Η αναζήτηση των μυστικών της υψηλής λογοτεχνίας

Η αναζήτηση των μυστικών της υψηλής λογοτεχνίας μέσα από επτά συνεντεύξεις του Φίλιπ Γκούρεβιτς με συγγραφείς που έστυψαν την πέτρα για να βγάλουν λέξεις. Τα λογοτεχνικά έργα, ειδικά όταν πλησιάζουν το αριστούργημα, ενέχουν κάτι από...

Η αναζήτηση των μυστικών της υψηλής λογοτεχνίας

Η αναζήτηση των μυστικών της υψηλής λογοτεχνίας μέσα από επτά συνεντεύξεις του Φίλιπ Γκούρεβιτς με συγγραφείς που έστυψαν την πέτρα για να βγάλουν λέξεις.

Τα λογοτεχνικά έργα, ειδικά όταν πλησιάζουν το αριστούργημα, ενέχουν κάτι από προφητεία, μαγεία και θεϊκό κατάλοιπο που κυριεύει την καρδιά του αναγνώστη. Ο Μαλαρμέ μιλούσε για τη μεγάλη τέχνη των δασκάλων που απελπίζει τους νέους ποιητές, καθώς τα έργα της αφήνουν την εντύπωση ότι δεν γράφτηκαν από άνθρωπο, παρά από μια φλέβα που υπερβαίνει την ανθρώπινη ικανότητα.

Ως εκ τούτου, ο βιβλιόφιλος, που εν δυνάμει κρύβει μέσα του κάτι από συγγραφέα, έχει μεγάλη ανάγκη για τα μυστικά του δημιουργού, τη γνώση της βιογραφίας του, τις μυστικές πτυχές της ζωής του. Κάθε αναγνώστης είναι υποψήφιος για μια πνευματική εμπειρία που τον υπερβαίνει. Διόλου περίεργο, λοιπόν, ότι ξεψαχνίζει βιογραφίες, επιστολές, διαβάσματα -και συνεντεύξεις, όπως εν προκειμένω- για ν’ ανακαλύψει το απόκρυφο και το αμετάδοτο.

Η συνέντευξη (τυχαία συνάντηση σημαίνει η λέξη που αποδίδει το αγγλικό πρες-κόνφερανς) είναι από τις εκδηλώσεις που κινούν το ενδιαφέρον, διότι βρίσκονται εκτός βιβλίου. Δεν μιλάει η ίδια η τέχνη στον άνθρωπο που ρωτάει, παρά o συγγραφέας με όλο το σαρκίο του και το καθημερινό του αίσθημα. Με άλλα λόγια το ρωτάω-απαντάω θυμίζει έντονα καθημερινή ζωή, σκέψεις τρέχοντος βεληνεκούς, αμεσότητα και πιθανώς μετριοφροσύνη.

Ο Τζέιμς Μ. Κέιν, συγγραφέας του “Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές” που είχε γοητεύσει τον Καμύ, μιλάει για μια «άλγεβρα της πραγματικής ζωής», με πραγματικούς ανθρώπους που μιλάνε την πραγματική γλώσσα της καθημερινότητας. Γι’ αυτό απεχθάνεται τις αηδίες περί «δημιουργικής γραφής»

Οι συνεντεύξεις που περιλαμβάνει ο τόμος είναι επτά (Πάουντ, Χένρι Μίλερ, Μπάροουζ, Ντόροθυ Πάρκερ, Κερτ Βόνεγκατ, Κέιν και Ρόμπερτ Λόουελ), αλλά εν προκειμένω ανθολογήσαμε σκέψεις και ιδέες μόνο απ’ τους συγγραφείς που είναι κατά τεκμήριο γνωστοί και μεταφρασμένοι στην ελληνική. Αρχίζουμε, λοιπόν, με τον Πάουντ, που, μιλώντας για τα Κάντος, ομολογεί ότι του έλειπε η μορφή που θα μπορούσε να χωρέσει το απαραίτητο υλικό. Ήθελε έναν βολικό, μικρό, οδικό χάρτη, όπως εκείνος του Παραδείσου που κατείχαν κατά τον Μεσαίωνα!

