Cordwainer Smith – Λυσιτέλεια

Η Λυσιτέλεια της Ανθρωπότητας. Ο συγγραφέας Cordwainer Smith: Στα 1950, ένα άσημο και βραχύβιο περιοδικό των Η.Π.Α. γνωστό ως «Φάνταζυ Μπουκ», δημοσίευσε μια ιστορία με τίτλο «Οι Σαρωτές Ζουν Μάταια». Ο συγγραφέας της ιστορίας αυτής,...

Cordwainer Smith – Λυσιτέλεια

Η Λυσιτέλεια της Ανθρωπότητας.

Ο συγγραφέας Cordwainer Smith: Στα 1950, ένα άσημο και βραχύβιο περιοδικό των Η.Π.Α. γνωστό ως «Φάνταζυ Μπουκ», δημοσίευσε μια ιστορία με τίτλο «Οι Σαρωτές Ζουν Μάταια». Ο συγγραφέας της ιστορίας αυτής, ο Cordwainer Smith, ήταν παντελώς άγνωστος στους αναγνώστες και για κάποιο διάστημα φάνηκε ότι θα συνέχιζε να παραμένει έτσι.

Ωστόσο, οι «Σαρωτές» αρνιούνταν να χαθούν στην λήθη και η αναδημοσίευσή τους σε δύο ανθολογίες ενθάρρυνε τον αινιγματικό αυτόν συγγραφέα να στείλει ιστορίες και σε διάφορα άλλα περιοδικά επιστημονικής φαντασίας της εποχής. Στις μέρες μας, ο Cordwainer Smith αναγνωρίζεται ως ένας από τους πλέον δημιουργικούς συγγραφείς του είδους για τον 20οαιώνα, αλλά όσο λίγο τον ήξερε ο κόσμος, ακόμη τόσο λίγο τον κατάλαβε.

Όχι βέβαια ότι ο δρ Πωλ Μάυρον Άντονυ Λάινμπαρτζερ (1913-1966), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, αισθανόταν κάποια συστολή για την επιστημονική φαντασία, ίσα-ίσα, ήταν υπερήφανος γι’ αυτήν. Μια φορά, μάλιστα, δήλωσε με ενθουσιασμό στην εφημερίδα «Μπάλτιμορ Σαν» ότι η επιστημονική φαντασία ως λογοτεχνικό είδος είχε προσελκύσει τις περισσότερες διδακτορικές μελέτες σε σχέση με τα άλλα είδη.

Ο Σμιθ, όντας ένας ευαίσθητος και συναισθηματικός συγγραφέας, δίσταζε να εμπλακεί περισσότερο με τους αναγνώστες γιατί δεν ήθελε να αναγκαστεί σε αναλύσεις τέτοιες, οι οποίες θα κατέστρεφαν τον πηγαίο χαρακτήρα των έργων του. Πέραν όμως αυτού, μάλλον απολάμβανε και ο ίδιος τον ρόλο του μυστηριώδους ατόμου, του τόσο αινιγματικού, όσο και μερικές αναφορές του μέσα στις ιστορίες του. Ο Σμιθ ήταν ένας δημιουργός μύθων μέσα στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, και σίγουρα αν θέλει κάποιος να πλάσει αυθεντικούς μύθους πρέπει να είναι και ο ίδιος μία, κατά κάποιον τρόπο, μυθική φιγούρα.

Σε καινούργιους γνωστούς, που μπορεί να μην ήταν ακριβώς σίγουροι για το πόσες συλλαβές είχε το όνομά του, ο δρ Λάινμπαρτζερ έδειχνε τα τρία κινέζικα ιδεογράμματα πάνω στην γραβάτα του και μετά από κάποιο διάστημα θα μάθαιναν ότι αυτά δήλωναν τις λέξεις Λιν Μπα Λο. Αυτό ήταν το όνομα που του είχε δώσει ο νονός του, ο Σουν Γιατ Σεν, ο ιδρυτής της Κινεζικής Δημοκρατίας, και σήμαινε «Δάσος της Πύρινης Ευδαιμονίας».

