένα πολύ ασφαλέστερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απ᾽ ό,τι ήταν το 2012.»

Η HSBC σημείωσε ότι, αποφασίζοντας να απελευθερώσει την τράπεζα από την απειλή ποινικών κατηγοριών, η κυβέρνηση είχε πρόσβαση σε αναφορές από έναν επιτηρητή που έλεγχε τις μεταρρυθμίσεις και τις πρακτικές της τράπεζας.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αρνήθηκε να απαντήσει συγκεκριμένες ερωτήσεις. Σε μία δήλωση, ένας εκπρόσωπος του ποινικού τμήματος είπε: «Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιμένει στο έργο που έχει αναλάβει, και παραμένει αφοσιωμένο στην επιθετική διερεύνηση και δίωξη του οικονομικού εγκλήματος -συμπεριλαμβάνοντας την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – οπουδήποτε το εντοπίσουμε.»

«Ολοι τα πηγαίνουν άσχημα» Το βρώμικο χρήμα κατακλύζει τους γραφειοκράτες.

Η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν είναι έγκλημα χωρίς θύματα.

Η ελεύθερη ροή βρόμικων μετρητών βοηθάει στην διατήρηση εγκληματικών συμμοριών και αποσταθεροποιεί τα έθνη. Επίσης, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομικής ανισότητας. Τα ξεπλυμένα κεφάλαια συχνά μετακινούνται σε λογαριασμούς που ανήκουν σε εταιρίες με δυσδιάκριτο περιεχόμενο λειτουργιών, που είναι καταχωρημένες σε φορολογικούς παραδείσους, επιτρέποντας σε ισχυρούς ανθρώπους να κρύβουν τεράστια ποσά από τον τομέα επιβολής του νόμου και τις φορολογικές αρχές.

Μία ανάλυση του ICIJ έδειξε ότι οι τράπεζες στα αρχεία FinCEN συχνά επεξεργάστηκαν συναλλαγές με εταιρίες που ήταν εγγεγραμμένες στις υποτιθέμενες δικαιοδοσίες απορρήτου, χωρίς να γνωρίζουν τον κύριο δικαιούχο του λογαριασμού. Τουλάχιστον το 20% των αναφορών περιείχε έναν πελάτη με μία διεύθυνση σε έναν από τους κορυφαίους υπεράκτιους οικονομικούς παραδείσους, τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, ενώ παράλληλα πολλές άλλες αναφορές παρείχαν διευθύνσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ΗΠΑ, στην Κύπρο, στο Χονγκ Κονγκ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στην Ρωσία και στην Σουηδία.

Η ανάλυση του ICIJ έδειξε επίσης, ότι στις μισές αναφορές οι τράπεζες δεν είχαν πληροφορίες για μία ή και περισσότερες οντότητες πίσω από τις συναλλαγές. Σε 160 αναφορές, οι τράπεζες αναζήτησαν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εταιρικά οχήματα, χωρίς όμως να βρουν κάποια απάντηση.

Οι εκτιμήσεις από το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών δείχνουν ότι 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια παράνομων κεφαλαίων ξεπλένονται κάθε χρόνο -που ισοδυναμεί κοντά στο 2,7% όλων των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται ετησίως σε ολόκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, η υπηρεσία εκτιμά πως οι αρχές εντοπίζουν λιγότερο από το 1% του βρώμικου χρήματος στον κόσμο.

«Ολοι τα πηγαίνουν άσχημα» δήλωσε στο ICIJ, ο David Lewis, εκτελεστικός γραμματέας της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force) στο Παρίσι, μία εταιρική σχέση των κυβερνήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο, η οποία θέτει όρια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Επίσης δήλωσε πως, οι εκθέσεις αξιολόγησης των χωρών από αυτόν τον οργανισμό, ψάχνουν για το πόσο καλά οι τράπεζες και οι κυβερνητικές υπηρεσίες ανταποκρίνονται στους νόμους και τους κανονισμούς ενάντια στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Πολλές χώρες ενδιαφέρονται περισσότερο στο να δείχνουν εντάξει στα χαρτιά παρά να λαμβάνουν σκληρότερα μέτρα ενάντια σε αυτό το πρόβλημα. Ακόμα και μία οργάνωση των μεγαλύτερων τραπεζών παγκοσμίως διαμαρτυρήθηκε τον περασμένο χρόνο, λέγοντας πως οι ρυθμιστικές αρχές επικεντρώνονται περισσότερο στην «τεχνική επιμόρφωση» και όχι εάν κάνουν πραγματική διαφορά στην καταπολέμηση του οικονομικού εγκλήματος.

Βομβιστική επίθεση στην Ιερουσαλήμ.

Για ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ο προβληματικός πελάτης είναι μία άλλη τράπεζα.

Ενα πρωινό του 2003, ο Steven Averbach, βρισκόταν σε ένα λεωφορείο στην Ιερουσαλήμ, όταν ένας άντρας βιάστηκε να επιβιβαστεί καθώς το λεωφορείο απομακρυνόταν.

«Πολλά πράγματα δεν ταίριαζαν» με αυτόν τον άντρα, ανακαλώντας στην μνήμη του ο Averbach, ο οποίος μεγάλωσε στο New Jersey αλλά μετανάστευσε στο Ισραήλ όταν ήταν έφηβος. Ο άντρας φορούσε μακρύ, μαύρο παντελόνι, μία λευκή μπλούζα και μία μαύρη ζακέτα, δηλαδή, μία τυπική ενδυμασία για έναν Ορθόδοξο Εβραίο. Ωστόσο, φορούσε «παπούτσια με μύτη» τα οποία δεν ταίριαζαν με την ενδυμασία της Ορθόδοξης αίρεσης. Στο δεξί του χέρι υπήρχε μία συσκευή που έμοιαζε με κουδούνι.

Ο Averbach, ο οποίος στο παρελθόν είχε υπηρετήσει ως επικεφαλής εκπαιδευτής όπλων για την αστυνομία της Ιερουσαλήμ, τράβηξε το όπλο του. Αλλά καθώς ο πρώην αστυνομικός γύρισε να αντιμετωπίσει αυτόν τον άντρα, εκείνος «ανατίναξε τον εαυτό του», κατέθεσε αργότερα σε μία βιντεοσκοπημένη κατάθεση.

Η έκρηξη σκότωσε 7 ανθρώπους και άλλοι 20 τραυματίστηκαν, καθώς και άφησε παράλυτο τον Averbach από το λαιμό και κάτω. Ο Averbach πέθανε το 2010, από επιπλοκές από τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των τραυμάτων του.

Μέχρι και εκείνο το σημείο, αυτός και η οικογένεια του ήταν ενάγοντες σε μία αγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών ενάντια σε ένα ιορδανικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, την Arab Bank, με την κατηγορία ότι η τράπεζα μετέφερε κεφάλαια που βοήθησαν στην χρηματοδότηση τρομοκρατών που είχαν σχέση με τον βομβαρδισμό του λεωφορείο αλλά και άλλες επιθέσεις.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι καθώς ο δικαστικός αγώνας επισκίαζε την Arab Bank, η τράπεζα επωφελούνταν από μία συνεργασία με μία μεγαλύτερη και πιο ισχυρή τράπεζα: την Standard Chartered.

Η συγκεκριμένη τράπεζα με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, βοήθησε τους πελάτες της Arab Bank να έχουν πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Αμερικής, έπειτα από ελλείψεις που ανακάλυψαν οι ρυθμιστικές αρχές στους ελέγχους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες το 2005, και την ανάγκασε να περιορίσει τις συναλλαγές στην Αμερική.

Η Standard Chartered συνέχισε τις σχέσεις με την Arab Bank, καθώς η αγωγή ενάντια στην Ιορδανική τράπεζα εξεταζόταν από τα Αμερικανικά δικαστήρια -ακόμη και όταν οι Αμερικανικές αρχές προειδοποίησαν την Standard Chartered ότι πρέπει να σταματήσει τις συναλλαγές με ύποπτους πελάτες.

Οι ρυθμιστικές αρχές της Νέας Υόρκης κατέληξαν το 2012 στο ότι η Standard Chartered είχε συνωμοτήσει με την κυβέρνηση του Ιράν για σχεδόν μία δεκαετία, με σκοπό να προωθήσει 250 δισεκατομμύρια δολάρια σε μυστικές συναλλαγές, αποκομίζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε αμοιβές, αφήνοντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Αμερικής ευάλωτο σε τρομοκράτες, εμπόρους όπλων, δίκτυα ναρκωτικών και διεφθαρμένα καθεστώτα. Αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς κόστισε στην Standard Chartered περίπου 670 εκατομμύρια δολάρια σε κυρώσεις, για το δεύτερο εξάμηνο του 2012 ως μέρος των δύο αναβληθέντων συμφωνιών δίωξης, καθώς και άλλων συμφωνιών με τη Νέα Υόρκη και τις αρχές των ΗΠΑ.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, παρά τις επίσημες υποσχέσεις της ώστε να μείνει μακριά από ύποπτους πελάτες, η Standard Chartered επεξεργάστηκε 2055 συναλλαγές, που συνολικά ξεπερνούσαν τα 24 εκατομμύρια δολάρια για πελάτες της Arab Bank, από τον Σεπτέμβριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2014.

Στα τέλη του Σεπτεμβρίου το 2014, η Standard Chartered είχε άλλον ένα λόγο να απομακρυνθεί από την Arab Bank. Στην δίκη που προέκυψε το 2003 από την βομβιστική επίθεση στο λεωφορείο στην Ιερουσαλήμ, αλλά και άλλες επιθέσεις, ένα σώμα ενόρκων στο Μπρούκλιν έκρινε υπεύθυνη την Arab Bank για συνειδητή υποστήριξη τρομοκρατών, μεταφέροντας τους χρήματα με το πρόσχημα φιλανθρωπικών δωρεών, για όφελος της Hamas, μία παλαιστινιακή σουνιτική παραστρατιωτική οργάνωση αλλά και πολιτικό κόμμα. Η Αμερική χαρακτηρίζει αυτήν την μαχητική οργάνωση ως τρομοκρατική.

Ενα χρόνο αργότερα, οι υπάλληλοι συμμόρφωσης της Standard Chartered αναγνώρισαν τις συναλλαγές της τράπεζας με την Arab Bank στέλνοντας μία ύποπτη αναφορά δραστηριότητας στο FinCEN, λίγες μέρες μετά την ετυμηγορία στο Μπρούκλιν, και εξέφρασαν ανησυχίες για «πιθανή χρηματοδότηση σε τρομοκράτες.»

Αλλά αυτό δεν ήταν το τέλος της ιστορίας.

