Topics:

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της. Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν με την τέχνη τους αισθητικές αρχές και πρότυπα που κέρδισαν ευρεία αποδοχή και απέκτησαν παγκόσμια ακτινοβολία. Είναι επίσης γεγονός...

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν με την τέχνη τους αισθητικές αρχές και πρότυπα που κέρδισαν ευρεία αποδοχή και απέκτησαν παγκόσμια ακτινοβολία. Είναι επίσης γεγονός ότι η αρχαία ελληνική τέχνη λειτούργησε διαχρονικά ως πρότυπο και καθορίζει ως σήμερα, άμεσα ή έμμεσα, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αποτιμούμε την καλλιτεχνική δημιουργία. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι, όσο οικεία και αν μας φαίνεται σήμερα η τέχνη αυτή, η κατανόησή της δεν είναι εύκολη, επειδή προϋποθέτει μια συνολική αντίληψη του πολιτισμού που τη δημιούργησε και επίσης τη γνώση της μακρόχρονης ιστορικής του εξέλιξης.

Εξίσου χρήσιμη και αναγκαία με την συστηματική μελέτη της τέχνης των αρχαίων Ελλήνων είναι η διερεύνηση της επίδρασης που άσκησε στους καλλιτέχνες και τους πνευματικούς ανθρώπους της νεότερης Ευρώπης, ιδιαίτερα από την Αναγέννηση και έπειτα, η γνωριμία με τα ίδια τα έργα, που για αιώνες θεωρήθηκαν αξεπέραστα πρότυπα και παραμένουν σταθερές αξίες στον σημερινό, παγκόσμιο πλέον, πολιτισμό, του οποίου η αισθητική είναι ανοιχτή σε πολλές και διαφορετικές τάσεις και επιδράσεις.

Ειδικά οι δημιουργίες της λεγόμενης κλασικής περιόδου (από τους Περσικούς Πολέμους ως τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου: 480-323 π.κ.ε.) θεωρήθηκαν ήδη στην Αρχαιότητα υποδείγματα αισθητικής τελειότητας και έγιναν αντικείμενο θαυμασμού και μίμησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι την επίδραση της Ελληνικής τέχνης την ανιχνεύουμε όχι μόνο στον άμεσο γεωγραφικό περίγυρο της Ελλάδας και στην περιοχή της Μεσογείου, όπου οι Έλληνες είχαν από νωρίς ιδρύσει αποικίες, αλλά σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται από την κεντρική Ασία ως την Βόρεια Ευρώπη και την Αφρική.

Το αυξημένο ενδιαφέρον για την τέχνη της Αρχαιότητας και η έναρξη των πρώτων ανασκαφών στην Ιταλία, στις πόλεις που κατέστρεψε η έκρηξη του Βεζουβίου το 79 μ.κ.ε. οδήγησαν πριν από δυόμισι περίπου αιώνες στην δημιουργία της αρχαιολογίας ως ξεχωριστού κλάδου της αρχαιογνωστικής έρευνας, με σκοπό την συστηματική μελέτη της τέχνης της λεγόμενης κλασικής Αρχαιότητας (της εποχής από τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.κ.ε. ως την επικράτηση του χριστιανισμού στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 4ο και τον 5ο αιώνα μ.κ.ε.).

Από το τέλος του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα όμως στα πρόσφατα χρόνια, το γνωστικό αντικείμενο της αρχαιολογίας διευρύνθηκε πολύ και περιλαμβάνει πλέον το σύνολο των καταλοίπων όλων των αρχαίων πολιτισμών. Τα μνημεία και τα άλλα υλικά λείψανα του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού αποτελούν το ερευνητικό πεδίο της κλασικής αρχαιολογίας. Η έρευνα της κλασικής αρχαιολογίας ενσωματώνει και αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τα πορίσματα της κλασικής φιλολογίας και της αρχαίας ιστορίας.

Χάλκινο τύμπανο από το Ιδαίον Άντρον, μέσα του 8ου αι. π.κ.ε
Ηράκλειο, Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η τέχνη στην Ελλάδα κατά τους «Σκοτεινούς Αιώνες» και την Γεωμετρική περίοδο.