Η ζωή του δρ Λάινμπαρτζερ ήταν σαφώς μερικές βαθμίδες πιο πάνω από το συνηθισμένο. Σε ηλικία 17 ετών διαπραγματεύτηκε εκ μέρους του πατέρα του, νομικού συμβούλου του προέδρου Σουν και εκ των χρηματοδοτών της επανάστασης του 1911, ένα δάνειο της Κίνας σε άργυρο. Μετά από κάποια χρόνια έφτασε να γίνει συνταγματάρχης της υπηρεσίας αντικατασκοπείας του αμερικανικού στρατού παρά την μερική του τύφλωση και την εν γένει κακή υγεία του (αναφέρεται, μάλιστα, ότι μια φορά σε ένα δείπνο όπου είχε προσκληθεί, αναστάτωσε τους υπόλοιπους καλεσμένους όταν κατέβασε μονορούφι ένα «κοκταίηλ» υδροχλωρικού οξέος για να βοηθήσει στην πέψη του).

Ο πατέρας του φρόντισε έτσι ώστε ο Λάινμπαρτζερ να γεννηθεί στο Μιλγουώκη των Η.Π.Α., διότι ήθελε να εξασφαλίσει μελλοντικά την δυνατότητα του γιου του, ως πολίτη γεννημένου σε αμερικανικό έδαφος, να θέσει υποψηφιότητα για το προεδρικό αξίωμα. Παρόλ’ αυτά, λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του στον διπλωματικό κλάδο, ο Λάινμπαρτζερ πέρασε τα καθοριστικά για την διαμόρφωση του χαρακτήρα του χρόνια στην Ιαπωνία, την Κίνα, την Γαλλία και την Γερμανία. Όταν έφτασε στην ενηλικίωση κατείχε έξι γλώσσες και είχε εξοικειωθεί εκ των ένδον με διάφορους πολιτισμούς, τόσο της Ανατολής, όσο και της Δύσης.

Σε ηλικία μόλις 23 ετών ο Σμιθ πήρε το διδακτορικό του στις πολιτικές επιστήμες από το πανεπιστήμιο Τζωνς Χόπκινς, όπου κατόπιν δίδαξε το μάθημα της ασιατικής πολιτικής επί σειρά ετών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά το διδακτορικό του, αντί να περιορίζεται στην επιμέλεια των σχετικών βιβλίων του πατέρα του, άρχισε να δημοσιεύει και τα δικά του έργα για την Άπω Ανατολή, τα οποία γνώρισαν αμέσως ευρεία αναγνώριση.

Όταν ξέσπασε ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Σμιθ κατείχε την θέση εκείνη στην Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Πληροφοριών, η οποία του έδωσε την δυνατότητα να ορίσει ο ίδιος τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα γινόταν η επιλογή του πράκτορα που θα δραστηριοποιείτο στην Κίνα. Τα κριτήρια αυτά, βέβαια, μπορούσε να ικανοποιήσει μόνον ο ίδιος, και έτσι αναχώρησε για την πόλη Τσουνγκίνγκ, έχοντας τον βαθμό του υπολοχαγού. Στο τέλος του πολέμου είχε προαχθεί σε ταγματάρχη.

Ο δρ Λάινμπαρτζερ συμπύκνωσε όλη την εμπειρία που απέκτησε κατά την διάρκεια του πολέμου στο βιβλίο του «Ψυχολογικός Πόλεμος», το οποίο θεωρείται ως το πλέον έγκυρο έργο σε αυτόν τον τομέα. Ως συνταγματάρχης διετέλεσε σύμβουλος των βρετανικών δυνάμεων στην Μαλαισία και της Ογδόης Στρατιάς των Η.Π.Α. στην Κορέα. Ωστόσο, παρά την τακτική του να είναι «επισκέπτης μικρών πολέμων» προσπέρασε τον πόλεμο του Βιετνάμ, θεωρώντας ότι η εκεί αμερικανική ανάμιξη ήταν λάθος.