Όσο για το ίδιο το υλικό, δεν αποδίδει πάντα. «Αν η πέτρα δεν είναι αρκετά σκληρή ώστε να διατηρήσει τη μορφή, τότε πρέπει να φύγει».

Ο μεγαλύτερος έπαινος που ξεστομίζει αφορά τον Ντίσνεϊ. «Το ήθος που επιδεικνύει στην ταινία Πέρι (του ‘57), με πρωταγωνιστή έναν θηλυκό σκίουρο, όπου επιβραβεύονται οι αξίες του θάρρους και της τρυφερότητας, προδίδει πραγματική ιδιοφυΐα. Παρόμοια συσχέτιση με τη φύση είχαμε να δούμε από την εποχή του Αλέξανδρου του Μέγα. Ο Αλέξανδρος έδινε εντολές στους ψαράδες ν’ αναφέρουν στον Αριστοτέλη οτιδήποτε ενδιαφέρον έβρισκαν, κάτι συγκεκριμένο σχετικά με τα ψάρια. Έτσι, η ιχθυολογία έφτασε στο επιστημονικό σημείο όπου παρέμεινε για δύο χιλιάδες χρόνια». Ο Πάουντ πίστευε ότι κανείς δεν μπορούσε να διαβάσει τα πάντα και παραδεχόταν ότι δεν έχει και στην πλάτη μάτια!

Θυμόταν, όμως, ότι ο Φορστ το 1912 είχε ανακαλύψει μια φράση διαμάντι: «Περίληψη προσευχής – Θεέ, πρόσεξέ με». Αυτή ακριβώς είναι η προσέγγιση των νεαρών συγγραφέων… Όσο για το τι πρέπει να κάνουν οι νεαροί συγγραφείς, είναι σαφές: να βελτιώσουν την περιέργειά τους και να μην προσποιούνται.

Ο Πάουντ ήταν γραμματέας του Γέιτς (όπως ο Μπέκετ του Τζόυς). Όταν ο Χολ τον ρωτάει για τα καθήκοντά του, ο «εκφωνητής του Μουσολίνι» είναι σαφέστατος: «Κυρίως έπρεπε να του διαβάζω μεγαλόφωνα και να λογοφέρνουμε. Στους Ιρλανδούς αρέσουν οι αντιπαραθέσεις. Προσπάθησε, λοιπόν, να μάθει ξιφασκία στα 45 του. Χτυπιόταν δεξιά-αριστερά με το σπαθί στο χέρι σαν φάλαινα. Μερικές φορές έδινε την εντύπωση ότι ήταν πιο ανόητος από μένα». Τον βοήθησε κανείς στη δουλειά του; Μόνο ο Φόρντι που κυλιόταν στο πάτωμα δίχως ίχνος ευπρέπειας και κρατούσε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια, μάλιστα μια φορά βόγκηξε κιόλας».

-Ποια ήταν τα πρώτα σας βήματα ως ποιητής; Ο παππούς μου, από τη μια πλευρά, συνήθιζε ν” αληλλογραφεί με τον πρόεδρο της τοπικής τράπεζας με τη μορφή στιχουργίας. Η γιαγιά μου, από την άλλη πλευρά, και τ’ αδέλφια της χρησιμοποιούσαν στίχους στα γράμματα που αντάλλασσαν μεταξύ τους. Θεωρούνταν δεδομένο ότι ο καθένας μπορούσε να γράψει στίχους. Να κι ένα απόφθεγμα χρήσιμο για όλους μας: «Δεν με ενδιέφεραν ούτε στο ελάχιστο τα ελαττώματα των φίλων μου, αλλά η ευφυΐα τους!»