Το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και οι «Σκοτεινοί Αιώνες».

Η σταδιακή κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού, που την τοποθετούμε με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ανάμεσα στο τέλος του 13ου και το τέλος του 12ου αιώνα π.κ.ε. είναι σημαντικό ιστορικό ορόσημο για την Ελλάδα. Σημασία έχει ακόμη η διαπίστωση ότι στους επόμενους αιώνες, τον 11ο και τον 10ο, σημειώνεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή: εξαπλώνεται η τεχνική κατεργασίας του σιδήρου και το νέο αυτό μέταλλο υποκαθιστά τον χαλκό σε διάφορες χρήσεις, όπως η κατασκευή όπλων και εργαλείων. Με αυτή την εξέλιξη η ανθρώπινη ιστορία περνάει από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. Παράλληλα, στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου σημειώνονται πολεμικές επιδρομές και μετακινήσεις πληθυσμών και συντελούνται κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.

Στην Ελλάδα η αρχή του τέλους της Μυκηναϊκής εποχής σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη των κτιριακών συγκροτημάτων που ονομάζουμε ανάκτορα, που ήταν χτισμένα σε οχυρωμένες ακροπόλεις με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη· από εκεί ένας ηγεμόνας που λεγόταν ἄναξ, πλαισιωμένος από αξιωματούχους, ήλεγχε οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μια ευρύτερη περιοχή (όπως είναι οι κάμποι της Αργολίδας και της Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο, της Κωπαΐδας στην Βοιωτία ή η κοιλάδα του Ευρώτα στη Λακωνία). Η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, όποια και αν ήταν η αιτία που την προκάλεσε, δημιούργησε χωρίς αμφιβολία νέα πολιτικά δεδομένα και οδήγησε σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, η οποία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που δεν μας είναι επαρκώς γνωστοί, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός νέου πολιτισμού.

Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν πράγματι ότι, με την πάροδο του χρόνου, στην θέση του Μυκηναϊκού πολιτισμού διαμορφώνεται ένας νέος, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα στην τέχνη οι αλλαγές είναι, σημαντικές. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, από τα πιο απλά ως τα πιο πολυτελή, τα σπίτια όπου κατοικούσαν, οι χώροι λατρείας έχουν ελάχιστες ομοιότητες με εκείνα της προηγούμενης περιόδου. Η εξήγηση δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αλλαγή. Αλλά η αιτία που προκάλεσε την ανατροπή του συγκεντρωτικού διοικητικού συστήματος το οποίο είχε αναπτυχθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα παραμένει ουσιαστικά άγνωστη.

Η απουσία αξιόπιστων ιστορικών μαρτυριών οδήγησε στην διατύπωση υποθέσεων που, παρά το ενδιαφέρον τους, δεν προσφέρουν ικανοποιητική εξήγηση. Ανεξάρτητα πάντως από τις αβεβαιότητες που παραμένουν οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το τέλος του Μυκηναϊκού κόσμου συμπίπτει χρονικά (και ενδεχομένως συνδέεται) με σημαντικές εξελίξεις και ανακατατάξεις που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Γνωρίζουμε πράγματι ότι την ίδια περίπου εποχή η Αίγυπτος συνταράσσεται από τις επιδρομές των «λαών της θάλασσας», ενώ διαλύεται το ισχυρό κράτος των Χετταίων στην κεντρική Μικρά Ασία.

Το ερώτημα «τι ήταν αυτό που προκάλεσε μια τόσο σημαντική πολιτική και πολιτιστική αλλαγή» έκανε αρχικά τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους να σκεφτούν ότι η απάντηση βρίσκεται στην αρχαία παράδοση σχετικά με την Κάθοδο των Δωριέων, ενός νέου Ελληνικού φύλου, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εμφανίστηκε πράγματι στην Ελλάδα στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.κ.ε. Η σκέψη αυτή φαίνεται καταρχήν απόλυτα δικαιολογημένη. Οι ίδιοι οι αρχαίοι ήταν πεπεισμένοι ότι η Κάθοδος των Δωριέων ήταν ιστορικό γεγονός και την συνέδεαν με ένα κύμα ταραχών και μεταναστεύσεων που το τοποθετούσαν στα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει συνολικά την περίοδο που μας απασχολεί ο Θουκυδίδης (1.12) στην «Αρχαιολογία», στην αρχή της ιστορικής του συγγραφής:

«Και μετά τα Τρωικά εξακολούθησαν στην Ελλάδα οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές και η έλλειψη ησυχίας την εμπόδισε να αναπτυχθεί. Η μακρόχρονη απουσία των Ελλήνων στην Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές και σε πολλές πολιτείες έγιναν επαναστάσεις που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν και να πάνε να ιδρύσουν άλλες πολιτείες. Εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την Άρνη τους σημερινούς Βοιωτούς, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που λέγεται σήμερα Βοιωτία και άλλοτε ονομαζόταν Γη του Κάδμου.

Μερικοί Βοιωτοί ήσαν κιόλας εγκατεστημένοι εκεί και μερικοί από αυτούς πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ογδόντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, οι Δωριείς με τους Ηρακλείδες κατέκτησαν την Πελοπόννησο. Μόνο μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα ησύχασε οριστικά, σταμάτησαν οι μετοικεσίες και έτσι μπόρεσε να ιδρύσει αποικίες. Οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν στις Ιωνικές πολιτείες και στα περισσότερα νησιά. Οι Πελοποννήσιοι εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και στην Σικελία και σε μερικά μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Όλες αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν μετά τα Τρωικά.»

Είναι δύσκολο να πούμε πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί αυτή η ιστορική αναδρομή του Θουκυδίδη, γιατί μας είναι άγνωστο από πού αντλεί τις πληροφορίες του· υποθέτουμε ότι η κυριότερη πηγή του ήταν η επική ποίηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εμφάνιση στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων (που μπορούμε να τις ταυτίσουμε με τους Δωριείς) ανάμεσα στον 11ο και τον 8ο αιώνα π.κ.ε. είναι αναμφισβήτητη. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι αν αυτή η μετακίνηση πληθυσμών ήταν μια από τις αιτίες που προκάλεσαν το τέλος του Μυκηναϊκού πολιτισμού ή συνέπεια της αποσύνθεσής του.

Βέβαιο είναι ότι οι Δωριείς απουσιάζουν από τις παλαιότερες μυθολογικές παραδόσεις καθώς και από τα Ομηρικά Έπη, ενώ η μόνη αναντίρρητη μαρτυρία για την παρουσία τους, η Δωρική διάλεκτος, εμφανίζεται στα ιστορικά χρόνια, μετά τον 8ο αιώνα π.κ.ε. Αναπάντητο παραμένει επίσης το ερώτημα κατά πόσο η εγκατάσταση των πληθυσμών αυτών είχε την μορφή βίαιης εισβολής ή βαθμιαίας και ουσιαστικά ειρηνικής διείσδυσης.

Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι δίνουν συχνά στην εποχή ανάμεσα στο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον 8ο αιώνα π.κ.ε. την ονομασία «Σκοτεινοί Αιώνες» εξαιτίας των λίγων σχετικά αρχαιολογικών ευρημάτων και της έλλειψης ιστορικών μαρτυριών. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως στοιχεία που φωτίζουν αρκετά ορισμένες πλευρές της σκοτεινής αυτής περιόδου. Τα αρχαιολογικά λείψανα μαρτυρούν ότι στο τέλος της 2ης και στην αρχή της 1ης χιλιετίας π.κ.ε. ο πληθυσμός στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο μικρότερος από ό,τι στα χρόνια της ακμής του Μυκηναϊκού πολιτισμού αλλά, το κυριότερο, κατοικούσε διάσπαρτος σε μικρούς οικισμούς, σε σπίτια κατασκευασμένα από φθαρτά υλικά που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν.

