Ταξίδι Xωρίς Tέλος

Το διαστημόπλοιο «ΙΙΖ 975 Ε» συνέχιζε την πορεία του ανάμεσα σε άλλα ηλιακά συστήματα, που βρίσκονταν χιλιάδες εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από τον πλανήτη Γη. Ο Σαμ, παιδί ενός αστροναύτη, βρισκόταν τώρα μπροστά στον πατέρα...

Ταξίδι Xωρίς Tέλος

Το διαστημόπλοιο «ΙΙΖ 975 Ε» συνέχιζε την πορεία του ανάμεσα σε άλλα ηλιακά συστήματα, που βρίσκονταν χιλιάδες εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από τον πλανήτη Γη. Ο Σαμ, παιδί ενός αστροναύτη, βρισκόταν τώρα μπροστά στον πατέρα του που του έλεγε … «τι άλλο», σκεπτόταν ο μικρός, «τις αλήθειες».

«Παιδί μου, αύριο για σένα είναι η μεγάλη μέρα. Μαζί με όλους τους άλλους που φέτος γίνατε 18 ετών, θα λάβεις το ‘βάπτισμα’ της ενηλικιώσεως. Σε φώναξα να σου το πω πριν το μάθεις από τον Αρχηγό γιατί θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο σχετικά με τη ζωή σου, μ’ αυτά τα 18 χρόνια που πέρασες εδώ, μαζί μας, στο πλοίο. Πες μου Σαμ, νομίζεις ότι απέναντι στους άλλους, στην οικογένεια σου, σε μένα έχεις φερθεί όπως έπρεπε; Σε παρακαλώ να μου απαντήσεις Σαμ … Δεν ξέρω αν θα έχουμε άλλη ευκαιρία να κουβεντιάσουμε έτσι φιλικά, αφού μετά το ‘βάπτισμα’ θα πάψης να ανήκεις στην οικογένεια σου»

«Τι να σου πω πατέρα», είπε συλλογισμένος ο νέος. «Φαίνεται ότι έχεις δίκιο. Αλλά τι μπορούσα … τι μπορώ να κάνω; Πνίγομαι εδώ μέσα. Σκάω, θέλω να κινηθώ και δεν μπορώ, θέλω ελευθερία και δεν μπορώ τίποτα να κάνω, διψάει η ψυχή μου και …»

«Προς Θεού Σαμ, μίλα πιο σιγά γιατί αν μας ακούσουν …»

«Τα βλέπεις, πατέρα! Σκλάβοι είμαστε και ας τρέχει ελεύθερο το πλοίο μας στο απέραντο διάστημα.»

«Μα παιδί μου, αλίμονο αν δεν υπήρχε σιδερένια πειθαρχία. Για σκέψου τι θα γίνονταν τόσοι άνθρωποι, τόσα χρόνια τώρα μέσα στο διαστημόπλοιο, αν ο καθένας …»

Ο Σαμ χαμήλωσε το κεφάλι και με βήματα μικρά, αργά, τράβηξε προς την έξοδο. Εκεί, κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά πίσω του και λυπημένος είπε: «Πες μου. Άλλος κανένας εδώ μέσα … ποτέ του- ποτέ δεν ζήτησε να μάθει το γιατί; Ποτέ;»

«Πολλοί το θέλησαν Σαμ, αλλά όλοι πριν από τα 18 τους χρόνια. Όπως εσύ… Όχι όμως με το δικό σου πείσμα και την επίμονη σκληρότητα σου. Όσο μεγάλωναν καταλάβαιναν ότι δεν έπρεπε ούτε τα αδύνατα να ζητούν, ούτε να έχουν ανησυχίες περιττές, αφού ο Αρχηγός και το επιτελείο του…»

«Μας έδωσαν χαρά;» ξέσπασε ο Σαμ. «Πού είναι ο νέος πλανήτης; Που θα σταματήσουμε; Που θα κατεβούμε; Πότε θα δούμε ένα πράσινο φύλλο; Πότε θα μυρίσουμε ένα λουλούδι; Πότε θα δροσιστούμε στον αφρό τον κάτασπρο της θάλασσας και στο νερό της πηγής; Το χώμα, η γη, πότε ποια θα την πατήσουμε; Να τη χαρούμε, να τη σκάψουμε, να τη φυτέψουμε, να θερίσουμε; Πότε; Πότε;»