Η Standard Chartered μετακίνησε επιπλέον περίπου 12 εκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές για τους πελάτες της Arab Bank, αμέσως μετά την ετυμηγορία και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016, σύμφωνα με μία έκθεση ύποπτης δραστηριότητας που περιλαμβάνεται στα αρχεία FinCEN. Βέβαια, η τράπεζα δήλωσε ότι πολλές μεταφορές αφορούσαν «φιλανθρωπίες» και «δωρεές».

Η παραπάνω αναφορά αναγνώρισε, ότι τα στοιχεία πληρωμών δημιούργησαν υποψίες -όπως και η δίκη στο Μπρούκλιν- καθώς παράνομες δραστηριότητες ήταν πιθανό να έχουν χρηματοδοτηθεί με την πρόφαση της «φιλανθρωπίας»᾽

Η αστική ετυμηγορία, ενάντια στην Arab Bank ανατράπηκε όταν ένα εφετείο ανακάλυψε ελαττώματα στις οδηγίες των ενόρκων του δικαστή της δίκης. Η Arab Bank, έπειτα συμβιβάστηκε με περίπου 600 θύματα και συγγενείς θυμάτων με άγνωστο ποσό αποζημίωσης.

Σε μία δήλωση η Arab Bank είπε στο ICIJ ότι «απεχθάνεται την τρομοκρατία και ότι δεν υποστηρίζει τρομοκρατικές δραστηριότητες» Η τράπεζα είπε επίσης, ότι οι ισχυρισμοί ενάντια της χρονολογούνται περίπου 20 χρόνια πριν, όπου οι νόμοι, τα εργαλεία και οι τεχνολογίες ενάντια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ήταν πολύ διαφορετικές σε σχέση με τώρα.

«Σε κάθε χώρα όπου η Arab Bank δραστηριοποιείται, βρίσκεται σε μία καλή κατάσταση με τις κυβερνητικές ρυθμιστικές αρχές και συμμορφώνεται με τους νόμους ενάντια στην τρομοκρατία και το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» είπε η τράπεζα. Τα ρυθμιστικά μέτρα των Ηνωμένων Πολιτειών του 2005 κατά της τράπεζας, άρθηκαν επίσημα το 2018.

Η Standard Chartered δήλωσε στο BBC, ότι ένας συνεργάτης του ICIJ, ξεκίνησε τις διαδικασίες για κλείσιμο λογαριασμού αμέσως μετά την ετυμηγορία της δίκης σε σχέση με την Arab Bank. Αυτή η διαδικασία «απαιτεί χρόνο σε μερικές περιπτώσεις, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις η τράπεζα συνεχίζει να εκπληρώνει τις ρυθμιστικές της υποχρεώσεις,» καθώς κλείνει λογαριασμούς.

Η Arab Bank σημείωσε ότι «απολαμβάνει την μακροχρόνια σχέση της με την Standard Chartered, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.»

Η Standard Chartered δεν επεξεργάζεται πια συναλλαγές σε δολάρια για την Arab Bank, αλλά εξακολουθεί να παρέχει άλλες τραπεζικές υπηρεσίες στο Ιορδανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, δήλωσε η Arab Bank στην ICIJ.

Ανταμοιβές και Ρίσκα

Γιατί οι τράπεζες μεταφέρουν ύποπτα χρηματικά ποσά; Επειδή είναι κερδοφόρο.

Οι τράπεζες μπορούν να υποστηρίξουν το καθαρό τους εισόδημα με τις αμοιβές που συλλέγουν από τις συνεχείς μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμούς που συνήθως διατηρούνται από διεφθαρμένους χρήστες του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η JP Morgan για παράδειγμα, κέρδισε περίπου μισό δισεκατομμύριο δολάρια σε έσοδα, υπηρετώντας ως κύριο τραπεζικό ίδρυμα τον Bernie Madoff, ο οποίος είχε δημιουργήσει ένα σύστημα Ponzi αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο κατέρρευσε σύμφωνα με κοινοποιήσεις στην υπόθεση πτώχευσης που δημιουργήθηκε.

Η ενασχόληση με ύποπτους πελάτες κρύβει κινδύνους.

Η JP Morgan πλήρωσε 88,3 εκατομμύρια δολάρια το 2011 για να διευθετήσει τους ισχυρισμούς των ρυθμιστικών αρχών ότι είχε παραβιάσει τις οικονομικές κυρώσεις ενάντια στο Ιράν και άλλων χωρών στο πλαίσιο αποκλεισμού τους από τις ΗΠΑ. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Οικονομικών έδωσαν εντολή στην τράπεζα το 2013, να σταματήσει την παράνομη δραστηριότητα, και συγκεκριμένα τη συστηματική έλλειψη προσπαθειών ενάντια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, σημειώνοντας πως η τράπεζα απέτυχε να εντοπίσει σημαντικούς όγκους ύποπτης δραστηριότητας.

Τον Ιανουάριο του 2014, η τράπεζα κατέβαλε ποσό ύψους 2,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε Αμερικανικές υπηρεσίες, για να διευθετήσει τις έρευνες σχετικά με τον ρόλο της στην απάτη του Madoff. Η JP Morgan δημοσίευσε κέρδη πάνω από το διπλάσιο του ποσού αυτού μόνο σε εκείνο το τρίμηνο, φτάνοντας κοντά στα 22 δισεκατομμύρια δολάρια σε κέρδη εκείνη την χρονιά. Ο Madoff δήλωσε ένοχος και εκτίει ποινή 150 χρόνων σε ομοσπονδιακή φυλακή.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η JP Morgan συνέχισε μετά την επιβολή αυτών των ενεργειών, να μεταφέρει χρήματα για ανθρώπους που εμπλέκονταν σε υποτιθέμενα οικονομικά εγκλήματα.

Μεταξύ αυτών ο Jho Low, ένας χρηματοοικονομικός σύμβουλος, κατηγορήθηκε από τις αρχές σε διάφορες χώρες, ότι είναι ο εγκέφαλος πίσω από την υπεξαίρεση για πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια από ένα κεφάλαιο οικονομικής ανάπτυξης στη Μαλαισία, που ονομάζεται 1Malaysia Development Berhad ή 1MDB. Τα αρχεία δείχνουν πως ο Jho Low, μετέφερε πάνω από 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια μέσω της JP Morgan από το 2013 έως το 2016.

Ο Low απέκτησε κακή φήμη για την συναναστροφή του με την Paris Hilton, τον Leonardo Di Caprio και άλλες διάσημες προσωπικότητες. Κάποιο βράδυ, σε ένα κλαμπ στην Κυανή Ακτή (French Riviera), συμμετείχε σε μία δημοπρασία για μία κρυστάλλινη σαμπάνια, κερδίζοντας την με τελική προσφορά 2 εκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με το Billion Dollar Whale, ένα bestselling βιβλίο για την απάτη 1MDB.

Εμφανίστηκε πρώτη φορά από αναφορές των ΜΜΕ στις αρχές του 2015 ως βασικό πρόσωπο στο σκάνδαλο 1MDB, την λεγόμενη ληστεία του αιώνα. Η Σιγκαπούρη εξέδωσε ένταλμα για την σύλληψή του τον Απρίλιο του 2016. Οι αρχές των ΗΠΑ, της Μαλαισίας και της Σιγκαπούρης ζητούν την σύλληψη του.

Η JP Morgan επίσης μετέφερε χρήματα για επιχειρήσεις και ανθρώπους συνδεδεμένους με διεφθαρμένα σκάνδαλα στη Βενεζουέλα που έχουν συμβάλει στην χειρότερη ανθρωπιστική κρίση παγκοσμίως. Ενας στους τρεις κατοίκους στην Βενεζουέλα δεν βγάζει αρκετά χρήματα για να φάει, ανέφερε ο ΟΗΕ φέτος, κι ως αποτέλεσμα, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα.

Ενας από τους ανθρώπους στην Βενεζουέλα που δέχτηκε βοήθεια από την JP Morgan ήταν ο Alejandro Piojo Isturiz, ένας πρώην κυβερνητικός αξιωματούχος, ο οποίος κατηγορήθηκε από τις αρχές των ΗΠΑ για συμμετοχή σε μία παγκόσμια απάτη ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν, ότι στο διάστημα μεταξύ 2011 και 2013 ο Isturiz και άλλοι ζήτησαν μίζες για την σύναψη συμβολαίων ενέργειας με την κυβέρνηση. H τράπεζα μετέφερε πάνω από 63 εκατομμύρια δολάρια για εταιρείες συνδεδεμένες με τον Isturiz και την απάτη για το ξέπλυμα χρήματος στο διάστημα 2012-2016, δείχνουν τα αρχεία FinCEN.

Η δυνατότητα επικοινωνίας με τον Isturiz για κάποιο σχόλιο δεν ήταν εφικτή.

Τα μυστικά αρχεία δείχνουν ότι, η JP Morgan επίσης παρείχε τραπεζικές υπηρεσίες στη Derwick Associates, μία εταιρεία ενέργειας, η οποία κέρδισε δισεκατομμύρια δολάρια σε συμβάσεις, χωρίς άλλες προσφορές, για την επισκευή του δικτύου ηλεκτρισμού της Βενεζουέλας. Μία ανάλυση του 2018 από την Transparency International, μία μη κυβερνητική οργάνωση που ασχολείται με την καταπολέμηση της διαφθοράς στον κόσμο, κατέληξε στο ότι η Derwick Associates, απέτυχε στο να παραδώσει την αναμενόμενη ικανότητα ισχύος, και υπερχρέωσε την κυβέρνηση της Βενεζουέλας με τουλάχιστον 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Alejandro Betancourt βρισκόταν στην δεκαετία των 20 του, όταν έγινε συνιδρυτής της Derwick με τον νεότερο ξάδερφό του.

Αρθρα ειδήσεων και δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο από το 2011 αύξησαν τους ισχυρισμούς σχετικά με την Derwick. Η εταιρεία αργότερα κατέθεσε αγωγή που ισχυριζόταν ότι ήταν θύμα μίας συκοφαντικής εκστρατείας, η οποία άδικα την κατηγορούσε ότι ήταν μέλος μιας εγκληματικής ομάδας. Η αγωγή ωστόσο, διευθετήθηκε με άγνωστους όρους.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η Derwick χρησιμοποιώντας λογαριασμούς στην JP Morgan, μετέφερε τουλάχιστον 2,1 δισεκατομμύρια δολάρια στο διάστημα μεταξύ 2011 και 2012, καθώς και η ίδια η τράπεζα επεξεργάστηκε άλλες συναλλαγές με άγνωστα ποσά για την Derwick και τους διευθυντές της, τουλάχιστον για το διάστημα του 2013.