Είναι γνωστό ότι ο Πάουντ κατέγινε με τη νομισματοκοπία και την τοκογλυφία. Στους επισκέπτες που πήγαιναν εκείνα τα χρόνια για να δουν την τήξη ευγενών μετάλλων, πρόσφεραν ενα μεγάλο σακούλι χρυσάφι υπό τον όρο ότι θα το έπαιρνες μαζί σου, αν κατάφερνες να το σηκώσεις – πράγμα αδύνατον. Δεν παραλείπει, πάντως, να περιγράψει τη σκηνή που μισόγυμνοι εργάτες φτυάριζαν τα νομίσματα σαν σκουπίδια για να τα ρίξουν στα χωνευτήρια.

«Μας έχουν φλομώσει τα πανεπιστήμια! Οι ακαδημαϊκοί δεν ξέρουν ότι το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις για κάποιον που θέλει να γράψει, είναι να του αγοράσεις μια γραφομηχανή» Τζέιμς Μ. Κέιν

«Γράφω», λέγει ο Πάουντ, «για ν’ αντισταθώ στην άποψη ότι η Ευρώπη και ο πολιτισμός πάνε κατά διαβόλου. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οφείλει να επιβιώσει. Αναμφίβολα, πάντως, η Ευρώπη είναι σοκ. Έχει εν μέρει να κάνει μάλλον με το σοκ που σου προκαλεί η αίσθηση ότι δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο. Έπειτα, είναι και η έλλειψη κατανόησης, η έλλειψη κατανόησης της Ευρώπης σχετικά με την οργανική Αμερική. Υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα που εγώ, ως Αμερικανός, δεν μπορώ να πω σ’ έναν Ευρωπαίο, γιατί δεν έχω την παραμικρή ελπίδα ότι θα με καταλάβει. Κάποιος είπε οτι είμαι ο τελευταίος Αμερικανός που ζει την τραγωδία της Ευρώπης».

Σε σύγκριση με τον Έζρα Πάουντ, που έφερε πάνω του κάτι το μυστικιστικό, ο Χένρι Μίλερ -που οι εχθροί του τον κατατάσσουν στους πορνογράφους- ήταν μάλλον μπρούτος και άμεσος, χωρίς τους πειρασμούς της μεγαλοφυΐας και την πλαστή βαθύτητα της φιλολογικής ενασχόλησης. Άρα, έχουμε έναν συγγραφέα πιο καθημερινό, πιο αγοραίο, που τον χαρακτήριζε επίσης κάτι το «νεοελληνικό» θα λέγαμε, καθότι έγραψε για τους Νεοέλληνες και δη για τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», ήτοι τον Κατσίμπαλη.

Άλλωστε, ο Γουίκς, που του θέτει τις ερωτήσεις, τον περιγράφει σαν λαϊκό ήρωα: ήταν πλάνης κι εξόριστος, λιμασμένος μποέμ, παιδί του Μπρούκλιν που πήγε στο Παρίσι όταν όλοι οι άλλοι επέστρεφαν στην πατρίδα. Ήταν, άλλωστε, και «παριζιάνος» που έγραψε τον Τροπικό του Καρκίνου στην παρισινή του δεκαετία του 1930.

-Σε ένα από τα βιβλία σας μιλάτε για την «υπαγόρευση», για το γεγονός ότι νιώθετε σχεδόν να σας κατευθύνει μια αόρατη δύναμη, καθώς το υλικό ξεχύνεται από μέσα σας. Πώς ακριβώς συμβαίνει αυτή η διαδικασία;

Ναι, αυτή η υπαγόρευση συμβαίνει μόνο σε σπάνια διαλείμματα. Κάποιος άλλος παίρνει τον έλεγχο κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να βάζεις στο χαρτί αυτά που ακούς. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε πιο έντονα στη δουλειά μου για τον Ντ.Χ. Λόρενς, μια δουλειά που δεν τελείωσα, κι αυτό γιατί έπρεπε να σκεφτώ πολύ. Βλέπετε, πιστεύω πως είναι κακό να σκέφτεσαι. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να σκέφτεται πολύ. Δεν είμαι πολύ καλός στο να σκέφτομαι. Δουλεύω με αυτό που βγαίνει από κάπου βαθιά μέσα μου και όταν γράφω, λοιπόν, δεν ξέρω τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί. Ξέρω για ποιο πράγμα θέλω να γράψω, αλλά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς θα το πω».