Τα ταξίδια του ανά τον κόσμο τον έφεραν στην Αυστραλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο, καθώς και σε πολλές άλλες χώρες. Η εξειδίκευσή του αναγνωρίστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Σμιθ έγινε ηγετικό μέλος της Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική και σύμβουλος του προέδρου Κέννεντυ.

Όμως, από την παιδική του ηλικία το μυαλό του ήταν στραμμένο στην λογοτεχνία, συμπεριλαμβανομένης και της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας. Όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ο Σμιθ ανακάλυψε το είδος σε νεαρή ηλικία. Δεδομένου του γεγονότος ότι αυτήν την περίοδο ζούσε στην Γερμανία, μεταξύ των αγαπημένων του κλασσικών έργων του Βερν, του Ουέλλς, του Ντόυλ και άλλων, πρόσθεσε βιβλία όπως «Γίγαντες» του Άλφρεντ Ντόμπλιν.

Ο Σμιθ ήταν μόλις 15 ετών όταν δημοσιεύτηκε η πρώτη του ιστορία επιστημονικής φαντασίας με τίτλο «Πόλεμος υπ’ αριθμ. 81-Q», αλλά δυστυχώς κανείς δεν θυμάται σε ποιό έντυπο. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’30 ο δρ Λάινμπαρτζερ ξεκίνησε να κρατάει ένα μυστικό σημειωματάριο, το οποίο λειτουργούσε εν μέρει ως προσωπικό ημερολόγιο και εν μέρει ως αρχείο όπου κατέγραφε τις κεντρικές ιδέες για διάφορες ιστορίες.

Στα 1937 ξεκίνησε να γράφει ολοκληρωμένες ιστορίες, οι οποίες εκτυλίσσονταν κατά κύριο λόγο στην αρχαία ή την σύγχρονη Κίνα, ή σε άλλες σύγχρονες χώρες. Καμία από αυτές τις ιστορίες δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, αλλά η ποικιλία της θεματολογίας τους είναι αξιοσημείωτη. Μάλιστα, σε μερικές από τις ιστορίες αυτές χρησιμοποιεί τις ίδιες κινεζικές μυθιστορηματικές τεχνικές με εκείνες που επιστρατεύει στις κατοπινές του ιστορίες επιστημονικής φαντασίας π.χ. «Η Νεκρή Αρχόντισσα της Πόλης των Κλόουν».

Η σταδιοδρομία του Σμιθ στον τομέα της επιστημονικής φαντασίας ήταν ένα σχεδόν τυχαίο γεγονός. Ίσως ο ίδιος να είχε στείλει από την Κίνα, όπου βρισκόταν κατά την περίοδο του πολέμου, κάποιες ιστορίες του στο περιοδικό «Αμέιζινγκ», αλλά κανείς δεν έμαθε τί τύχη είχαν από εκεί και πέρα. Ωστόσο, ήταν κατά την διάρκεια των κενών ωρών που περνούσε υπηρετώντας στο Πεντάγωνο, μετά την επιστροφή του στις Η.Π.Α., που ο Σμιθ ανέπτυξε μια ιδέα που τον απασχολούσε εδώ και καιρό και την έκανε κανονική ιστορία με τίτλο «Οι Σαρωτές Ζουν Μάταια».