Το 2018, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ κατηγόρησε ένα ανώτερο στέλεχος της Derwick, τον Francisco Convit Guruceaga, σε ένα φερόμενο σχέδιο δωροδοκίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συνολικής αξίας 1,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το Miami Herald, συνεργάτης του ICIJ, δήλωσε πως, ο Betancourt στην ποινική καταγγελία αναφέρθηκε ως ανώνυμος συνωμότης.

Ενας δικηγόρος του Betancourt είπε «Ο πελάτης μου αρνείται οποιαδήποτε παρανομία.» Ο αντίδικος αρνήθηκε να σχολιάσει αυτήν την δήλωση. Σε μία γενική δήλωση, η JP Morgan είπε πως δεν γνώριζε ότι το 2014 έπρεπε να βελτιώσει τους ελέγχους της ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος, και από τότε, έχει επενδύσει σημαντικά σε αυτήν την προσπάθεια.

«Σήμερα, χιλιάδες υπάλληλοι και εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια είναι σε πλήρη αφοσίωση, στην ενίσχυση επιβολής των νόμων και των προσπαθειών εθνικής ασφάλειας» δήλωσε επίσης, η τράπεζα.

Αφεντικό των Αφεντικών

Συχνά, τα μυστικά αρχεία δείχνουν, ότι οι τράπεζες διαχειρίζονται διασυνοριακές συναλλαγές, όπου δεν έχουν αρκετά στοιχεία γι᾽ αυτούς με τους οποίους δουλεύουν, ακόμα κι όταν μεταφέρουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ας πάρουμε τη μυστηριώδη εταιρεία – κέλυφος, ABSI Enterprises.  Η ABSI έστειλε και έλαβε πάνω από 1 δισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές μέσω της JP Morgan από τον Ιανουάριο του 2010 μέχρι και τον Ιούλιο του 2015, σύμφωνα με τα αρχεία FinCEN.

Το ποσό αυτό περιλάβανε συναλλαγές μέσω ενός άμεσου τραπεζικού λογαριασμού με την JP Morgan, τον οποίο η ABSI έκλεισε το 2013, και μέσω των λεγόμενων ρυθμίσεων τραπεζικών ανταποκριτών, των οποίων μία τράπεζα με σημαντικές αμερικανικές δραστηριότητες, όπως η JP Morgan, επέτρεπε σε ξένες τράπεζες να επεξεργάζονται συναλλαγές σε δολάρια μέσω των δικών της λογαριασμών.

Οι επιτηρητές συμμόρφωσης της τράπεζας που εδρεύουν στην πόλη Columbus, στο Οχάιο, αποφάσισαν να ανακαλύψουν τον πραγματικό ιδιοκτήτη της ABSI το 2015, έπειτα από μία Ρωσική ιστοσελίδα ειδήσεων που ανέφερε ότι μία εταιρεία κέλυφος με παρόμοιο όνομα, η οποία σύμφωνα με τα στοιχεία της JP Morgan υποδείκνυαν ότι ήταν η μητρική εταιρεία της ABSI, και ήταν συνδεδεμένη με μία φιγούρα του υποκόσμου με όνομα Semion Mogilevich.

O Mogilevich είχε χαρακτηριστεί ως το «Αφεντικό των Αφεντικών» από ομάδες μαφίας της Ρωσίας. Οταν το FBI τον κατέταξε στη λίστα με τους 10 πιο καταζητούμενους ανθρώπους το 2009, λέγεται πως το εγκληματικό του δίκτυο ήταν μπλεγμένο σε διακίνηση όπλων και ναρκωτικών, εκβιασμούς και συμβόλαια δολοφονίας. Η Guardian κάποτε ανέφερε, πως η χαρακτηριστική μέθοδος της Ουκρανίας για την εξουδετέρωση ενός εχθρού είναι η τοποθέτηση βόμβας στο αυτοκίνητο.

Τα αρχεία δείχνουν, ότι οι υπεύθυνοι συμμόρφωσης ερεύνησαν μάταια τους φακέλους τους για την εταιρεία κέλυφος, μην μπορώντας να προσδιορίσουν ποιος ήταν πίσω από την επιχείρηση ή ποιος ήταν ο πραγματικός σκοπός της.

Ενώ αυτές οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς, η JP Morgan είχε πληθώρα λόγων να εξετάσει την ABSI χρόνια πριν, όπως για παράδειγμα όταν λειτουργούσε ως εταιρεία κέλυφος στην Κύπρο, η οποία θεωρούνταν σημαντικό κέντρο ξεπλύματος χρήματος εκείνη την εποχή, και κατεύθυνε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω της JP Morgan. O Mogilevich εμφανίζεται στο World’s Most Wanted ένα ντοκιμαντέρ στο Netflix που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο. Μέσω ενός εκπροσώπου, ο Mogilevich δήλωσε πως δεν είχε καμία γνώση για την ABSI.

Εχει πει στο παρελθόν «Δεν είμαι ηγέτης ή ενεργό μέλος καμίας εγκληματικής ομάδας.»

Το Ισχυρό Δολάριο

Το Buzzfeed News χρησιμοποίησε τις ύποπτες αναφορές δραστηριότητας του 2018, για να δημοσιεύσει ιστορίες που αποκάλυπταν μυστικές πληρωμές σε εταιρίες κέλυφος που ελέγχονταν από τον Manafort, ο οποίος τώρα εκτίει ποινή φυλάκισης σε περιορισμό στο σπίτι, σε μία υπόθεση βασιζόμενη κυρίως για αυτές τις συναλλαγές.

Ενας πρώην αξιωματούχους του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, η Natalie Mayflower Sours Edwards, δήλωσε ένοχη τον Ιανουάριο για συνωμοσία παράνομης αποκάλυψης των αρχείων FinCEN στο Buzz Feed News. To Buzz Feed News δεν έχει σχολιάσει όσον αφορά την πηγή του.

Το FinCEN και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες παίζουν τεράστιο ρόλο ενάντια στην νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο, κυρίως επειδή αυτοί που ξεπλένουν χρήματα αλλά και άλλοι εγκληματίες μοιράζονται τον ίδιο στόχο με πολλούς άλλους πελάτες τραπεζών που λειτουργούν εκτός συνόρων, δηλαδή την μεταφορά αμερικανικών δολαρίων, το πιο ουσιαστικό νόμισμα, μεταξύ των κατόχων λογαριασμών σε διαφορετικές χώρες.

Μία ελίτ ομάδα που αποτελείται κυρίως από τράπεζες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, με μεγάλες επιχειρήσεις στην Νέα Υόρκη, εισπράττουν πολλά χρήματα εκτελώντας αυτό το τέχνασμα, αντλώντας το προνόμιο πρόσβασης τους στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις αυτών των τραπεζών, μπορούν επίσης να μετατρέψουν τοπικά χρήματα σε δολάρια των ΗΠΑ, που αποτελεί άλλο ένα βασικό στόχο ξεπλύματος χρήματος.

Ο αμερικανικός νόμος αναθέτει στις τράπεζες την πρωταρχική ευθύνη για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρόλο που τα οικονομικά τους κίνητρα αφορούν ολοκληρωτικά τη διατήρηση κίνησης, είτε βρόμικων είτε καθαρών κεφαλαίων. Ενώ, οι τράπεζες έχουν την δύναμη να σταματήσουν μία συναλλαγή εάν φαίνεται να είναι ύποπτη, δεν είναι απαραίτητα υποχρεωμένες να το κάνουν. Αυτό που πρέπει να κάνουν είναι απλά να υποβάλουν μία ύποπτη αναφορά δραστηριότητας στο FinCEN.

Το FinCEN, το οποίο έχει περίπου 270 υπαλλήλους, συλλέγει και ξεκαθαρίζει πάνω από δυο εκατομμύρια ύποπτες αναφορές δραστηριότητας κάθε χρόνο, από τράπεζες ή άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Αυτές τις πληροφορίες τις μοιράζεται με τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου στις ΗΠΑ και άλλες χρηματοοικονομικές μονάδες πληροφοριών σε άλλες χώρες.

Πάει πολύς καιρός

Στο εσωτερικό μεγάλων τραπεζών, τα συστήματα για την ανακάλυψη παράνομης ρευστότητας βασίζονται στο καταπονημένο και με περιορισμένους πόρους προσωπικό, το οποίο εργάζεται μακριά από τα κεντρικά γραφεία του οργανισμού, και έχοντας ελάχιστη επιρροή στο περιβάλλον για το οποίο εργάζεται.

Ως αποτέλεσμα, τα μυστικά έγγραφα δείχνουν ότι, οι τράπεζες συχνά υποβάλλουν ύποπτες αναφορές δραστηριότητας, μόνο όταν η συναλλαγή ή ο πελάτης γίνει το αντικείμενο ενός αρνητικού άρθρου ή κυβερνητικής έρευνας, και συνήθως όταν τα χρήματα έχουν πλέον εξαφανιστεί.

Σε συνεντεύξεις με το ICIJ και το Buzz Feed, πάνω από μία ντουζίνα πρώην υπευθύνων συμμόρφωσης στην HSBC, αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων της τράπεζας ενάντια στο ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Μερικοί είπαν, πως η τράπεζα δεν τους έδωσε αρκετό χρόνο να κάνουν πολλά πράγματα πέρα από βιαστικούς ελέγχους σε μεγάλες ροές μετρητών, και ότι όταν ζήτησαν πληροφορίες σχετικά με το ποιοι ήταν πίσω από μεγάλες συναλλαγές, υποκαταστήματα της HSBC που βρίσκονταν εκτός Αμερικής, συχνά τους αγνοούσαν.

Ο Alexis Grullon, ο οποίος παρακολούθησε τη διεθνή ύποπτη δραστηριότητα της HSBC στη Νέα Υόρκη, από το 2012 έως το 2014, χαρακτηριστικά θυμάται πως η τράπεζα τους απέφευγε, λέγοντας τους πως «σύντομα θα ασχοληθούν με το θέμα.»

Στην Standard Chartered Bank, η αγωγή που κατατέθηκε το Δεκέμβριο του 2019 σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στη Νέα Υόρκη ισχυρίζεται, πως οι εργαζόμενοι που εναντιώθηκαν στις παράνομες συναλλαγές, δεν αγνοήθηκαν αλλά αντίθετα, απειλήθηκαν, παρενοχλήθηκαν και εν τέλει απολύθηκαν.

Ο Julian Knight και η Anshuman Chandra ισχυρίζονται στην αγωγή ότι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις δουλειές τους στην τράπεζα, αφού μαθεύτηκε ότι είχαν συνεργαστεί με το FBI στην διερεύνηση των χρημάτων από τις συναλλαγές που η Standard Chartered είχε μεταφέρει.