Μια απ’ τις πιο ειλικρινείς στιγμές του Μίλερ είναι εκείνη όπου ομολογεί ότι έπρεπε να «σκοτώσει τον φιλόλογο μέσα του» για ν’ απελευθερωθεί. « Ήμουν ένας άνθρωπος της φιλολογίας, θα μπορούσε να πει κανείς. Κι έγινα μη φιλολογικός, έκοψα τον ομφάλιο λώρο. Είπα ότι θα κάνω ό,τι μπορώ. Θα εκφράσω αυτό που είμαι – γι’ αυτό χρησιμοποίησα το πρώτο πρόσωπο, γι’ αυτό έγραψα για τον εαυτό μου. Αποφάσισα να γράψω, έχοντας ως αφετηρία τις δικές μου εμπειρίες, όσα γνώριζα κι ένιωθα. Κι αυτή ήταν η σωτηρία μου».

Στην περίπτωση, τώρα, του Μπάροουζ, ενός ανθρώπου που ξεπερνά οτιδήποτε φυσικό και συνηθισμένο, μπορούμε να φανταστούμε, οι ερωτήσεις του Νικερμπόκερ ευνόητο είναι να περιστρέφονται γύρω απ’ τα ναρκωτικά.

-Θεωρείτε τον εθισμό ασθένεια, αλλά ταυτόχρονα και μια κεντρική ανθρώπινη πραγματικότητα, ένα δράμα;

Σαφώς και τα δύο. Είναι τόσο απλό όσο ο τρόπος με τον οποίο κάποιος τυχαίνει να γίνει αλκοολικός. Αρχίζει το ποτό, αυτό είναι όλο. Του αρέσει, πίνει, και καταλήγει αλκοολικός. Εγώ εκτέθηκα στην ηρωίνη στη Νέα Υόρκη – δηλαδή έκανα παρέα με ανθρώπους που ήταν χρήστες ηρωίνης. Τη δοκίμασα. Οι επιδράσεις ήταν ευχάριστες. Συνέχισα να τη χρησιμοποιώ κι εθίστηκα. Να θυμάστε ότι αν είναι εύκολη η απόκτησή της, τότε ο αριθμός των εξαρτημένων θ’ αυξηθεί κατακόρυφα. Η ιδέα ότι ο εθισμός είναι κατά κάποιον τρόπο ψυχολογική ασθένεια πιστεύω πως είναι εντελώς γελοία. Είναι τόσο ψυχολογική όσο και η μαλάρια. Είναι ζήτημα έκθεσης.

Γενικά, οι άνθρωποι μπορεί να πάρουν οποιαδήποτε ουσία προκαλεί μέθη ή οποιοδήποτε ναρκωτικό τους δίνει μια ευχάριστη αίσθηση, αν τους είναι διαθέσιμο. Στο Ιράν, για παράδειγμα, πωλούσαν το όπιο στα μαγαζιά μέχρι πολύ πρόσφατα και είχαν τρία εκατομμύρια εθισμένους σ’ έναν πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων. Επίσης, υπάρχουν και κάθε λογής πνευματικοί εθισμοί. Οτιδήποτε μπορεί να γίνει με χημικό τρόπο μπορεί να γίνει και με άλλους, δηλαδή αν έχουμε επαρκή γνώση των απαιτούμενων διαδικασιών.