Αλλά και αυτή η ίδια η ιστορία γράφτηκε σχεδόν μάταια, καθώς την είχαν απορρίψει όλοι οι σημαντικοί εκδότες επιστημονικής φαντασίας. Ακόμα και αυτοί του «Φάνταζυ Μπουκ», του περιοδικού στο οποίο πέντε χρόνια μετά ο Σμιθ έστειλε την ίδια ιστορία σε μια τελευταία προσπάθεια να την δημοσιεύσει, ούτε καν τον πλήρωσαν. Οι αναγνώστες, όμως, έδειξαν ενδιαφέρον, άσχετα αν το «Φάνταζυ Μπουκ» δεν είχε ποτέ στο παρελθόν δημοσιεύσει μια ιστορία άξια λόγου και άσχετα αν ο συγγραφέας ήταν παντελώς άγνωστος. Οι «Σαρωτές» μίλησαν μέσα τους.

«Ο Μάρτελ ήταν θυμωμένος. Δεν ρύθμιζε καν το αίμα του ώστε να το χωρίσει από τον θυμό…»

Δεν ήταν απλώς και μόνο η παράξενη αυτή κατάσταση που τράβηξε την προσοχή των αναγνωστών, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας την ανέλυε στην ιστορία του. Από την αρχή, κιόλας, του κειμένου, οι αναγνώστες γίνονταν συμμέτοχοι του σύμπαντος του Μάρτελ, ενός σύμπαντος τόσο πραγματικού, όσο και το δικό τους, παρά τον αλλόκοτο χαρακτήρα του, και έμπαιναν σε έναν κόσμο πολύπλοκο και μυστηριώδη που σίγουρα τους κινούσε την περιέργεια.

Είναι βέβαιο ότι ο ίδιος ο Σμιθ γνώριζε περισσότερα για αυτό το σύμπαν από όσα έλεγε ανοιχτά, περισσότερα από όσα θα αποκάλυπτε ποτέ από μόνος του. Το σύμπαν αυτό άρχισε να μορφοποιείται στον νου του τουλάχιστον από την στιγμή που έγραψε και δημοσίευσε την πρώτη του ιστορία το 1928 και το επεξεργάστηκε ακόμη περισσότερο στο μυστικό του σημειωματάριο κατά τις δεκαετίες του ’30 και του ’40.

Ήδη από την πρώτη του σχετική ιστορία με τίτλο «Πόλεμος υπ’ αριθμ. 81-Q» ο Σμιθ κάνει μια έμμεση αναφορά στην Λυσιτέλεια, αυτήν την ισχυρή ιεραρχία επιλέκτων, η οποία είχε αναλάβει στα χέρια της τις τύχες όλης της ανθρωπότητας. Η Λυσιτέλεια έμελλε να αποτελέσει το κεντρικό σημείο όλων των μετέπειτα ιστοριών του Cordwainer Smith, οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα. Ακόμη και αυτό το όνομα «Λυσιτέλεια» θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όση φαινόταν εξ αρχής.

Ο Λάινμπαρτζερ ανατράφηκε σε μία οικογένεια που ανήκε στην Επισκοπιανή εκκλησία (ο παππούς του ήταν κληρικός), αλλά σαφώς η βαθιά αντίληψη που είχε ο ίδιος για το φαινόμενο της θρησκείας και την ανθρώπινη θρησκευτικότητα δεν συνέπιπτε με την καθιερωμένη και τυποποιημένη θέση οποιασδήποτε εκκλησίας, θρησκείας ή δόγματος.

Η αγγλική λέξη Instrumentality, το πρωτότυπο της ελληνικής απόδοσης «Λυσιτέλεια», έχει μία αναφορά στην εν γένει χριστιανική θεολογική σκέψη, σύμφωνα με την οποία ο ιερέας που τελεί τα μυστήρια αποτελεί το «όργανον» (instrument) του ίδιου του Θεού. Ωστόσο, περιορίζουμε πάρα πολύ τον ορίζοντά μας αν επιχειρήσουμε μια ερμηνεία του όρου μόνο μέσα από το θεολογικό πρίσμα.