Η αγωγή υποστηρίζει ότι, η Standard Chartered, ενεπλάκη σε ένα εξαιρετικά εξελιγμένο σχέδιο νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αλλάζοντας τα ονόματα των μερών που υπόκεινται σε κυρώσεις των ΗΠΑ για τα έγγραφα των συναλλαγών και την δημιουργία μίας τεχνολογικής λύσης που επέτρεψε παράνομες συναλλαγές να γλιστρήσουν μέσα από την ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ απαρατήρητη.

Ο Chandra, ο οποίος είχε δουλέψει στο υποκατάστημα της τράπεζας στο Ντουμπάι από το 2011 έως το 2016, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβολή κυρώσεων βοήθησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις που «σκότωσαν και τραυμάτισαν στρατιώτες που υπηρετούσαν στον υπό την ηγεσία των ΗΠΑ συνασπισμό, καθώς και πολλούς αθώους πολίτες.»

Το παράνομο αυτό σχέδιο, επέτρεψε στην τράπεζα να επωφεληθεί από τα «υψηλά ασφάλιστρα» του Ιράν και των χειριστών του, που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν ώστε να μετατρέψουν το ιρακινό νόμισμα σε δολάρια.

«Μπορείτε να εκτελέσετε μία τέτοια ενέργεια ίσως για λίγους μήνες χωρίς να σας πιάσουν, εάν την διεκπεραιώνει μία μικρή ομάδα μέσα σε μία τράπεζα» είπε ο Chandra σε μία συνέντευξη με το Buzz Feed News. «Αλλά κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει κατά την διάρκεια μιας περιόδου ετών, ώστε να μετατραπούν δισεκατομμύρια δολάρια. Κάποιος από την διοίκηση θα έπρεπε να είχε θέσει το ερώτημα.  Πως βγάζουμε αυτά τα χρήματα.»

Ο Chandra και ο Knight ισχυρίζονται ότι η τράπεζα αναγνώριζε μόνο ένα κλάσμα των παρεμβάσεων της και είπε ψέματα για το πότε οι παράνομες συναλλαγές είχαν σταματήσει, όταν είχε παραδεχτεί τις παραβιάσεις των κυρώσεων για την αναβαλλόμενη συμφωνία δίωξης με τις αρχές των ΗΠΑ το 2012.

Ο οργανισμός παράτεινε την δοκιμαστική περίοδο της τράπεζας ξανά και ξανά για αρκετά χρόνια. Επειτα, το 2019, η τράπεζα πλήρωσε επιπλέον 1,1 δισεκατομμύρια δολάρια για συνέχιση των παραβιάσεων των κυρώσεων κατά του Ιράν και άλλων χωρών και συμφώνησε να επεκτείνει το σύμφωνο αναβολής της δίωξης για ακόμη δύο χρόνια.

Στα δικαστικά έγγραφα, η Standard Chartered, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί των πρώην υπαλλήλων είναι αβάσιμοι κι άνευ αξίας. Σε μία δήλωση προς το ICIJ, η τράπεζα είπε «Αυτοί οι ψευδείς ισχυρισμοί έχουν απαξιωθεί πλήρως από τις αρχές των ΗΠΑ, καθώς ανέλαβαν μία ολοκληρωμένη έρευνα γι᾽ αυτούς τους ισχυρισμούς.»

Η τράπεζα σημείωσε ότι ένας δικαστής των ΗΠΑ, είχε απορρίψει μία σχετική αγωγή τον Ιούλιο. Σε εκείνη την περίπτωση οι αμερικανικοί εισαγγελείς είπαν σε μία νομική κατάθεση ότι οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν αποδείξεις για να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό του Knight, οποίος έλεγε ότι η Standard Chartered συνέχιζε να παραβιάζει τις κυρώσεις για λογαριασμό ιρακινών πελατών μετά το 2007.

«Πεθαίνω»  Ουκρανία, JP Morgan και οι κλεπτοκράτες.

H 21χρονη Olesia Zhukovska δέχτηκε μία σφαίρα στον αγώνα ενάντια στην διαφθορά στην Ουκρανία. Εργαζόταν ως νοσοκόμα στην Δυτική Ουκρανία στα τέλη του 2013, όταν ξέσπασαν διαδηλωτές στο κέντρο του Κιέβου. Κατά την διάρκεια του καθεστώτος του Προέδρου Viktor Yanukovych, δισεκατομμύρια δολάρια μεταφέρθηκαν λαθραία έξω από την χώρα σε μακρινούς λογαριασμούς, σε μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου.

Οι διαδηλωτές διαμαρτυρήθηκαν για την κλίση των ηγετών τους προς την Ρωσία, καθώς και το υψηλό επίπεδο διαφθοράς, το οποίο κατέστρεφε την οικονομία της χώρας, τα σχολεία και το σύστημα υγείας. Οι Ουκρανοί πέθαιναν, είπαν οι συνήγοροι των ασθενών, διότι τα χρήματα που προορίζονταν για φάρμακα και ιατρικό εξοπλισμό ζωτικής σημασίας, κλάπηκαν.

H Zhukovska είπε ότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά την δωροδοκία των 3.000 δολαρίων που θα χρειαζόταν για να βρει δουλειά σε αστικό νοσοκομείο. Δούλεψε αντ’ αυτού σε ένα αγροτικό κέντρο υγείας, χωρίς θέρμανση και φάρμακα. Επίσης το κτίριο έμοιαζε με ερείπιο. Το Δεκέμβριο του 2013, συμμετείχε σε αυξανόμενες αντικυβερνητικές συγκεντρώσεις στο Κίεβο, εθελοντικά για την φροντίδα διαδηλωτών που ξυλοκοπούνταν από κυβερνητικές δυνάμεις.

Στις 20 Φεβρουαρίου του 2014, ενώ ταξινομούσε επιδέσμους, η σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή έσκισε το λαιμό της. Η σφαίρα την χτύπησε σε απόσταση λιγότερη μιας ίντσας, από την καρωτιδική αρτηρία. Καθώς το ασθενοφόρο τη μετέφερε στο νοσοκομείο, έγραψε στο twitter «Πεθαίνω.» Εκείνη η μέρα ήταν αυτή που έμεινε γνωστή ως η «Σφαγή των ελεύθερων σκοπευτών» Οταν η μέρα έφτασε στο τέλος της, η Zhukovska επέζησε, αλλά δεκάδες άλλοι είχαν σκοτωθεί από ελεύθερους σκοπευτές της αστυνομίας, οι οποίοι άνοιξαν πυρ στους διαδηλωτές.

Η δύσκολη και με πολύ πόνο ιστορία της Zhukovska, είναι παρόμοια με τις ιστορίες πολλών άλλων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίοι υποφέρουν, καθώς διεφθαρμένοι πολιτικοί και συνεργάτες τους, που δεν βρίσκονται μόνο στην Ουκρανία αλλά και σε άλλες χώρες ανά τον κόσμο, συνεχίζουν να πλουτίζουν με την βοήθεια μεγάλων τραπεζών.

Καθώς η νεαρή νοσηλεύτρια ανάρρωνε στο νοσοκομείο στις αρχές του 2014, ο Yanukovych δραπέτευσε από την χώρα. Το ίδιο έκανε και ο στενότερος σύμβουλός του και αρχηγός του επιτελείου, Andriy Klyuyev.Και οι δύο κατέληξαν σε εξορία στην Ρωσία. Οι Ουκρανικές και Αμερικανικές αρχές τους αναζητούν με τις κατηγορίες της υπεξαίρεσης δημόσιων κεφαλαίων και υπονόμευση της Ουκρανικής δημοκρατίας.

Μία έρευνα αργότερα διαπίστωσε ότι ένας όμιλος ηλικιακής ενέργειας με όνομα Activ Solar, που διεύθυνε η οικογένεια του Klyuyev, το έσκασε με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, όπου σύμφωνα με αναφορές τα χρήματα αυτά ήταν από δάνεια κρατικών τραπεζών. Τα περιουσιακά στοιχεία διοχετεύτηκαν σε ένα δίκτυο υπεράκτιων εταιρειών, που ελέγχονταν από τα μέλη της οικογένειας του Klyuyev, σύμφωνα με μία αναφορά της μονάδας χρηματοοικονομικών πληροφοριών της Ουκρανίας, στο πλαίσιο της διεθνούς έρευνας για το καθεστώς του Yanukovych.

Το ζήτημα της Activ Solar, ήταν ένα μέρος της τεράστιας διαφθοράς του Yanukovych, που περιλάμβανε ένα δίκτυο εταιρειών συνδεδεμένο με τον Serhiy, τον αδελφό του Klyuyev, αγοράζοντας το προεδρικό παλάτι της Ουκρανίας και την ιδιόκτητη έκταση Mezhyhirya, όπου έμενε ο Yanukovych, σε εξευτελιστική τιμή. Το παλάτι μαζί με ένα ζωολογικό κήπο αποκλειστικά με στρουθοκαμήλους και ένα αντίγραφο μιας Ισπανικής γαλέρας για κρουαζιέρες στον ποταμό Dnieper, έγιναν σύμβολο παρακμής του καθεστώτος. Οπως πάντα, τα διεφθαρμένα έσοδα χρειάζονται κι ένα μέρος για να κρυφτούν. Στην διάρκεια αυτής της διαδικασίας πολλοί περνούν από το Κάτω Μανχάταν.

«Εσώρουχα και μπότες μέχρι το γόνατο»

Τον Ιανουάριο του 2010, την ίδια χρονιά που ο Yanukovych κέρδισε τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της Ουκρανίας, κάποιος ενσωμάτωσε μία νέα εταιρεία στο εταιρικό μητρώο της Αγγλίας, το Companies House, μία κυβερνητική υπηρεσία που για καιρό κατακρίνεται για χορήγηση νομιμότητας σε εταιρίες με μυστικούς ιδιοκτήτες.

Η καινούργια εταιρεία, με όνομα. NoviRex Sales LLP, ισχυρίστηκε ότι ήταν στον κλάδο των οικιακών συσκευών, αλλά τα χαρτιά της έδειχναν ότι κάτι άλλο συνέβαινε. Η επίσημη διεύθυνση της εταιρείας αναφέρθηκε ως ένα μικρό κατάστημα στο Cardiff της Ουαλίας. Πρόσφατα, σε αυτή την διεύθυνση ξεκίνησε να λειτουργεί μια επιχείρηση περιποίησης νυχιών, ενώ εκατοντάδες άλλες εταιρείες είχαν δηλωμένη την συγκεκριμένη διεύθυνση στο Companies House.