Οι εμπορικές ανταλλαγές ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, περιορισμένες, όπως δείχνει ανάμεσα στα άλλα και το γεγονός ότι τα πολύτιμα μέταλλα απουσιάζουν σχεδόν εντελώς. Από πολιτική άποψη οι οικισμοί της εποχής αυτής φαίνεται ότι αποτελούσαν, μόνοι τους ή μαζί με άλλους γειτονικούς, ανεξάρτητες και αυτοδιοίκητες κοινότητες. Επικεφαλής της κάθε κοινότητας πρέπει να ήταν ισχυρές οικογένειες που εξουσίαζαν μικρές σχετικά περιοχές, περίπου σαν τα μεσαιωνικά τιμάρια. Φαίνεται ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχηγοί των οικογενειών αυτών (που μπορούμε να τις ονομάσουμε αριστοκρατικές) συμμαχούσαν μεταξύ τους και επέλεγαν έναν κοινό ανώτερο άρχοντα, που ονομαζόταν βασιλεύς και είχε ταυτόχρονα πολιτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες. Αργότερα το σύστημα αυτό έδωσε την θέση του σε μια συλλογικότερη μορφή διακυβέρνησης, καθώς διευρύνθηκε ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετείχαν στα κοινά.

Γυναικείος τάφος της Γεωμετρικής εποχής στην Αθήνα,
στους πρόποδες του Αρείου Πάγου, μέσα του 9ου αι. π.κ.ε.

Η ανατολίζουσα περίοδος και η αρχή της μνημειακής τέχνης στην Ελλάδα
Οι επαφές των Ελλήνων με την Εγγύς Ανατολή: Εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές.

Ήδη από τον 9ο αιώνα οι Έλληνες είχαν αναπτύξει στενές εμπορικές σχέσεις με την ακτή της Συρίας και της Παλαιστίνης. Μέσα από αυτό τον εμπορικό δρόμο σημαντικές και συχνά πολύτιμες πρώτες ύλες, αλλά και αξιόλογα έργα τέχνης από την Ανατολή, ιδιαίτερα από την Συρία και τη Μεσοποταμία, άρχισαν να φθάνουν σε ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες στην Ελλάδα. Από το τέλος του 8ου αιώνα και έπειτα οι μαρτυρίες για εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ανατολή πυκνώνουν και γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένες.

Τα ποιήματα του Ησιόδου και ιδιαίτερα η Θεογονία είναι γεμάτα από στοιχεία που προέρχονται από τους μύθους και την λογοτεχνία της Μεσοποταμίας και της Συρίας. Ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμπορίου και γενικότερα των επαφών με την Ανατολή έπαιξαν επίσης οι Φοίνικες έμποροι, που ήδη από το τέλος της 2ης χιλιετίας π.κ.ε. είχαν φτάσει με τα πλοία τους ως την δυτική άκρη της Μεσογείου· οι δραστηριότητές τους στην περιοχή του Αιγαίου και πέρα από αυτή περιγράφονται στην Οδύσσεια. Επιπλέον, η εγκατάσταση των Φοινίκων στην Κύπρο, στο Κίτιο και στην Σαλαμίνα τους έφερε σε ακόμη στενότερη επαφή με τους Έλληνες.

Ακόμη σαφέστερη είναι η εικόνα που μας προσφέρουν τα αρχαιολογικά ευρήματα. Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σύνολο χάλκινων έργων που φανερώνει την άμεση επίδραση της τέχνης της Ανατολής στην Ελλάδα την εποχή αυτή προέρχεται από το Ιδαίον Άντρον της Κρήτης, δηλαδή την Ιερή σπηλιά του βουνού Ίδα. Εκεί, σύμφωνα με τον μύθο, είχε κρύψει τον νεογέννητο Δία η μητέρα του για να τον σώσει από τον αδηφάγο πατέρα του, τον Κρόνο. Την προστασία του νεαρού Θεού την είχαν αναλάβει οι Κορύβαντες, πολεμιστές που χτυπούσαν τις ασπίδες τους για να καλύψουν το κλάμα του βρέφους. Δεν πρέπει, επομένως, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι τα περισσότερα χάλκινα από το Ιδαίον Άντρον είναι ασπίδες.