Στην εποχή που έγραψε την ιστορία «Πόλεμος υπ’ αριθμ. 81-Q» ο νεαρός Λάινμπαρτζερ έδειχνε να ελκύεται από τον Κομμουνισμό. Η έλξη αυτή διαλύθηκε όταν ο πατέρας του τον έστειλε ταξίδι στην πραγματική Σοβιετική Ένωση ως δώρο για την ενηλικίωσή του. Παρόλ’ αυτά, ο Λάιμπαρτζερ παρέμεινε εντυπωσιασμένος από το ότι ο Κομμουνισμός έδινε έμφαση στις έννοιες της αποστολής και του ιστορικού πεπρωμένου που είχε κληθεί να επιτελέσει ως ιδεολογία.

Η Λυσιτέλεια της Ανθρωπότητας, η οποία αποτελεί το σταθερό πλαίσιο αναφοράς αυτού του χρονικού του μέλλοντος που συνέθεσε ο Cordwainer Smith φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τόσο μιας πολιτικής ομάδας επιλέκτων (ελίτ), όσο και ενός ιερατείου. Η ηγεμονία, την οποία ασκεί, δεν έχει την γνωστή και κλασσική σε άλλα έργα επιστημονικής φαντασίας μορφή της «γαλαξιακής αυτοκρατορίας» ο χαρακτήρας της δεν είναι τόσο προφανής εξωτερικά, αλλά οι ρίζες της διαπερνούν τα πάντα, και την υλική και την πνευματική σφαίρα.

Οι Άρχοντες της Λυσιτέλειας έχουν την πεποίθηση ότι δεν αποτελούν μια ομάδα κοινών ηγεμόνων, γραφειοκρατών ή πολιτικών, αλλά όργανα (instruments) αυτού του ίδιου του πεπρωμένου. Από αυτήν την άποψη, θα λέγαμε ότι πλησιάζουν περισσότερο στα ιδεώδη του Ταοϊσμού.

Η βαθιά ενασχόληση του Λάινμπαρτζερ με το φαινόμενο της θρησκευτικότητας διαπέρασε και με άλλους τρόπους το σύνολο των ιστοριών του επιστημονικής φαντασίας. Αυτό δεν διαπιστώνεται μόνον από τις αναφορές του στην Παλαιά Ισχυρή Θρησκεία και την Ιερή Ανταρσία, τις οποίες βρίσκουμε στο μυθιστόρημά του «Νορστρίλια» και σε διάφορες άλλες ιστορίες, παρά φαίνεται και στην έμφαση που δίνει στην απεικόνιση, εντός των έργων του, μιας ημιθρησκευτικής τελετουργικότητας, όπως, π.χ. στο στιγμιότυπο της συλλογικής απαγγελίας του Κώδικα των Σαρωτών. Δίπλα σε αυτό το στοιχείο υπάρχει και η ξεκάθαρα εκφρασμένη πεποίθηση των Σαρωτών, των Αστροναυτών, των Αιχμοφωτιστών, των Αστροπλοιάρχων Κινήσεως, αλλά και αυτών των ίδιων των Αρχόντων της Λυσιτέλειας ότι εκπληρώνουν έναν προορισμό για τον οποίο κλήθηκαν από το πεπρωμένο.

Επομένως, ο Λάινμπαρτζερ δεν ήταν επ’ ουδενί άλλος ένας χριστιανός απολογητής, ο οποίος χρησιμοποιούσε την επιστημονική φαντασία ως μέσο διάδοσης αποδεκτών θρησκευτικών πεποιθήσεων τύπου Κ. Σ. Λιούις. Ο Λάινμπαρτζερ ήταν ένας κοινωνικός στοχαστής και μελετητής της ανθρώπινης ψυχολογίας, και η εξοικείωσή του με διαφορετικούς πολιτισμούς τον είχε οδηγήσει στην διαμόρφωση ιδιαζουσών και φαινομενικώς αντιφατικών ιδεών σχετικά με την ανθρώπινη φύση και ηθική.