«Σαμ, με τρομάζεις. Τόσα πολλά φαίνεται ότι διάβασες, που έχασες τα λογικά σου. Σου έλεγα παιδί μου, ότι αυτά κάνεις μετά τη βάπτιση σου, με ακούς παιδί μου; Κανείς ποτέ δεν τόλμησε όχι να ζητήσει, μα ούτε να σκεφτεί μετά τα 18 του χρόνια. Εσένα όμως σε φοβάμαι. Είσαι επικίνδυνος. Για σένα, για την οικογένεια σου, για όλους μας, εδώ στο πλοίο είσαι επικίνδυνος»

Μόλις κοιμήθηκαν τα αδέρφια του, ο Σαμ, σηκώθηκε από την κουκέτα του, πέρασε αθόρυβα το χώρισμα άνοιξε με προσοχή την πόρτα και βγήκε στο σκοτεινό διάδρομο. Έξι άνθρωποι ζούσαν σε μια μικροσκοπική καμπίνα. Τέσσερις κουκέτες από τη μια πλευρά, η μια πάνω από την άλλη, δυο από την απέναντι πλευρά, στο ύψος του ταβανιού και από κάτω κενό, ο χώρος για τα πράγματα. Αυτό το μέρος χωριζόταν με ένα διάφανες υλικό και ήταν για τους γονείς, δυο κουκέτες. Έτσι ακριβώς ζούσαν όλες οι οικογένειες μέσα στο «ΙΙΖ 975 Ε». Ο Σαμ, στο διάδρομο φόρεσε τη φόρμα του και στο μισοσκόταδο, γιατί τα νυχτερινά φώτα ήταν πάντα πολύ μικρότερα από τις λάμπες ημέρας. Προχώρησε ως την κρυψώνα του. Εκεί πια, μονάχος, ελεύθερος άρχισε πάλι να σκέφτεται όλα όσα, χρόνια τώρα, τον βασάνιζαν.

Την άλλη μέρα, όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του, ο Σαμ φόρεσε τα καλά του ρούχα από συνθετική ύλη και στις 10 το πρωί μπήκε στη μεγάλη αίθουσα των τελετών. Όλοι ήταν εκεί. Οι συνομήλικοι του, οι μεγαλύτεροι, οι γονείς κι όλοι φορούσαν τα ίδια ρούχα, τα καλά. Περίπου εκατό άνθρωποι μαζεύτηκαν. Έλειπαν τα παιδία, οι κάτω των 18 ετών νέοι, οι φύλακες τους κι όσοι είχαν υπηρεσία στην αίθουσα οδηγήσεως του διαστημόπλοιου. Στις 10.30 ο Αρχηγός, το επιτελείο του και ο ιερέας μπήκαν στην αίθουσα. Τα μεγάφωνα μετέδωσαν τον ύμνο κι αμέσως ο παπάς άρχισε τη τελετή με την ευχή «Υπέρ των απολεσθέντων επί της Γης και επί των πλανητών…»

«Πλανήτες, πλανήτες σαν εμάς, πόσοι άραγε άλλοι υπάρχουν;» συλλογιζόταν ο Σαμ.

Μόλις οι ψαλμοί τελείωσαν, όλοι κάθισαν και στη μια πλευρά της αίθουσας ξεδιπλώθηκε ένα λευκό πανί με περίεργο σχήμα. Τα φώτα έσβησαν και ενώ η προσοχή ιδίως των νεοφώτιστων («πως; με τι; πότε;» συλλογιζόταν ο Σαμ) συγκεντρώνονταν προς το πανί, ξαφνικά … Ο Σαμ νόμιζε ότι τρελάθηκε. Με τα δυο του χέρια έφραξε τα αυτιά του, έκλεισε τα μάτια του.