Χαρακτηριστικό για τον μύθο και τη λατρεία είναι το παλαιότερο από τα ευρήματα: ένας χάλκινος δίσκος που χρησίμευε πιθανόν ως τύμπανο σε λατρευτικές τελετές (εικ. 31). Τα έργα αυτά πρέπει να κατασκευάστηκαν στην Κρήτη ειδικά για το ιερό. Ωστόσο, το θεματολόγιο και η τεχνοτροπία των ανάγλυφων παραστάσεών τους έρχονται κατευθείαν από την Ανατολή. Οι φτερωτοί δαίμονες, τα άγρια ζώα, οι σκηνές κυνηγιού και μάχης έχουν τα πρότυπά τους στην τέχνη της Μεσοποταμίας και της Συρίας.

Αυτό σημαίνει ότι οι τεχνίτες που τα κατασκεύασαν είτε κατάγονταν από τις περιοχές αυτές είτε είχαν μάθει εκεί την τέχνη τους. Ειδικά για τον δημιουργό του χάλκινου τυμπάνου, που χρονολογείται μάλλον στα μέσα του 8ου αιώνα π.κ,ε, (η ακριβής χρονολόγησή του είναι προβληματική), μπορούμε να πούμε ότι καταγόταν πιθανότατα από την Συρία. Ταφικά ευρήματα των χρόνων αυτών πιστοποιούν πράγματι την παρουσία στην Κρήτη μεταναστών από τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Συρίας.

Στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.κ.ε. τα δάνεια από τον πολιτισμό και ειδικότερα από την τέχνη της Συρίας και της Μεσοποταμίας πολλαπλασιάζονται, ταυτόχρονα όμως αφομοιώνονται, καθώς οι Έλληνες τεχνίτες τα προσαρμόζουν στις δικές τους αντιλήψεις και αισθητικές αρχές. Δημιουργείται έτσι και εξαπλώνεται γρήγορα σε όλη την Ελλάδα (με αρκετές τοπικές παραλλαγές) μια τεχνοτροπία που την ονομάζουμε ανατολίζουσα. Μετά τα μέσα του αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες σαφείς επιδράσεις από την αιγυπτιακή τέχνη.

Ανάλογες εξελίξεις παρατηρούμε και σε άλλες περιοχές, ιδιαίτερα στην κεντρική Ιταλία, όπου κατοικούσαν οι Ετρούσκοι, λαός που είχε αναπτύξει στενές εμπορικές σχέσεις με την Ελλάδα και την ανατολική Μεσόγειο. Είναι φανερό ότι το εμπόριο και ο αποικισμός συνέτειναν στην ευρεία και γρήγορη διάδοση νέων καλλιτεχνικών τάσεων και ιδεών. Αλλά οι καινοτομίες δεν είναι μόνο αισθητικές. Οι καλλιτέχνες αναπτύσσουν παράλληλα νέες τεχνικές για την κατεργασία του λίθου και του χαλκού, οι οποίες τους δίνουν την δυνατότητα να δημιουργήσουν έργα με μνημειακό χαρακτήρα. Τα πρότυπα είναι κατά κανόνα ανατολικά, δεν έχουμε όμως πάντοτε την δυνατότητα να τα εντοπίσουμε, καθώς πολλά από αυτά δεν έχουν σωθεί. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η απώλεια των πολυτελών υφασμάτων που οι Έλληνες και οι Φοίνικες έμποροι έφερναν από τις χώρες της Ανατολής.

Ενδεικτική για την επικράτηση των ανατολικών προτύπων είναι η εμφάνιση στα σημαντικότερα Ιερά της Ελλάδας ενός νέου τόπου χάλκινου λέβητα, που έρχεται από την βόρεια Συρία και αρχίζει να υποκαθιστά, ήδη από το τέλος του 8ου αιώνα π.κ.ε. τους τρίποδες της γεωμετρικής εποχής με τα πόδια καρφωμένα στο σώμα. Οι νέοι λέβητες δεν έχουν πόδια· τοποθετούνται επάνω σε ανεξάρτητες βάσεις, τριποδικές ή κωνικές από χάλκινο έλασμα, και διακοσμούνται με προτομές ζώων ή μυθικών όντων (κυρίως γρυπών) που χυτεύονται χωριστά και διατάσσονται γύρω από το στόμιο τους. Αξίζει να επισημάνουμε ότι στα παλαιότερα Συριακά παραδείγματα τέτοιων λεβήτων οι προτομές είναι σφυρήλατες κι όχι χυτευτές.