Οι ιδιοκτήτες της NoviRex ήταν δύο άλλες εταιρείες, που και οι δύο ενσωματωμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, και επίσης χωρίς ξεκάθαρους ιδιοκτήτες. Οι ίδιες δύο εταιρείες ήταν εισηγημένες ως ιδιοκτήτες χιλιάδων περισσότερων εταιρειών στο Companies House, και πολλές από αυτές ήταν εγγεγραμμένες στην ίδια διεύθυνση στο Cardiff.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι, οι δύο εταιρίες που είχαν στην κατοχή τους την NoviRex, είχαν επίσης στην ιδιοκτησία τους εταιρείες συνδεδεμένες με αναφορές ειδήσεων για ύποπτες δραστηριότητες και άλλες διεφθαρμένες ενέργειες, που επικεντρώνονταν κυρίως στην Ουκρανία.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η NoviRex σύντομα άρχισε να στέλνει πληρωμές εκπληκτικού μεγέθους και συχνότητας. Για μία επιχείρηση οικιακών συσκευών, η NoviRex έδωσε μερικούς περίεργους λόγους για την αιτιολόγηση πληρωμών. Πιο συγκεκριμένα, 200.000 δολάρια για «εσώρουχα» από μία Βρετανική εταιρεία των παρθένων νήσων, 34.000 δολάρια για «αυτοκόλλητα πληκτρολογίου» από μία εταιρεία στο Χονγκ Κονγκ, και περίπου 400.000 δολάρια σε «μπότες γόνατος» από μία άλλη εταιρεία με έδρα το Χονγκ Κονγκ.

Μπορεί η NoviRex να μετέφερε εκατομμύρια δολάρια μέσω του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, αλλά οι οικονομικές της εκθέσεις έδειξαν πως η εταιρεία ήταν ετοιμοθάνατη, ξοδεύοντας λιγότερα από 2.500 δολάρια το χρόνο. Η NoviRex έστειλε όλες τις πληρωμές της από τράπεζες σε περιβόητα κέντρα ξεπλύματος χρήματος, συμπεριλαμβανομένης της τράπεζας ABLV της Λετονίας. Αλλά για να μετακινήσει δολάρια διεθνώς, η NoviRex χρειάστηκε κάτι περισσότερο από τις ύποπτες τράπεζες της Λετονίας. Χρειαζόταν ένα παγκόσμιο ίδρυμα με πρόσβαση σε λογαριασμούς στο υποκατάστημα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Η NoviRex χρειαζόταν την JP Morgan Chase.

Ο Μεσάζων

Με ρίζες που χρονολογούνται από την Αμερικανική επαναστατική εποχή οι προσωπικότητες του Aaron Burr και του Alexander Hamilton, των παγκόσμιων τραπεζικών μεγαθηρίων, παρείχαν στην ABLV έναν λογαριασμό δολαρίων στη Νέα Υόρκη, επιτρέποντας στη Λετονική τράπεζα, με τη σειρά της να προσφέρει λογαριασμούς δολαρίων και στους δικούς της πελάτες, συμπεριλαμβάνοντας την NoviRex.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ακόμα και οι τράπεζες αντιμετώπισαν νέους κανονισμούς στο πλαίσιο του US Patriot Act, που σκοπός του ήταν να αποτρέψει και να τιμωρήσει τρομοκρατικές πράξεις όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, οι τράπεζες έπρεπε να ελέγχουν πιο προσεκτικά τους ξένους τραπεζικούς συνεργάτες τους. Ωστόσο, η JP Morgan αύξησε την παροχή λογαριασμών δολαρίων σε επιχειρήσεις ξένων τραπεζών. Μέχρι το 2003, η JP Morgan είχε γίνει παγκόσμιος ηγέτης ως «ανταποκρίτρια τράπεζα» δηλαδή παρείχε τραπεζικές ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για λογαριασμό άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλες χώρες. Ως αποτέλεσμα, η τράπεζα είχε επεξεργαστεί πληρωμές για 3.500 πελάτες άλλων τραπεζών σε ολόκληρο τον κόσμο, φέρνοντας ημερήσιο όγκο συναλλαγών ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το 2004, το FinCEN εξέδωσε προειδοποίηση στις παγκόσμιες τράπεζες σχετικά με τις τράπεζες της Ανατολικής Ευρώπης και τους πελάτες της, αναφερόμενη στις εταιρείες κέλυφος, αναφέροντας ότι 4 δισεκατομμύρια δολάρια σε ύποπτες συναλλαγές είχαν παρατηρηθεί από το 1996.

Το 2005, τη χρονιά που ο Jamie Dimon έγινε διευθύνων σύμβουλος της JP Morgan, ο FinCEN προειδοποίησε ότι η Λετονικές τράπεζες και η αρκετά μεγάλη μη Λετονική βάση πελατών τους, συνεχίζει να προκαλεί μεγάλους κινδύνους για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο FinCEN δήλωσε ότι, πολλά από τα ιδρύματα της Λετονίας δεν φαίνεται να υπηρετούν την Λετονική κοινότητα, αλλά αντίθετα υπηρετούν ύποπτες ιδιωτικές εταιρείες κέλυφος στο εξωτερικό. Επίσης, ο FinCEN είπε ότι, 23 τράπεζες της Λετονίας κατείχαν καταθέσεις ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από καταθέσεις κυρίως από τη Ρωσία και άλλα μέρη της πρώην Σοβιετικής Ενωσης.

Αυτή λοιπόν ήταν η αγορά της JP Morgan.

Επιτρέποντας μία μεταφορά, η ανταποκρίτρια τράπεζα (σε μία απλή περίπτωση) αφαιρεί το ποσό από το λογαριασμό της τράπεζας αποστολής και το πιστώνει στο λογαριασμό της τράπεζας παραλαβής, λαμβάνοντας μία προμήθεια. Χορηγώντας στις ξένες τράπεζες πρόσβαση σε λογαριασμούς δολαρίων, η JP Morgan άνοιγε τις πόρτες στους πελάτες της σε ένα τεράστιο σύστημα, συμπεριλαμβανομένων ανώνυμων εταιρειών, όπως η NoviRex.

Σε αντάλλαγμα γι᾽ αυτήν την προστασία, και των προμηθειών που επιφέρει, ο νόμος των ΗΠΑ απαιτεί από την JP Morgan αλλά και από άλλες τράπεζες σαν αυτήν, να εξετάζουν τις ξένες τράπεζες με τις οποίες δουλεύουν και να παρακολουθούν κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες αυτών των ξένων τραπεζών. Μία μεταγενέστερη έρευνα θα διαπίστωνε ότι το 90% των πελατών της ABLV, θεωρούνταν «υψηλού κινδύνου» από την ίδια την τράπεζα, κυρίως επειδή ήταν εταιρείες κέλυφος και ήταν εγγεγραμμένες σε μυστικές δικαιοδοσίες. Μερικές από αυτές τις εταιρείες κέλυφος, μετέφεραν δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία αργότερα συνδέθηκαν με διαφθορά στην Ουκρανία.

Οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ κατέληξαν στο ότι, η ABLV είχε θεσμοθετήσει το ξέπλυμα χρήματος ως «πυλώνα των επιχειρηματικών πρακτικών των τραπεζών» κάνοντας επιθετικά σχέδια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε πελάτες, και παρήγαγε δόλια έγγραφα «ύψιστης ποιότητας» ώστε να υποστηρίξει αυτά τα παράνομα σχέδια. Παράλληλα, η τράπεζα δωροδοκούσε Λετονούς αξιωματούχους ώστε να την προστατεύουν από πιθανές απειλές.

Δύο ειδικοί στον τομέα του οικονομικού εγκλήματος που εξέτασαν τις συναλλαγές της NoviRex, κατόπιν αιτήματος του ICIJ, ανέφεραν ότι τα σημάδια ξεπλύματος βρώμικου χρήματος ήταν ξεκάθαρα. Η NoviRex είχε συμπεριφερθεί με τρόπο που ποτέ καμία νόμιμη εταιρεία δεν θα έπραττε.

Ενας πρώην ειδικός ντετέκτιβ της Βρετανικής αστυνομίας, Martin Woods, είπε «Εάν ήμουν στην JP Morgan κι έβλεπα αυτές τις ενέργειες, θα σκεφτόμουν ότι αυτό το πράγμα είναι φρικτό» Αλλωστε, ποια κανονική εταιρεία αγοράζει υπολογιστές, εσώρουχα και κουβάδες. Στις αρχές του 2014, καθώς οι πολίτες γέμιζαν τους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τον Yanukovych, τον Klyuyev και άλλους κυβερνητικούς ηγέτες, η NoviRex είχε μεταφέρει πάνω από 188 εκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές μέσω της JP Morgan.

Αποχώρηση

H JP Morgan στο μεταξύ προχωρούσε.

Μέχρι το τέλος του 2014, είχε τερματίσει τους λογαριασμούς ανταποκριτών περίπου 500 ξένων τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών στην Λετονία, σύμφωνα με έναν αξιωματούχο του τραπεζικού ομίλου της Λετονίας. Στην έκθεση του Δεκεμβρίου του 2014 προς τους μετόχους, η τράπεζα αναγνώρισε τα λάθη που έκανε και τα μαθήματα που πήρε από την εμπειρία με ξένους ανταποκριτές στην διεκπεραίωση τραπεζικών εργασιών.

«Κάθε οργανισμός κάνει λάθη (κι εμείς έχουμε κάνει αρκετά), αλλά η εγγύηση μιας μεγάλης εταιρείας είναι αυτό που μετράει» έγραψε ο Dimon, διευθύνων σύμβουλος της JP Morgan. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν ανέφερε την Ουκρανία, ή την Λετονία, ή την ABLV, ή την NoviRex.

Επίσης, δεν ανέφερε ότι, λίγο πριν την αποχώρηση της, οι ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ, είχαν εκδώσει μία αποκρουστική αξιολόγηση των διασφαλίσεων της JP Morgan για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και διέταξαν την τράπεζα να επανεξετάσει τις τραπεζικές πρακτικές των ανταποκριτών της.

Μέχρι τότε, τα ταμεία της Ουκρανίας είχαν λεηλατηθεί και η JP Morgan είχε εισπράξει τα χρήματά της. Η JP Morgan, ως μητρική τράπεζα των ανταποκριτών τραπεζικών δραστηριοτήτων της, σημείωσε έσοδα ύψους 4,13 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2013. Η συνολική αποζημίωση του Dimon το 2014 ήταν 20 εκατομμύρια δολάρια.

Η ιστορία της NoviRex μπορεί να τελείωσε εκεί. Αλλά στην συνέχεια, το Νοέμβριο του 2016, ο Donald Trump εκλέχθηκε ως ο 45ος πρόεδρος της Αμερικής. Λίγο αργότερα, το υπουργείο δικαιοσύνης των ΗΠΑ διόρισε τον Robert Mueller ως ειδικό συνήγορο για να ερευνήσει την εκλογική παρέμβαση της Ρωσίας και άλλα ζητήματα σχετικά με τον Trump και τους συνεργάτες του.