Στην αρχή -μόλις σβήσανε τα φώτα- η αίθουσα γέμισε από ένα περίεργο αέριο που έπνιγε τον άνθρωπο καθώς μόλυνε την ατμόσφαιρα. Απότομα η αναπνοή δυσκολεύτηκε και σχεδόν αμέσως ένα απερίγραπτα πάλι λευκό φως, λάμψη του ήλιου, μια φοβερή, ζεστή πνοή, σαν πύρα φούρνου τους τύλιξε όλους. Τότε ακούστηκε ο κρότος. Σαν να έσκαγε μπόμπα μέσα στο αυτί, σαν να τρυπούσε τα τύμπανα και να τριβέλιζε το κρανίο. Σε ένα λεπτό η μυρωδιά, το φως, η ζέστη, ο κρότος έφεραν τον καθένα από την αίθουσα που βρισκόταν στα έγκατα ενός ηφαιστείου. Κι αυτό δεν έλεγε να σταματήσει… κι ο Σαμ κουβαριασμένος κατάχαμα, πεσμένος στο σιδερένιο πάτωμα του διαστημοπλοίου, χτυπιόταν πότε εδώ, πότε εκεί, βροντούσε στα μέταλλα που τον  τριγύριζαν, έπεφτε πάνω στους άλλους, γιατί και εκείνοι, όπως αυτός, κείτονταν κατάχαμα έρμαια μιας κολάσεως που τους τύλιγε.

Λεπτά; Ώρες; Χρόνια;  Πόσο κρατούσε το κακό; Μόλις η τραγωδία έμοιαζε να τελειώνει, η ερημία του έδινε πάλι την ελπίδα. Μα σε λίγο ξανά το ηφαίστειο τον κουρέλιαζε. Αίματα τρέχανε από τη μύτη του, από τα χτυπημένα πόδια του. Τα πλευρά του πονούσαν. Τα μάτια του κοίταζαν με φρίκη, η γλώσσα του πρησμένη και τα αυτιά του… τα αυτιά του… οι χτύποι τον τρέλαιναν.

«Κι όμως, τι να είναι αυτό το βάλσαμο;» σκέφτηκε ο Σαμ. Σιγά σιγά η ατμόσφαιρα καθάρισε, η ζέστη έπεσε, ο θόρυβος έσβησε, το φως χαμήλωσε και μια γλυκεία μουσική, ένας ήχος υπερκόσμιος πλημμύρισε την ψυχή του. «Πέθανα» ψιθύρισε ο Σαμ. «Βρίσκομαι στον Παράδεισό; Τι όμορφα που είναι»

«Παιδιά» ακούστηκε μια ήρεμη φωνή «ανοίξτε τα μάτια σας, τακτοποιήστε τα ρούχα σας, καθίστε και πάλι. Το βάπτισμα τελείωσε. Από παιδία γίνατε άνδρες»

Ολόγυρα ο Σαμ έβλεπε όλους τους συνομήλικους του στα ίδια τα δικά του χάλια. Ένας ένας, αργά αργά, άνοιγε τα μάτια του, κοίταζε ολόγυρα κι έβλεπε ότι κανείς δεν είχε κουνήσει από την αίθουσα του «ΙΙΖ 975 Ε». Οι γονείς δεν είχαν κουνηθεί από τις καρέκλες τους παρόλη τη φρίκη που έδειχναν τα πρόσωπα τους, όπως και εκείνοι που είχαν λίγο καιρό πριν βάπτιση.

«Παιδιά», είπε η φωνή, «αυτό που λέμε βάπτισμα είναι η πρώτη σας γνωριμία -η μόνη- με τον πυρηνικό πόλεμο που κατέστρεψε τη Γη, τον πλανήτη μας. Έτσι ακριβώς άρχισε κι όπως εσείς εδώ νοιώσατε πριν από λίγο την κόλαση, τεχνητά όμως, από ταινία κινηματογραφική «στερεό-αναβιωτική». Έτσι και οι άνθρωποι γνώρισαν τον πόλεμο, αλλά πραγματικά, αληθινά.