Πυξίδα με σιρούς στο κάλυμμα, μέσα του 9ου αι. π.κ.ε.
Αθήνα, Μουσείο Αρχαίας Αγοράς.

Τα αρχαιολογικά δεδομένα από την Αθήνα: Η εικόνα μιας αριστοκρατικής κοινωνίας

Οι εξελίξεις αποτυπώνονται με αρκετά σαφή τρόπο στα αρχαιολογικά ευρήματα από την Αττική, η οποία μετά το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής γνωρίζει σημαντική άνθηση και βρίσκεται στην πρωτοπορία ως προς την ανάπτυξη των τεχνών και του εμπορίου. Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η πολιτιστική αλλαγή στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με την εγκατάσταση νέων πληθυσμιακών ομάδων, καθώς η Αττική δεν γνώρισε την εισβολή των Δωριέων και οι κάτοικοι της ήταν αυτόχθονες.

Ιδιαίτερα πλούσια και ενδιαφέροντα είναι τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο λεκανοπέδιο της Αθήνας, στο οποίο ήδη στον 10ο και τον 9ο αιώνα είχαν αναπτυχθεί μεγαλύτερα ή μικρότερα χωριά, το καθένα με το δικό του νεκροταφείο. Το σημαντικότερο από τα χωριά αυτά πρέπει να ήταν χτισμένο στην βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης, φτάνοντας ως τις όχθες του Ηριδανού, ενός παραπόταμου του Ιλισού που διασχίζει το μετέπειτα αστικό κέντρο της Αθήνας.

Πρόκειται για τον οικισμό με τον οποίο σχετίζεται το μεγαλύτερο ως σήμερα γνωστό νεκροταφείο των αρχών της 1ης χιλιετίας π.κ.ε. που βρίσκεται στον Κεραμεικό, την συνοικία των κεραμέων, εκεί όπου αργότερα υψώθηκε η γνωστότερη πύλη των τειχών της πόλης, το Δίπυλο. Από τάφους κοντά στο Δίπυλο προέρχονται τα περισσότερα και καλύτερα δείγματα κεραμικής.

Οι οικισμοί στην περιοχή της Αθήνας ήταν στην αρχή πολιτικά αυτόνομοι· συνδέονταν όμως μεταξύ τους με πολύ στενούς δεσμούς, αφού οι οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες πρέπει να ήταν σε μεγάλο βαθμό κοινές. Από τον 8ο αιώνα και έπειτα, η ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας δημιούργησε την ανάγκη για μια πιο αποτελεσματική διοικητική οργάνωση με ισχυρή κεντρική εξουσία, και οδήγησε στην βαθμιαία συγχώνευση των οικισμών.

Δημιουργήθηκε έτσι μια πόλη με ενιαία περίμετρο και κοινά νεκροταφεία, αφού οι νεκροί θάβονταν πλέον έξω από αυτήν. Παράλληλα, στους βορειοδυτικούς πρόποδες της Ακρόπολης, προς την μεριά του Αρείου Πάγου, δημιουργήθηκε ο ανοιχτός δημόσιος χώρος, η αγορά. Στην Ακρόπολη άρχισαν να αφιερώνονται μνημειακοί χάλκινοι τρίποδες, δείγματα πλούτου και νέων τεχνικών δυνατοτήτων. Στους τάφους των πλουσιότερων βρίσκουμε ως κτερίσματα πήλινα αγγεία εξαιρετικής τέχνης, φτιαγμένα κατά παραγγελία γι᾽ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, ενώ στο δεύτερο μισό του 8ου αιώνα αγγεία μνημειακών διαστάσεων, αμφορείς και κρατήρες, άρχισαν να στήνονται επάνω από τους τάφους ως σήματα.