Ολες οι συνεντεύξεις, μηδεμιάς εξαιρουμένης, όποιο κι αν είναι το αυτοβιογραφικό υλικό τους, συμπίπτουν ή μάλλον σκοπεύουν σ’ ένα άγνωστο και σκοτεινό κέντρο. Ασφαλώς είναι εύκολο και παραδοτό να εκμεταλλεύεται κανείς κατά το δυνατό το πνεύμα και τις αναμνήσεις του για να γράψει ένα βιβλίο. Ωστόσο, το ίδιο το πνεύμα, η βαθύτερη μέθεξη της αλήθειας του, όχι μόνο δεν είναι παραδόσιμη αλλά κρύβεται πίσω απ’ τα κατηγορήματά της.

Το μνημειώδες γράψιμο ελέγχει αλλά δεν ελέγχεται, κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει τας γραφάς, έχει ασαφή πατρίδα και στερείται ομοπάτριδες, είναι ένα αίνιγμα που σκοπίμως επιδέχεται πολλές λύσεις όχι για να φανερωθεί, παρά για ν’ αποκρυβεί ασφαλέστερα και ζηλότυπα. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι συγγραφείς, τουλάχιστον στα γεράματά τους, όσοι τέλος πάντων αξιώνονται κάποια αληθινή ωρίμανση, παραδέχονται ότι άλλο είναι τα βιβλία και άλλο -απόκρυφο- αυτό που τα δημιουργεί. Όπως, άλλωστε, απόκρυφα παραμένουν και τα πνευματικά θεμέλια του σύμπαντος κόσμου.

Η τέχνη της γραφής: 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review

Τ. Σ. Έλιοτ, Ντόναλντ Χολ, Τρούμαν Καπότε, Πάτι Χιλ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Πλίμπτον, Σολ Μπέλοου, Γκόρντον Λόιντ Χάρπερ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ρόναλντ Κράιστ, Γκρέιαμ Γκριν, Μάρτιν Σάτλγουορθ, Σάιμον Ρέιβεν, Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζιν Στάιν, Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Χάρολντ Φλέντερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Πίτερ Χ. Στόουν, Χάρολντ Μπλουμ, Αντόνιο Βάις

Πως τα καταφέρνουν οι μεγάλοι συγγραφείς;

Επί μισό και πλέον αιώνα το Paris Review έχει εκμαιεύσει μερικές από τις πιο αποκαλυπτικές και τολμηρές σκέψεις που διατύπωσαν οι αυθεντίες της λογοτεχνίας του καιρού μας. Οι συντάκτες του περιοδικού έχουν μιλήσει με τους περισσότερους, κορυφαίους στον κόσμο, μυθιστοριογράφους, ποιητές, θεατρικούς συγγραφείς και κριτικούς και οι ίδιες οι συνεντεύξεις κέρδισαν την αναγνώριση ως κλασικά λογοτεχνικά έργα, ως μία ουσιαστική και εμπεριστατωμένη καταγραφή της συγγραφικής ζωής.

Το Paris Review έχει προσφέρει γόνιμες συζητήσεις με τους σπουδαιότερους συγγραφείς του καιρού μας, παραστατικές αυτοπροσωπογραφίες που από μόνες τους συνιστούν έργα αυθεντικής λογοτεχνίας. Από τον Ουίλιαμ Φόκνερ που είναι κάθετος στην άποψή του ότι για να γραφτεί ένα αξιόλογο μυθιστόρημα χρειάζεται “ενενήντα εννιά τοις εκατό ταλέντο… ενενήντα εννιά τοις εκατό πειθαρχία… ενενήντα εννιά τοις εκατό δουλειά”, μέχρι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που παρατηρεί ότι “στην πρώτη παράγραφο λύνεις τα περισσότερα από τα προβλήματα του βιβλίου σου”, το Paris Review έχει καταφέρει να εκμαιεύσει αποκαλυπτικές και τολμηρές σκέψεις από τους πιο δεινούς μυθιστοριογράφους, ποιητές και κριτικούς του σύγχρονου κόσμου.