«Έσπερναν τη γη, ψάρευαν, βρίσκονταν στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα γραφεία, δούλευαν στα εργοστάσια, άλλοι γύριζαν στα πάρκα, τα παιδία έπαιζαν. Αυτό το φοβερό ηφαίστειο που σας συγκλόνισε πριν για λίγη ώρα στα ψέματα, αυτοί το έζησαν στα αλήθεια, απότομα, χωρίς να το περιμένουν, να το θέλουν. Ο πυρηνικός πόλεμος άρχισε ξαφνικά. Κι από τις δυο πλευρές του κόσμου ρίχτηκαν τα φοβερότερα βλήματα. Υδρογόνο, άζωτο, κοβάλτιο, ήλιο και ιδίως πατούνιο, όμπουρν, τοξοδέρμ, σπλαχνόλ…»

Κι ενώ η φωνή συνέχιζε να διηγείται, με το πανί του κινηματογράφου, με τα μεγάφωνα, τους εκτοξευτήρες αερίων, παρουσιάστηκε όλη η φρίκη του πολέμου που κατέστρεψε ανθρώπους, ζώα, φυτά, τη Γη ολόκληρη. Ερείπια, πόλεις καμένες, εξαφανισμένες, δέντρα μοναχικά, καρβουνιασμένα, ποτάμια στεγνά, λίμνες ξερές και θάλασσες που κόχλαζαν, καπνοί κίτρινοι, κόκκινοι και μαύροι ολόγυρα, και οι άνθρωποι;

Η ταινία προχωρούσε. Άνθρωποι ήταν άραγε τα τέρατα της αποκαλύψεως που έβλεπε πάνω στην αποτρόπαια Γη; Ζωντανοί ήταν αυτοί οι πληγωμένοι που εδώ σέρνονταν κι εκεί πηδούσαν; Τουμπανιασμένοι, φαλακροί, καταραμένα υπόλοιπα μιας φυλής άγνωστης, πρωτογνώριστης, φρικιαστικής.

Και η φωνή συνέχιζε «Αυτά τα όντα απέμειναν από κείνο που πριν από το πόλεμο λέγονταν άνθρωποι. Ήταν οι πρόγονοι μας και η Γη που δεν είχε σιγά- σιγά τίποτα ζωντανό, έπαψε να υπάρχει». Μόλις άναψαν τα φώτα, προτού ο Σαμ και οι άλλοι συνέλθουν, ο Αρχηγός ανέβηκε στο βήμα. Τους κοίταξε με το έντονο βλέμμα του και τους είπε: «Μέσα σε αυτή τη καταστροφή οι άνθρωποι του δικού μας κόσμου ζητήσανε να σωθούν με τη φυγή. Εκατοντάδες τεράστια διαστημόπλοια περίμεναν να δεχτούν εκείνους που θα προλάβαιναν να μπουν μέσα. Χρόνια πολλά οι σοφοί ετοίμαζαν τη φυγή, το πλοίο. Έπρεπε να τα έχει όλα … και τα έχει. Τίποτα δεν μας έλειψε. Ούτε η κινητήρια δύναμη, ούτε η τροφή, ούτε το νερό, ούτε ο αέρας. Τα διαστημόπλοια αυτά ήταν τέλεια εφοδιασμένα για να αντιμετωπίσουν το πιο μεγάλο και μακρινό ταξίδι.»