Ενας από αυτούς τους συνεργάτες ήταν ο Paul Manafort, υπεύθυνος της προεδρικής εκστρατείας του Trump.

Θανατική ποινή

O Manafort είχε επίσης υπηρετήσει ως σύμβουλος και εκπρόσωπος ομάδων συμφερόντων για τον πρώην πρόεδρο της Ουκρανίας, Yanukovych. Τα αρχεία FinCEN δείχνουν το προσωπικό στο γραφείο συμμόρφωσης της JP Morgan στην πόλη Columbus στο Οχάιο, να ανησυχεί για αναφορές του τύπου από την Ουκρανία για μυστικές πληρωμές στις εταιρίες κέλυφος του Manafort, ως πληρωμές για εξοπλισμό υπολογιστών. Η τράπεζα σημείωσε ότι η NoviRex είχε κάνει τέτοιες πληρωμές.

Καθώς ο εξονυχιστικός έλεγχος των ξένων συναλλαγών του Manafort εντάθηκε, η JP Morgan κατέθεσε κι άλλες αναφορές ύποπτης δραστηριότητας εξηγώντας αναλυτικά, χρόνια μετά το γεγονός, τα εκατομμύρια δολάρια σε πληρωμές προς τον σύμβουλο, τους συνεργάτες του και τις επιχειρήσεις τους.

Στην δίκη του Manafort το 2018, το όνομα της NoviRex εμφανίστηκε ως μία από τις λίγες εταιρείες κέλυφος που χρησιμοποιήθηκαν από τους ολιγάρχες της Ουκρανίας ώστε να διοχετεύσουν πληρωμές για την άσκηση πολιτικής πίεσης στις εταιρίες κέλυφος του Manafort.

Συνολικά, η NoviRex πλήρωσε μυστικά 4.190.111 εκατομμύρια δολάρια για την συμβουλευτική επιχείρηση του Manafort εκ μέρους του κόμματος των περιφερειών του Yanukovych, σύμφωνα με κυβερνητικά τεκμήρια που παρουσιάστηκαν στη δίκη του. Ο Manafort καταδικάστηκε τελικά για τραπεζική απάτη, αποτυχία αναφοράς ξένου τραπεζικού λογαριασμού, καθώς κι άλλα εγκλήματα. Σε μία από τις δίκες του Manafort, ο πρώην εταιρικός συνεργάτης του, Rick Gates, αποκάλυψε, ότι ο άνθρωπος πίσω από την NoviRex ήταν ο Klyuyev, το δεξί χέρι του Yanukovych.

Η βοήθεια που παρείχε η JP Morgan στην εταιρεία του Klyuyev, δεν ήρθε πότε στην επιφάνεια κατά την διάρκεια της δίκης. Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η JP Morgan συνολικά διεκπεραίωσε 706 συναλλαγές ύψους 230 εκατομμυρίων δολαρίων για την NoviRex από το 2010 έως το 2015. Μεγάλο μέρος αυτού του ποσού πήγε σε εταιρείες που ήταν ενσωματωμένες σε μυστικούς φορολογικούς παραδείσους.

Το 2018, ο FinCEN κήρυξε τον πρώην πελάτη της JP Morgan, την ABLV, μία «κύρια ανησυχία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» η οποία είχε μεταφέρει δισεκατομμύρια δολάρια για Ουκρανούς μεγιστάνες, που κατηγορούνταν για λεηλασία κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Ο FinCEN εμπόδισε τις αμερικανικές τράπεζες να προσφέρουν στην ABLV πρόσβαση σε αμερικανικούς λογαριασμούς ανταποκριτών. Αυτή η κίνηση είναι γνωστή στους οικονομικούς κύκλους ως «θανατική ποινή.» Τώρα η τράπεζα βρίσκεται στην διαδικασία ρευστοποίησης, και μερικοί από τους τραπεζίτες της έχουν συλληφθεί από τις Λετονικές αρχές.

Απαντώντας σε ερωτήσεις του ICIJ, ένας ανταποκριτής της ABLV, είπε ότι κατά την διάρκεια της ρευστοποίησης, ένας ελεγκτής πραγματοποιούσε μία έκθεση για τους πρώην πελάτες της τράπεζας και των συναλλαγών τους. Επίσης πρόσθεσε πως «Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε δημοσίως, σχετικά με συγκεκριμένα νομικά η φυσικά πρόσωπα.»

«Κόλπα και δολιότητα» Οι μεγάλες ποινές δεν σταματούν τις τράπεζες από το να μεταφέρουν βρώμικα χρήματα.

Τα χρήματα που έρεαν στην Καλιφόρνια, το Περού, την Βολιβία, την Κίνα κι άλλα μέρη, από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, ήταν διατεθειμένες να ρισκάρουν τις μικρές αποταμιεύσεις τους σε επενδύσεις με την ελπίδα ότι θα τους αλλάξει την ζωή. Με το πάτημα ενός κουμπιού, τα χρήματα των επενδυτών διοχετεύονταν μέσω των δραστηριοτήτων της Νέας Υόρκης, στον παγκόσμιο τραπεζικό γίγαντα, την HSBC. Στην συνέχεια, τα χρήματα μεταφέρονταν σε λογαριασμούς της HSBC, και συγκεκριμένα στα τεράστια γραφεία της στο Χονγκ Κονγκ.

Οπως και άλλοι που εξαπατήθηκαν από αυτό που έγινε γνωστό ως σχέδιο παγκόσμιας κεφαλαιαγοράς, ο Reynaldo Pacheco, ένας 44χρονος πατέρας στην Santa Rosa της Καλιφόρνιας, προώθησε την επενδυτική συμφωνία στην οικογένειά του, αλλά και σε γνωστούς του. Οταν το σχέδιο της παγκόσμιας κεφαλαιαγοράς (WCM) άρχισε να ξετυλίγεται, ένας από τους άτυχους επενδυτές που ο Pacheco είχε ενθαρρύνει να βάλει τα χρήματά του στην συμφωνία, αποφάσισε να τον σκοτώσει. Τρεις άνδρες τον απήγαγαν και χτύπησαν το κεφάλι του σε πέτρες, εγκαταλείποντας τον νεκρό σε ένα ποτάμι, με τα χέρια δεμένα με ταινία πίσω από την πλάτη.

Χιλιάδες θύματα αυτής της απάτης υπολογίζεται ότι έχασαν 80 εκατομμύρια δολάρια.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, η HSBC συνέχισε να μεταφέρει χρήματα για το σχέδιο παγκόσμιας κεφαλαιαγοράς (WCM), σε μία εποχή που οι αρχές σε τρεις χώρες ερευνούσαν την εταιρεία, και οι επιτηρητές της τράπεζας γνώριζαν ότι επρόκειτο για ένα φερόμενο σύστημα Ponzi. Πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια που συνδέονται με το WCM, έρεαν μέσω της τράπεζας, τις χρονιές 2013 και 2014, σε μία εποχή όπου η HSBC βρισκόταν υπό επιτήρηση στο πλαίσιο της αναβαλλόμενης συμφωνίας δίωξης με τις Αμερικανικές αρχές.

Ακόμα και μετά την νίκη των αρχών ασφαλείας των ΗΠΑ, για την περιοριστική εντολή να παγώσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, ο λογαριασμός της WCM στην HSBC στο Χονγκ Κονγκ, παρέμεινε ενεργός. Σύμφωνα με έγγραφα του δικαστηρίου που κατατέθηκαν αργότερα από δικηγόρους που ζητούσαν χρήματα για τα θύματα της απάτης, η WCM άδειασε πάνω από 7 εκατομμύρια δολάρια από εκείνον το λογαριασμό κατά την διάρκεια της εβδομάδας που ακολούθησε, αντλώντας όλο το υπόλοιπο του λογαριασμού.

Σύμφωνα με την ανάλυση του ICIJ, η WCM δεν ήταν η μόνη εταιρεία που συνδεόταν με εγκληματικές δραστηριότητας διακινώντας χρήματα μέσω της HSBC, κατά την διάρκεια των 5 χρόνων αναστολής της μαζί με το πρόστιμο ύψους 1,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αναβαλλόμενη συμφωνία δίωξης. Το γραφείο της τράπεζας στο Χονγκ Κονγκ για παράδειγμα, επεξεργάστηκε πάνω από 900 εκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές που αφορούσαν εταιρίες κέλυφος, οι οποίες συνδέονταν με δικαστικά αρχεία κι αναφορές των ΜΜΕ σε φερόμενα εγκληματικά δίκτυα.

Αμερικανοί εισαγγελείς και άλλοι αξιωματούχοι έχουν επιδοκιμάσει τις αναβαλλόμενες συμφωνίες δίωξης και άλλους τύπους διακανονισμών για το ξέπλυμα χρήματος, ως αποτελεσματικά εργαλεία για να διασφαλίσουν ότι μεγάλες τράπεζες ακολουθούν το νόμο και δεν υπηρετούν εγκληματίες. Οταν οι αρχές ανακοίνωσαν την αναβαλλόμενη συμφωνία δίωξης της Standard Chartered, το 2012, ένας αξιωματούχος του FBI δήλωσε «Η Νέα Υόρκη είναι ένα παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κέντρο και ένας από τους διεθνείς τραπεζικούς κόμβους, και για την διεξαγωγή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, πρέπει να παίξετε με τους κανόνες που ισχύουν εδώ».

Η έρευνα του ICIJ έδειξε ότι, 5 από τις τράπεζες που εμφανίζονται περισσότερο στα αρχεία FinCEN είναι η HSBC, η JP Morgan, η Deutsche Bank, η Standard Chartered και η New York Mellon, οι οποίες συνέχισαν να μεταφέρουν μετρητά σε ύποπτους ανθρώπους και εταιρείες, μετά τις αναβαλλόμενες συμφωνίες δίωξης, καθώς και να εμπλέκονται σε μεγάλες ενέργειες για την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Τέσσερις από αυτές τις τράπεζες υπέγραψαν συμφωνίες μη δίωξης ή συμφωνίες αναβολής της δίωξης τα τελευταία 15 χρόνια σχετικά με την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η μόνη τράπεζα από τις 5 που δεν έχει υπογράψει κάποια συμφωνία αναβολής της δίωξης είναι η Deutsche Bank. Αντίθετα, κατέληξε σε αστικό διακανονισμό ύψους 258 εκατομμυρίων δολαρίων το 2015, καθώς μία έρευνα των Αμερικανών τραπεζικών ρυθμιστών, ανακάλυψε ότι η τράπεζα είχε μεταφέρει δισεκατομμύρια δολάρια εκ μέρους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων του Ιράν, της Συρίας, της Λιβύης, της Βιρμανίας, του Σουδάν αλλά και άλλων εγκεκριμένων οργανισμών της Αμερικής.