Στην “Τέχνη της Γραφής” περιλαμβάνονται οι εκ βαθέων συνεντεύξεις δέκα σημαντικών συγγραφέων (πέντε νομπελίστες και όλοι πολυβραβευμένοι) που δόθηκαν στο διεθνώς αναγνωρισμένο περιοδικό Paris Review όπου αποκαλύπτουν με λεπτομέρειες τα μυστικά της τέχνης τους: Τ.Σ. Έλιοτ, Τρούμαν Καπότε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Σολ Μπέλοου, Χόρχε Λούις Μπόρχες, Γκρέιαμ Γκριν, Ουίλιαμ Φόκνερ, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Χάρολντ Μπλουμ.

Τι είπαν οι συγγραφείς για τις συνεντεύξεις στο Paris Review

“Έχω όλα τα τεύχη του Paris Review και μου αρέσουν πολύ οι συνεντεύξεις. Θα συγκροτήσουν ένα καλό βιβλίο όταν θα τις συγκεντρώσουν σε μια ανθολογία και αυτό θα είναι πολύ καλό για το Review”. (Έρνεστ Χέμινγουεϊ)

“Οι συνεντεύξεις του Paris Review μάς πρόσφεραν και μας προσφέρουν την καλύτερη εικόνα για το πώς σκέφτονται και ποια δεοντολογία υιοθετούν στη δουλειά τους κάποιοι σπουδαίοι συγγραφείς. Όταν μάλιστα διαβάζονται όλες μαζί, τότε ισοδυναμούν σχεδόν με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στις τέχνες που καταφέρνει κανείς να αποκτήσει ενώ κάθεται μόνος στον καναπέ του. Κάθε σελίδα αυτής της συλλογής προσφέρει μια αναπάντεχα αλλόκοτη ευχαρίστηση”. (Ντέιβ Έγκερς)

“Οι συνεντεύξεις του Paris Review αποτελούν αντικείμενα θαυμασμού που διαμόρφωσαν τις πρώτες και πιο ανεξίτηλες εντυπώσεις μου σχετικά με το τι σήμαινε να είναι κανείς συγγραφέας. Ακόμη και σήμερα αποδίδω όποια ρήση μένει ακόμη νωπή στη μνήμη μου σε αυτές τις σελίδες, έστω κι αν ποτέ δεν φιγουράρισαν εκεί”. (Τζόναθαν Λέθεμ)

“Οι συνεντεύξεις του Paris Review έχουν τις καλύτερες ερωτήσεις, τις καλύτερες απαντήσεις και είναι, αναμφίβολα, ο καλύτερος τρόπος να δεις λαθραία αυτό που κρύβουν στο μυαλό τους οι καλύτεροι συγγραφείς (και ερωτώντες) στον κόσμο. Η ανάγνωση του συνόλου αυτών των συνεντεύξεων είναι σαν μια υπέροχη ξενάγηση σε όλη την έκταση της λογοτεχνικής ζωής”. (Σούζαν Όλριν)

“Στις καλύτερες στιγμές τους, οι συνεντεύξεις του Paris Review ανασηκώνουν το βέλο των λογοτεχνικών φυσιογνωμιών για να αποκαλύψουν την ουσία των συγγραφέων με σάρκα και οστά. Εκθέτοντας τις εσώτερες διεργασίες της συγγραφής, τοποθετούν τον αναγνώστη στη θέση του κατευθυντήριου μοχλού της λογοτεχνίας”. (Μπίλι Κόλινς)

“Πάντα με συνάρπαζαν οι συνεντεύξεις του Paris Review, και παλιά και τώρα. Όλες μαζί συνιστούν την αρτιότερη ίσως διαθέσιμη διερεύνηση στο ‘πώς’ της λογοτεχνίας, το οποίο είναι από πολλές απόψεις πολύ πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση από το ‘γιατί’. (Σάλμαν Ράσντι)