«Παιδία μου» και η φωνή του Αρχηγού μαλάκωσε, «ψάχνουμε χρόνια τώρα μέσα στο απέραντο διάστημα να βρούμε ένα ηλιακό σύστημα που κάποιος πλανήτης του να έχει τα συστατικά της Γης για να μπορεί να κατοικηθεί. Το ίδιο ασφαλώς κάνουν και όσα άλλα διαστημόπλοια πρόλαβαν να ξεκινήσουν την ώρα της καταστροφής. Περάσαμε πρώτα από το δικό μας ηλιακό σύστημα, μετά από τα άλλα… μα δεν μπορέσαμε να βρούμε ακόμη αυτό που ζητάμε. Είδατε την εικόνα του πολέμου. Δεν θα σας αφήσουμε να την ξεχάσετε. Κάθε χρόνο, εδώ σε αυτή την αίθουσα θα ξαναζείτε, μαζί με όλους τη φρίκη του. Για μας, για την οικογένεια που αποτελούμε μέσα σε αυτό το πλοίο, ο πόλεμος είναι το χειρότερο κακό. Θα σταματήσουμε το ταξίδια μας όταν βρούμε έναν πλανήτη που να μπορεί να μας εξασφαλίσει μια ζωή πέρα από πάθη, μίση, φόβους… Ελπίζω και εύχομαι κι εσείς οι νέοι τώρα που μάθατε, να συμφωνήσετε μαζί μας. Αλλιώς…»

«Κύριε» ρώτησε δειλά ο Σαμ «πόσα χρόνια ταξιδεύουμε για να βρούμε αυτόν τον πλανήτη που λέτε;»

«Τριακόσια είκοσι δυο»

«Δηλαδή ούτε εγώ, ούτε εσείς ούτε ο πατέρα σας…»

«Ναι Σαμ, όλοι μας εδώ στο πλοίο γεννηθήκαμε, όπως κι όλοι οι πριν από μας, επί τρεις αιώνες.»

«Δηλαδή, Αρχηγέ…»

«Δεν έχει παιδί μου δηλαδή. Από πατέρα σε παιδί, στην κάθε νέα γενεά, που εδώ στο πλοίο μας βλέπει το φως, σαν σύνθημα και σαν επιταγή όλοι πιστεύουμε πως το ταξίδι θα συνεχιστεί ώσπου να βρούμε αυτό που ποθούμε. Ούτε έννοιες, ούτε φόβοι, ούτε διαφορές μας χωρίζουν.»

Καθώς τα συλλογιζόταν όλα αυτά εκείνο το βράδυ της γιορτής, ο Σαμ ένοιωθε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Τρεις αιώνες η ζωή κυλούσε χωρίς έννοιες, χωρίς φόβους και διαφορές. Κανείς από τους προηγούμενους δεν ήξερε τη ζωή -την πραγματική ζωή της Γης- παρά μόνο από τα βιβλία, τις ταινίες- κανείς δεν είχε κολυμπήσει  στη θάλασσα, δεν είχε δροσίσει το πρόσωπο του σε πηγή, δεν είχε μυρίσει λουλούδι. Τρεις ολόκληρους αιώνες -μια ζωή.

Σαν τρελός πήδησε από το κρεβάτι του και βγήκε στους σκοτεινούς διαδρόμους του πλοίου. Σε λίγο έφτασε στην πόρτα που έγραφε: Απαγορεύεται η είσοδος- Αίθουσα Διοικήσεως Πλοηγός. Την άνοιξε και προχώρησε. Σε μια στροφή του διαδρόμου σταμάτησε. Κανείς θόρυβος δεν ακουγόταν, μόνο κάτι κουβέντες. Γνώρισε τη φωνή του πατέρα του και μερικές άλλες του επιτελείου.

«Παραδέχομαι» έλεγε ο πατέρας του «ότι έχετε δίκιο, αλλά είναι σκληρό, πάρα πολύ σκληρό αυτό»

«Τι άλλο μπορεί να γίνει;» είπε ο Αρχηγός «Με τις ανησυχίες που έχει όλοι μας κινδυνεύουμε. Λοιπόν;»

«Ίσως, αν τον φυλακίζαμε;» είπε παρακλητικά ο πατέρας του.

«Η εξαφάνιση του θα προκαλούσε απορίες. Ενώ τώρα, ο θάνατος του θα φανεί φυσικός, σαν από αρρώστια.»

«Για σκέψου» είπε ένας επιτελικός «τι θα συμβεί αν, όταν μάθει, δεν δεχτεί την κατάσταση. Επί τριακόσια χρόνια οι πριν από μας πέτυχαν να δώσουν στο πλοίο την απόλυτη ευτυχία της γαλήνης. Έχουμε καθήκον να συνεχίσουμε το έργο τους.»