Στα ίδια χρόνια εμφανίζονται σε πλούσιες ταφές διαδήματα και άλλα κοσμήματα από χρυσό καθώς και αντικείμενα από ελεφαντόδοντο. Τα κτερίσματα από τις πολυτελείς ταφές που ήρθαν στο φως στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας μάς επιτρέπουν να βγάλουμε ενδιαφέροντα συμπεράσματα όχι μόνο για την ευμάρεια της ανώτερης τάξης και για το επίπεδο της κεραμικής και των άλλων τεχνών, αλλά και για την πολιτική και κοινωνική οργάνωση. Οι άνδρες θάβονται συχνά με τα όπλα τους, κυρίως σπαθιά και δόρατα ή ακόντια. Σε ορισμένους γυναικείους τάφους βρίσκουμε κοσμήματα.

Αξιομνημόνευτο είναι το παράδειγμα του τάφου μιας πλούσιας γυναίκας που πέθανε γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα π.κ.ε. και θάφτηκε στον χώρο της μετέπειτα Αγοράς, σε ένα μικρό αλλά φροντισμένο (πιθανόν οικογενειακό) νεκροταφείο στην βόρεια πλαγιά του Αρείου Πάγου. Την εποχή αυτή δεν είχαν ακόμη ενοποιηθεί οι οικισμοί της Αθήνας. Ο τάφος βρέθηκε κατά καλή τύχη ασύλητος· αξίζει να σταθούμε σε δύο από τα αγγεία που περιείχε: (α) τον τεφροδόχο αμφορέα (όπου είχαν τοποθετηθεί τα υπολείμματα της καύσης της νεκρής), έργο ενός πρωτοπόρου κεραμικού εργαστηρίου με ταλαντούχους τεχνίτες· και (β) μια ασυνήθιστα μεγάλη και καλοφτιαγμένη πυξίδα (κιβώτιο για αντικείμενα καλλωπισμού), που το κάλυμμά της κοσμείται με πέντε οξυκόρυφες στρογγυλές προεξοχές σε σχήμα σιρού, δηλαδή σιταποθήκης (εικ. επάνω).

Η εντελώς ασυνήθιστη αυτή διακόσμηση δεν μπορεί να είναι τυχαία. Οι πυξίδες ήταν από τα σπουδαιότερα αποκτήματα των γυναικών της ανώτερης τάξης και συχνά τα καλύμματά τους διακοσμούνται με μορφές ή σύμβολα που δηλώνουν πλούτο και αριστοκρατική καταγωγή, όπως είναι τα άλογα. Δεν αποκλείεται λοιπόν η νεκρή να ανήκε σε οικογένεια γαιοκτημόνων που αντλούσε τον πλούτο της από την καλλιέργεια του σιταριού.

Παρά την μεγάλη χρονική απόσταση που χωρίζει ταφή από την εποχή του Σόλωνα (πάνω από 250 χρόνια), οι πέντε σιροί στο κάλυμμα της πυξίδας της μοιάζουν σαν υπαινιγμός στους πεντακοσιομέδιμνους, την πλουσιότερη τάξη της αρχαϊκής Αθήνας, στην οποία ανήκαν οι οικογένειες που τα κτήματά τους έδιναν σοδειά πεντακόσιους μεδίμνους σιταριού τον χρόνο. Δεν μπορούμε επομένως να δεχτούμε την άποψη όσων πιστεύουν ότι οι Αθηναίοι του 10ου και του 9ου αιώνα ήταν μια κοινωνία βοσκών που καλλιεργούσαν παράλληλα μικρούς κλήρους και είχαν ελάχιστη σχέση με το εμπόριο. Σύμφωνα με μια γοητευτική υπόθεση, στον τάφο κάτω από τον Άρειο Πάγο είχε θαφτεί η γυναίκα του Αρίφρονος, που ήταν βασιλιάς της Αθήνας στα μέσα του 9ου αιώνα, σύμφωνα με ένα χρονικό της Ελληνιστικής εποχής.

@Μανόλης Βουτυράς & Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά

“Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της”

Χάλκινος λέβητας από την Ολυμπία, πρώτο μισό του 7ου αι. π.κ.ε.
(σχεδιαστική αναπαράσταση).