Η New York Mellon ήταν μία από τις πρώτες μεγάλες τράπεζες που πλήρωσε ένα μεγάλο πρόστιμο στις αμερικανικές αρχές για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το 2005, δύο χρόνια πριν την συγχώνευση με την Mellon Financial, η Bank of New York πλήρωσε 38 εκατομμύρια δολάρια και υπέγραψε μία συμφωνία μη δίωξης μετά από μία ομοσπονδιακή έρευνα που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε επιτρέψει να ρέουν μέσω των λογαριασμών της παράνομα ρωσικά χρήματα ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, ανέφεραν πως ερευνητές πίστευαν ότι ο Mogilevich, ο φερόμενος Ρώσος μαφιόζος, βρισκόταν πίσω από αυτές τις συναλλαγές.

Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, μπορεί η τράπεζα να μην έχει εμπλακεί σε μεγάλα σκάνδαλα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τα τελευταία χρόνια, αλλά συνεχίζει να διεκπεραιώνει συναλλαγές με ύποπτες προσωπικότητες.

Τα αρχεία που διέρρευσαν δείχνουν, για παράδειγμα, ότι η New York Mellon μετέφερε περισσότερα από 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές στο διάστημα 1997 με 2016, που συνδέονται με τον Oleg Deripaska, έναν Ρώσο δισεκατομμυριούχο και μακροχρόνιο σύμμαχο του Vladimir Putin.

Από το 2008, ο Deripaska, έχει γίνει θέμα ισχυρισμών στα δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης συνδέοντας τον με ένα οργανωμένο έγκλημα. Οταν οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν κυρώσεις εναντίον του το 2018, ανέφεραν επίσης, ότι είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν πως απείλησε τις ζωές των εταιρικών του αντιπάλων, δωροδόκησε έναν πολιτικό αξιωματούχο και διέταξε την δολοφονία ενός επιχειρηματία.

Ο Deripaska αρνείται το ξέπλυμα κεφαλαίων ἠ την διάπραξη οικονομικών εγκλημάτων. Το 2019, η κυβέρνηση του Τramp ακύρωσε τις κατηγορίες στις 3 εταιρείες που συνδέονταν με αυτόν. Οι αμερικανικές κατηγορίες για τον Deripaska παραμένουν, ενώ ο ίδιος κάνει μηνύσεις στην προσπάθεια του να τις ανατρέψει.

«Η New York Mellon αναλαμβάνει σοβαρά το ρόλο της για την προστασία της ακεραιότητας του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, συμπεριλαμβάνοντας την υποβολή αναφορών ύποπτης δραστηριότητας»᾽ ανέφερε η τράπεζα σε μία δήλωσή της. «Ως ένα αξιόπιστο μέλος της παγκόσμιας τραπεζικής κοινότητας, συμμορφωνόμαστε πλήρως, εφαρμόζοντας όλους τους νόμους και τους κανονισμούς, και παρέχουμε βοήθεια στις αρχές για το σημαντικό έργο που κάνουν.»

Κόκκινες σημαίες

Ενα εντυπωσιακό μοτίβο που αποκαλύφθηκε από τα αρχεία που διέρρευσαν από την ανάλυση του ICIJ, είναι η προθυμία πολλών τραπεζών να επεξεργαστούν συναλλαγές για τους ίδιους επικίνδυνους πελάτες. Ο Deripaska, ο Ρώσος ολιγάρχης, δεν είχε μόνο την βοήθεια της New York Mellon. Τα μυστικά αρχεία αποκαλύπτουν ότι η Deutsche Bank, επεξεργάστηκε πάνω από 11 δισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγές, από το 2003 έως το 2017 για εταιρείες που τον έλεγχο είχε ο Deripaska.

Τα αρχεία επίσης δείχνουν ότι, η Deutsche Bank και η Standard Chartered βοήθησαν την Odebrecht SA, μία κατασκευαστική εταιρεία της Λατινικής Αμερικής, να μεταφέρει 677 εκατομμύρια δολάρια από το 2010 έως το 2016, και αξίζει να σημειωθεί ότι οι εισαγγελείς των ΗΠΑ, χαρακτήρισαν την υπόθεση ως την μεγαλύτερη υπόθεση διεθνούς δωροδοκίας στην ιστορία. Η Deutsche Bank έπαιξε σημαντικό ρόλο στις συναλλαγές που αφορούσαν το συνολικό ποσό που αναφέρθηκε παραπάνω, και συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι ήταν πάνω από 560 εκατομμύρια δολάρια.

Επειτα, υπάρχει ο Dmytro Firtash, ένας Ουκρανός ολιγάρχης, ο οποίος καταζητείται για ποινικές κατηγορίες στις ΗΠΑ.

Το 2014, Αμερικανοί εισαγγελείς ξεσφράγισαν μία απαγγελία κατηγορίας του Firtash, η οποία αναφερόταν σε δωροδοκία αξιωματούχων στην Ινδία, σε μία προσπάθεια να εξασφαλίσει μία συμφωνία εξόρυξης. Από τα τέλη του 2019, αμερικανικά ειδησεογραφικά μέσα ανέφεραν ισχυρισμούς ότι ο Firtash έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια του Προέδρου Trump, να ξεθάψει ανεπιθύμητες πληροφορίες για τον Joe Biden, τον αντίπαλό του για τις εκλογές του 2020.

Ο Firtash, ο οποίος ξεκίνησε στον τομέα των επιχειρήσεων με το εμπόριο ουκρανικού γάλακτος σε σκόνη, πλέον ζει εξόριστος σε μία έπαυλη στη Βιέννη, προστατευμένος μέχρι στιγμής από τις προσπάθειες να παραδοθεί στην δικαιοδοσία του κράτους που διέπραξε το αδίκημα του. Η βίλα στην οποία μένει τώρα ο Firtash, έχει εσωτερικό κινηματογράφο, και μία τεράστια πισίνα. Το 2017 ένα προφίλ από το Bloomberg Businessweek τον ονόμασε ως «τον Ολιγάρχη που ζει σ’ επιχρυσωμένο κλουβί»

Οταν πρόκειται για τραπεζικές συναλλαγές, αυτός και οι εταιρείες που είναι συνδεδεμένες μαζί του, βρήκαν ανοιχτές πόρτες σε πολλά από τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του κλάδου. Και οι 5 μεγάλες τράπεζες στην ανάλυση του ICIJ, επεξεργάστηκαν συναλλαγές για εταιρείες που τον έλεγχό τους είχε ο Firtash, δείχνουν τα αρχεία FinCEN. Επίσης, και οι 5 τράπεζες έδωσαν έγκριση σε συναλλαγές που ήταν συνδεδεμένες με τον Firtash, μετά την περίοδο επιβολής προστίμων από τις αμερικανικές αρχές, και δέσμευσης των τραπεζών για καλύτερο έλεγχο των ύποπτων πελατών τους.

Τα έγγραφα δείχνουν ότι, μεταξύ αυτών των 5 τραπεζών, η JP Morgan μετέφερε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων για τις εταιρείες του Firtash, και συγκεκριμένα η αξία των συναλλαγών άγγιζε συνολικά 2 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2003 έως το 2014. Η JP Morgan, αλλά και άλλες τράπεζες, έπρεπε να είναι ενήμερες για την αμφίβολη ιστορία του Firtash, ήδη από την χρονιά του 2010, όταν διέρρευσε ένα Αμερικανικό διπλωματικό μήνυμα, που συνέδεε τον Firtash με τον Mogilevich.

Επειτα, το 2011, μία αγωγή κατατέθηκε στο Μανχάταν, από την πρώην πρωθυπουργό της Ουκρανίας Yulia Tymoshenko, προειδοποιώντας ακόμα περισσότερο τις τράπεζες, με το να κατονομάσει συγκεκριμένους λογαριασμούς σε 4 τράπεζες, όπου στην αγωγή υπήρχε ισχυρισμός ότι αυτοί οι λογαριασμοί, χρησιμοποιούνταν από τον Firtash για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.

Με την αγωγή η πρώην πρωθυπουργός της Ουκρανίας, κατηγορούσε τον Firtash, τον Mogilevich και τον μελλοντικό διευθυντή της προεδρικής εκστρατείας του Trump, Manafort, για ξέπλυμα παράνομων κεφαλαίων από την Ουκρανία σε τράπεζες και επενδυτικές συμφωνίες στην Αμερική.

Στην αγωγή ισχυρίστηκε ότι οι λογαριασμοί στα γραφεία της Νέας Υόρκης, των τραπεζών JP Morgan, Deutsche Bank, Standard Chartered και New York Mellon, χρησιμοποιούνταν για την μετακίνηση κλεμμένων κεφαλαίων της Ουκρανίας στην Αμερική, κι έπειτα μετά την νομιμοποίηση αυτών των κεφαλαίων, τα χρήματα επέστρεφαν στην Ουκρανία. Τα αρχεία FinCEN δείχνουν ότι, παρά τους ισχυρισμούς, αυτές οι 5 τράπεζες συνέχισαν να επεξεργάζονται συναλλαγές που συνδέονταν με εταιρείες που ελέγχονταν από τον Firtash. Η αγωγή απορρίφθηκε το 2013, κυρίως επειδή η Tymoshenko και οι δικηγόροι της δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν αρκετές λεπτομέρειες των συναλλαγών που συνδέονταν με αυτήν την απάτη.

Ο Firtash είχε αρνηθεί το αδίκημα αυτό, λέγοντας στο Bloomberg Businessweek ότι είναι «θύμα μιας οργανωμένης προπαγάνδας που έχει δημιουργηθεί εναντίον του.» Είπε επίσης στο περιοδικό ότι «οι ισχυρισμοί της Tymoshenko ήταν λανθασμένοι και λέει συνεχώς ψέματα. Για το ξέπλυμα χρήματος χρειάζεται βρώμικο χρήμα, και τα δικά μου χρήματα ήταν πάντα καθαρά.»

Σε μία δήλωση, ένας δικηγόρος του Firtash είπε στο ICIJ προς υπεράσπισή του ότι, «δεν είχε ποτέ καμία συνεργασία ή κάποια άλλη εμπορική σχέση με τον Semion Mogilevich.» O δικηγόρος πρόσθεσε ότι, ο Firtash δεν θα απαντήσει σε ερωτήσεις της ICIJ διότι αυτές οι ερωτήσεις «βασίζονται σε μία παράνομη και εγκληματική αποκάλυψη» ύποπτων αναφορών δραστηριότητας.