«Αν ο Σαμ είναι τρελός» είπε ένας άλλος «εμείς πρέπει οπωσδήποτε να τον εμποδίσουμε».

Τρέχοντας, χωρίς καμία προφύλαξη πια, πήγε ο μικρός να φύγει. Με το θόρυβο που έκανε, οι άλλοι σηκώθηκαν να τον κυνηγήσουν, μα ο Σαμ πρόλαβε να κλείσει και να μανταλώσει την πόρτα της καμπίνας τους. Και το τρεχαλητό άρχισε. Από πόρτα σε διάδρομο, από σκάλα σε καταπακτή, ο Σαμ όλο και πιο γρήγορα προχωρούσε προς τα πιο απαγορευμένα μέρη του πλοίου. Παντού άκουγε τα ουρλιαχτά της σειρήνας συναγερμού να του τρυπάνε το μυαλό, ενώ κάθε τόσο τα μεγάφωνα- ως τα βάθη του διαστημοπλοίου- βροντοφωνούσαν παρακλήσεις και διαταγές, ικεσίες και εντολές να γυρίσει πίσω αν ήθελε τη ζωή του.

«Μα για τη ζωή μου τρέχω» σκεπτόταν, «για να φύγω, να βγω από δω, να πέσω στο κενό, στο άπειρο, να ακούσω επιτέλους τον άνεμο να σφυρίζει.» ήξερε ότι θα πέθαινε χωρίς να δει τη Γη όπως τη γνώρισε από φωτογραφίες. Μα πριν χαθεί από την ψεύτικη ζωή του πλοίου, θα προλάβαινε να ακούσει τουλάχιστον τον αέρα να σφυρίζει. Τι περισσότερο ήθελε! Λαχανιασμένος, ιδρωμένος, καταχτυπημένος από το τρέξιμο στους σκοτεινούς διαδρόμους στα τούνελ και στις σκάλες του πλοίου, ο Σαμ έφτασε στην μεγάλη πόρτα ΚΙΝΔΥΝΟΣ- ΣΤΟΠ έγραφε από πάνω. Α ΈΞΟΔΟΣ- ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΩΣ Η ΔΙΟΔΟΣ και πιο κάτω εξηγούσε ότι το πλοίο θα κινδύνευε αν κάποιος άνοιγε την πόρτα χωρίς να λάβει διάφορα μέτρα.

Γύρισε και κοίταξε γύρω του, άκουσε τις σειρήνες, άκουσε τα μεγάφωνα που τον καλούσαν και διστακτικός σταμάτησε. Μα μόλις άκουσε να πλησιάζουν τα βήματα αυτών που τον κυνηγούσαν με μιας, άνοιξε την πόρτα, την πέρασε, την αμπάρωσε πίσω του. Μπρός του, γύρω του, παντού ένα σκοτεινό μυστήριο τον αγκάλιαζε. Η ζέστη ήταν φοβερή. Μα αφού έφτασα, σκέφτηκε, στο εξωτερικό, το τελευταίο περίβλημα του πλοίου, πώς να μην είναι υπερθερμασμένα τα μέταλλα από την τριβή; Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Η γλώσσα του είχε πρηστεί από την δίψα. Τα μάτια του τον πονούσαν, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν και η μέση του πονούσε από το σκύψιμο, τόση ώρα τώρα, στους χαμηλούς διαδρόμους.

Να και η τελευταία πόρτα. Γράφει «προς θαλαμίσκο Νο7. STOP». Εκεί δεν συλλογίστηκε. Με μιας πέρασε το εμπόδιο και βρέθηκε σε ένα μικρό σφαιρικό χώρο. Έκλεισε καλά τη πόρτα πίσω του και τότε πήρε μια βαθειά αναπνοή. Εδώ δεν ακούγονταν οι σειρήνες του συναγερμού ούτε μεγάφωνα  υπήρχαν.