Τι έγραψε ο Τύπος για τις συνεντεύξεις στο Paris Review
“Το χιούμορ και οι έξυπνες ατάκες είναι συνήθεις απολαύσεις στις συνεντεύξεις του Paris Review… Μια συναρπαστική απόπειρα να φτάσουμε στην καρδιά τού πώς δουλεύουν οι συγγραφείς”.
“Εδώ έχουμε έναν κανόνα σπουδαίων μυαλών… Μια συναρπαστική απόπειρα να φτάσουμε στην καρδιά τού πώς δουλεύουν οι συγγραφείς”. (Financial Times)

“Δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από συνταρακτικό το να ζητάς από τους Ολύμπιους θεούς να εξηγηθούν… Μέσα από τη μοναδική ιδιοσυγκρασία τους, τα βέλη της κακεντρέχειας, τις μικρές εμμονές και τα αστεία τους, αυτοί οι συγγραφείς παίρνουν ζωή”. (ndependent)

“Το πιο αξιόλογο και εκτεταμένο πόνημα με περιεχόμενο συνεντεύξεις που διαθέτουμε… Μια σειρά από εξορμήσεις, πότε με κάποιο σκοπό και πότε από καπρίτσιο, με παρακάμψεις, με στάσεις για τσάι και νεφελώδεις διατυπώσεις. (The New York Times)

“Συγκλονιστικό… Αυτό το βιβλίο θα εξάψει την περιέργεια και θα χαροποιήσει κάθε σοβαρό αναγνώστη ή συγγραφέα. Μπορεί και να εμπνεύσει ακόμα”. (The Times Literary Supplement)

“Σε απορροφούν εντελώς… Είναι όλες συναρπαστικές και συχνά πολύ αστείες”. (The Boston Globe)

“Αυτό το μεγαλειώδες λογοτεχνικό περιοδικό κατάφερε να αποκαλύψει αθόρυβα την ατμόσφαιρα μυστηρίου που περιβάλλει μερικούς από τους σπουδαιότερους συγγραφείς των τελευταίων πενήντα χρόνων… Γοητευτικό” (Daily Mail)

“Αυτό το βιβλίο θα εξάψει την περιέργεια και θα χαροποιήσει κάθε σοβαρό αναγνώστη ή συγγραφέα. Μπορεί και να εμπνεύσει ακόμα”. (Times)

“Όταν πέθανε ο Πλίμπτον, ο λογοτεχνικός κόσμος αναρωτιόταν: τι θα απογίνει το Paris Review; Τώρα ξέρουμε την απάντηση. Έγινε ακόμα καλύτερο”. (Washington Post)

“Ένας μικρός θησαυρός. Οι συνεντεύξεις συνιστούν λογοτεχνικά ορόσημα και τα κουτσομπολιά, το χιούμορ, οι ιδέες και οι πρακτικές συμβουλές που δίνονται είναι αναζωογονητικές”. (San Francisco Chronicle)

“Σκέτη απόλαυση” (The Independent)

“Σε εκτοξεύει στην καρδιά της πιο επίλεκτης λογοτεχνικής ομάδας, η οποία είναι αναπόδραστα εγωϊστική και συναισθηματικά εύθραυστη”. (Observer)

“Διαθέτει πληθώρα από απρόσμενα χαρίσματα”. (The Guardian)

“Απαραίτητο ανάγνωσμα για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει πώς δουλεύουν οι συγγραφείς και γιατί τα γραπτά τους εξακολουθούν να μας αφορούν”. (Daily Telegraph)

“Συναρπαστικές συνεντεύξεις… [Οι ερωτώμενοι] αναλύουν τη συγγραφή και τις μεθόδους τους με πρωτόγνωρη λεπτομέρεια και ειλικρίνεια. Οι μεν λάτρεις της λογοτεχνίας αναμφίβολα θα ικανοποιηθούν, οι δε επίδοξοι συγγραφείς θα αποκομίσουν τεράστια εμβριθή γνώση από αυτούς τους μάστορες της γραφής”. (The Plain Dealer (Cleveland)

terrapapers.com_i-texni-tis-grafis-