Υποχρέωση λογοδοσίας των τραπεζιτών

Γιατί δεν έχουν επιφέρει αλλαγή στην συμπεριφορά των τραπεζών τα μεγάλα πρόστιμα που τους έχουν επιβληθεί;

O John Cassara, ένας εμπειρογνώμονας του οικονομικού εγκλήματος, ο οποίος δούλεψε ως ειδικός πράκτορας στο FinCEN από το 1996 έως το 2002, είπε ότι το μέγεθος των προστίμων που πληρώθηκαν από την HSBC και άλλες μεγάλες τράπεζες, μπορεί σαν νούμερα να είναι μεγάλα, αλλά σε σχέση με τα κέρδη των τραπεζών αυτών είναι ελάχιστα. Επίσης τα χρήματα δεν καταβάλλονται από τους τραπεζίτες που θα έπρεπε να λογοδοτούν γι’ αυτές τις ενέργειες, αλλά από τους μετόχους του οργανισμού.

Η BNP Paribas, η μεγαλύτερη τράπεζα της Γαλλίας, έλαβε το μεγαλύτερο πρόστιμο όλων το 2014, όταν αναγκάστηκε να καταβάλλει 8,9 δισεκατομμύρια δολάρια λόγω των στοιχείων που υπήρχαν, ότι βοήθησε να μετακινηθούν δισεκατομμύρια δολάρια μέσω του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, για λογαριασμό σουδανικών, ιρακινών και κουβανικών οργανισμών.

Σε αντίθεση με τους διακανονισμούς με την HSBC και άλλων τραπεζών, αυτή η περίπτωση δεν αφορούσε δίωξη που μπορούσε να αναβληθεί. Η τράπεζα συμφώνησε στην εγκληματική καταδίκη, και αναγκάστηκε να διώξει 13 υπαλλήλους της. Ωστόσο για την  Γαλλική τράπεζα, η προτεραιότητα στις διαπραγματεύσεις του διακανονισμού ήταν να να μην αφαιρεθεί οριστικά η άδειά της ώστε να μπορεί να επεξεργάζεται συναλλαγές στην Αμερική. Εν τέλη, οι ρυθμιστικές αρχές της Αμερικής απέκλεισαν την BNP Paribas από αυτές τις δραστηριότητες μόνο για ένα έτος.

Μετά την ανακοίνωση αυτής της συμφωνίας, η τιμή της μετοχής αυξήθηκε κατά 4%.

Ο James S. Henry, ένας οικονομολόγος, δικηγόρος και συγγραφέας στη Νέα Υόρκη, ο οποίος ερευνούσε τον κόσμο του βρώμικου χρήματος από το 1970, λέει ότι οι Αμερικανικές ενέργειες επιβολής κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών είχαν ένα αντίκτυπο στην συμπεριφορά μεγάλων τραπεζών, τουλάχιστον σε σχέση με προηγούμενες εποχές, όταν λειτουργούσαν σχεδόν χωρίς περιορισμούς.

Αλλά επίσης δήλωσε ότι, θα χρειαστεί «περισσότερη εισαγγελική παρέμβαση και διεθνή συνεργασία» ώστε να αλλάξει πραγματικά η σχέση μεταξύ τραπεζών και παράνομων ταμειακών ροών. Αυτό περιλαμβάνει την υποχρέωση των τραπεζών, αλλά και των τραπεζιτών, να λογοδοτούν για τις ενέργειές τους. Ο Henry δήλωσε πως «Πρέπει να θέσουμε κάποια υψηλόβαθμα στελέχη τα οποία θα είναι υπεύθυνα για επικίνδυνες ή ύποπτες τραπεζικές εργασίες, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την επιβολή προστίμων ή και φυλακής τους.»

Δεξαμενή καρχαριών

Ακουγόταν σαν κάτι που έχει βγει από κατασκοπευτικό μυθιστόρημα.

Οι υπάλληλοι της Deutsche Bank έδωσαν οδηγίες σε πελάτες από το Ιράν, κι άλλες περιοχές με παρόμοιο ενδιαφέρον, να αιτιολογούν τα μηνύματα πληρωμών τους, χρησιμοποιώντας λέξεις με κάποιο κώδικα, που θα αποτελούσαν ειδικούς χειρισμούς. Ενα στέλεχος προέτρεψε τους εργαζομένους να χρησιμοποιούν «κόλπα και δολιότητα» ώστε να αποφευχθεί ο εντοπισμός από τις αμερικανικές αρχές.

Αυτά τα κόλπα του εμπορίου αποκαλύφθηκαν σε μία ανακοίνωση το Νοέμβριο του 2015 από τις τραπεζικές ρυθμιστικές αρχές της Νέας Υόρκης. Η Deutsche Bank, σύμφωνα με κρατικούς αξιωματούχους, είχε συλληφθεί να μετακινεί περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια από το 1999 μέχρι το 2006, εκ μέρους του Ιράν, της Συρίας και άλλων χωρών στο πλαίσιο των αμερικανικών κυρώσεων.

Στο πλαίσιο του διακανονισμού των 258 εκατομμυρίων δολαρίων με το κράτος και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η Deutsche Bank συμφώνησε να μεταρρυθμίσει τις πρακτικές της, και να απολύσει τους υπαλλήλους της που εμπλέκονταν στις ενέργειες φοροδιαφυγής.

Σε δήλωσή της, η Deutsche Bank, χαρακτήρισε την συμφωνία ως «νέα του παρελθόντος» λέγοντας πως «Η συμπεριφορά αυτή σταμάτησε πριν αρκετά χρόνια, και έχουμε τερματίσει όλες τις συναλλαγές με ύποπτους οργανισμούς.»

Ενα μήνα μετά την ανακοίνωση του διακανονισμού, τα αρχεία FinCEN δείχνουν, ότι η Deutsche Bank εργαζόταν κρυφά, μεταφέροντας χρήματα για μία εταιρεία συνδεδεμένη με τον Ihor Kolomoisky, έναν Ουκρανό δισεκατομμυριούχο, τον οποίο αργότερα οι εισαγγελείς των ΗΠΑ ισχυρίστηκαν ότι, συμμετείχε σε ένα τεράστιο σχέδιο νομιμοποίησης εσόδων, από το οποίο διοχετεύονταν μετρητά στο κέντρο της Αμερικής.

Οι εισαγγελείς των ΗΠΑ, λένε ότι ο Kolomoisky, είναι γνωστός εδώ και καιρό για την «σκληρότητα και την βία» στις επιχειρηματικές του συναλλαγές, και συγκεκριμένα όταν προσέλαβε «εξοπλισμένους απατεώνες» για να αναλάβουν τα γραφεία μιας κρατικής εταιρείας πετρελαίου.

Τα αρχεία που διέρρευσαν δείχνουν ότι, η Deutsche Bank μετακίνησε 240 εκατομμύρια δολάρια από τον Δεκέμβριο του 2015 έως το Μάιο του 2016 για μία εταιρεία κέλυφος, που ήταν εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, και η οποία σύμφωνα με τις δικαστικές καταθέσεις των ΗΠΑ, ελέγχονταν από τον Kolomoisky και έναν συνεργάτη του.

Μία αγωγή που κατατέθηκε πέρυσι στο κρατικό δικαστήριο στο Delaware, ισχυρίζεται ότι ο Kolomoisky, χρησιμοποίησε την εταιρεία κέλυφος, με όνομα Claresholm Marketing Ltd. ώστε να διεκπεραιώσει μία σειρά από παράνομα και δόλια σχέδια μέσω της Privat Bank, ένα ουκρανικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο ο Kolomoisky και ένας συνεργάτης του είχαν τον έλεγχό του μέχρι και το τέλος του 2016. Οι νέοι ιδιοκτήτες της τράπεζας ισχυρίζονται στην αγωγή ότι, ο Kolomoisky και οι συνεργάτες του μετακίνησαν δισεκατομμύρια δολάρια από την τράπεζα μέσω εικονικών δανείων, και στη συνέχεια τα ξέπλυναν μέσω επενδύσεων στην Αμερική.

Τον περασμένο Ιούλιο, οι ρυθμιστικές αρχές της Νέας Υόρκης, κατέληξαν σε έναν άλλον διακανονισμό για το ξέπλυμα χρήματος με την Deutsche Bank. Αυτή την φορά, η τράπεζα συμφώνησε να πληρώσει 150 εκατομμύρια δολάρια σε κυρώσεις, σχετικά με τις συναλλαγές της με τον εγκληματία που είχε καταδικαστεί, Jeffrey Epstein, καθώς και με δύο άλλες τράπεζες εκτός Αμερικής, που εμπλέκονταν σε σκάνδαλα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Ενα μήνα αργότερα, οι Αμερικανοί εισαγγελείς, κατέθεσαν αστικές καταγγελίες κατάσχεσης σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Φλόριντα, που περιλάμβαναν τους ισχυρισμούς κλοπής και ξεπλύματος χρημάτων, ενάντια στον Kolomoisky. Οι εισαγγελείς λένε ότι, ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων που φέρεται να έχουν κλαπεί από την Privat Bank, στο διάστημα από το 2008 μέχρι και το 2016, κατέληξαν σε επενδύσεις στην Αμερική, συμπεριλαμβανομένων, των εμπορικών ακινήτων στο Τέξας και στο Οχάιο, τα εργοστάσια χάλυβα στο Κεντάκι, στην Δυτική Βιρτζίνια και το Μίσιγκαν κι ένα εργοστάσιο κινητών τηλεφώνων στο Ιλινόις.

Ο Kolomoisky δεν απάντησε σε ερωτήσεις του ICIJ. Ενας δικηγόρος του τον Αύγουστο είπε » O κ. Kolomoisky αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς στις καταγγελίες που κατατέθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση του πολιτειακού δικαστηρίου στο Delaware, οι δικηγόροι των επιχειρήσεων του Kolomoisky, ανέφεραν ότι η αγωγή δεν δείχνει παραβιάσεις των νόμων περί εκβιασμού ή άλλων νόμων. Ο Kolomoisky είχε επίσης καταθέσει αγωγή δυσφήμισης εναντίον της Privat Bank στην Ουκρανία, υποστηρίζοντας ότι η τράπεζα τον έχει κατηγορήσει ψευδώς για απάτη και άλλα αδικήματα.

Η Deutsche Bank, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με τις συναλλαγές της με τον Kolomoisky, αναφέροντας ότι ήταν νομικά περιορισμένη στο να σχολιάσει για πελάτες ή συναλλαγές. Η τράπεζα δήλωσε στο ICIJ ότι έχει αναγνωρίσει «αδυναμίες του παρελθόντος» και ότι έμαθε από τα λάθη της.

Ανέφερε ότι έχει αντιμετωπίσει συστηματικά αυτά τα ζητήματα και πως πλέον είναι μία «διαφορετική τράπεζα.»

@ICIJ / 20-9- 2020 /icij.org

Image: ICIJ / BuzzFeed News – Alicia Tatone

Για την μετάφραση terrapapers.com