«Πίσω μου» είπε μονολογώντας «είναι το γνωστό, το στατικό, το επαναλαμβανόμενο, το μονότονο, το ίδιο. Μπρος μου βρίσκεται το άγνωστο-γνωστό. Γνωστό μου ότι θα πεθάνω μόλις βγω. Άγνωστο μου, έστω το πώς σφυρίζει ο άνεμος. Λένε ότι στο άπειρο διάστημα ο άνεμος σαν αυτός της Γης, δεν υπάρχει. Αξίζει λοιπόν ο θάνατος -και το πράσινο; Το γαλάζιο; Η δροσιά; -Τριακόσια χρόνια!»

Έκλεισε τα μάτια του ο Σαμ και την ώρα που περνούσε την τελευταία έξοδο προς το άπειρο φώναξε «Πεθαίνω γιατί θέλω να ζήσω»

Φοβερό το πήδημα στο κενό. Σχεδόν αμέσως ένοιωσε ένα τρομερό χτύπημα σαν να χτυπούσαν το κορμί του με τη βαριά πάνω σε αμόνι. Και μετά τίποτα.

Λένε πως οι πεθαμένοι γίνονται ψυχές κι αυτές πηγαίνουν στον Παράδεισο αν οι άνθρωποι ήταν καλοί στη ζωή τους. Ο Σαμ ήταν καλός. «Είμαι λοιπόν στον Παράδεισο τώρα» συλλογίστηκε μόλις άνοιξε τα μάτια του. Έτσι όπως ήταν μπρούμυτα, μύριζε κάτι παράξενο κι όμορφο μαζί. Στο μέτωπο του ένοιωθε μια δροσιά και με την άκρη του ματιού του έβλεπε πράσινο γρασίδι. Στα αυτιά του έφτανε ο ήχος από το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα δέντρα.

«Εγώ ο Σαμ ή η ψυχή μου;» είπε μονάχος του. Είδε ένα ποτάμι εκεί δίπλα και ένα πρόβατο να πίνει νερό. «Κι αυτό το άλλο δεν είναι άραγε κελάηδημα πουλιού;» σκέφτηκε και ανακάθισε έκπληκτος κοιτάζοντας τον Παράδεισο ολόγυρα του. Τότε είδε απέναντι του, φοβερό, τεράστιο, βουνό ολόκληρο ένα περίεργο χοντρό, μυτερό αντικείμενο. Στημένο σε τέσσερα πόδια, μια πάρα πολύ μεγάλη ρουκέτα, ένα διαστημόπλοιο ακίνητο, να ορθώνει τον όγκο του προς τον ουρανό. Σκουριασμένο, ξεβαμμένο, βρώμικο, χορτιασμένο, το πλοίο στεκόταν ακίνητο έχοντας στα σπλάχνα του τριακόσια χρόνια τώρα, τους απογόνους εκείνων των πρώτων ανθρώπων που, επειδή δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν, όταν είδαν πως σώθηκαν, δεν θέλησαν να βγουν και να ζήσουν. Ο Σαμ έκανε να τρέξει προς το πλοίο του, να τους πει, να τους πάρει, να… Μα γύρισε το κεφάλι του από την άλλη πλευρά.

Απέναντι του, λίγο πιο μακριά, στην ήρεμη πλαγία ενός λόφου είδε, δεν τον γελούσαν τα μάτια του… άνδρες, γυναίκες, παιδιά να θερίζουν χρυσοκίτρινα στάχυα τραγουδώντας στον ήλιο που ζεστός φώτιζε τη ζωή.

@Όλιβερ Σαντ, «Ταξίδι χωρίς τέλος». Πρόκειται για το «The wind blows free» που πρωτοδημοσιεύθηκε στο Magazine of Fantasy and Science Fiction (Ιούλιος 1957). Ο συγγραφέας δεν είναι άλλος από τον αμερικανό Τσαντ Όλιβερ (Symmes Chadwick Oliver, 1928 – 1993). Το διήγημα έχει υποστεί περικοπή κατά τα 2/3 του, αφού στην αρχική έκδοση καταλάμβανε 23 σελίδες και χαρακτηριζόταν «μικρή νουβέλα» ενώ εδώ πιάνει 9 μόλις σελίδες.