Ο ίδιος θαύμαζε, για παράδειγμα, εκείνες τις αξίες από τον κώδικα των σαμουράι, οι οποίες αναφέρονταν στην φαντασία, το θάρρος και την τιμή. Η εκτίμησή του, ακόμη, για την τέχνη και την λογοτεχνία της Άπω Ανατολής φαινόταν τόσο στην επίπλωση του σπιτιού του, όσο και στον τρόπο γραφής του. Από την άλλη πλευρά, όμως, τον τρομοκρατούσε τόσο πολύ η παραδοσιακή μοιρολατρεία και η αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή που συνάντησε εκεί, ώστε στις ιστορίες του υπεράσπιζε πάντοτε με πάθος την έννοια της ιερότητας της ζωής, την οποία θεωρούσε ως ένα πάρα πολύ πολύτιμο αγαθό, το οποίο ποτέ δεν θα άξιζε να θυσιαστεί για χάρη οποιουδήποτε πιστεύω, είτε ανατολικού, είτε δυτικού, περί τιμής ή ηθικής.

Κατά την διάρκεια του πολέμου στην Κορέα, όπου βρισκόταν εκεί ως σύμβουλος, ο Λάινμπαρτζερ επινόησε ένα σχέδιο για την αναίμακτη παράδοση χιλιάδων Κινέζων στρατιωτών, οι οποίοι θεωρούσαν ντροπή να παραδώσουν τα όπλα τους: έγραψε ένα κείμενο, το οποίο πετάχτηκε στις γραμμές τους με χιλιάδες προκηρύξεις, όπου τους εξηγούσε πώς ήταν δυνατόν να παραδοθούν εντίμως, φωνάζοντας απλώς και μόνο τις κινεζικές λέξεις που σήμαιναν «αγάπη», «καθήκον», «ανθρωπότητα» και «αρετή». Αν τις φώναζαν με αυτή την σειρά, οι λέξεις αυτές έμοιαζαν με το αγγλικό «παραδίνομαι» (‘I surrender’). Ο Λάινμπαρτζερ θεωρούσε ότι αυτή ήταν η μοναδική πλέον αξιόλογη πράξη της ζωής του.

Η οπτική του αυτή σχετικά με την αξία της ζωής αντικατοπτρίζεται στον απλό και ευθύ τρόπο με τον οποίο χειρίζεται θέματα όπως η πλύση εγκεφάλου μέσα στις ιστορίες του. Ο Κυνηγός και η Ελαίην, δύο ήρωες στην ιστορία «Η Νεκρή Αρχόντισσα της Πόλης των Κλόουν», αντί να εκτελεστούν στο τέλος της ιστορίας καταδικάζονται σε πλύση εγκεφάλου, η οποία είναι μια περισσότερο ανθρωπιστική αν και λιγότερο αξιοπρεπής λύση από ότι ο θάνατος.

Η ζωή, στο σύνολο του έργου του Σμιθ, προηγείται, ως επί το πλείστον, της τιμής, ασχέτως του βαθμού στον οποίον οι ανατολικοί εθιμοτυπικοί κώδικες καθορίζουν αυτόν τον υβριδικό πολιτισμό του απώτερου μέλλοντος.

Ωστόσο, ο Λάινμπαρτζερ κατανοούσε ότι η ζωή είχε ένα μεγαλύτερο νόημα από αυτό της απλής επιβίωσης. Όπως έχει πει ο Αυστραλός φίλος του συγγραφέα, ο Άρθουρ Μπερνς, «ο Θεός στον οποίο πίστευε (ο Λάινμπαρτζερ) είχε σχέση τόσο με την ανθρώπινη ψυχή, όσο και με το ξετύλιγμα της ιστορίας και το πεπρωμένο όλων των όντων». Αυτή ακριβώς η ερευνητική εμβάθυνση στο ανθρώπινο—και στο πέρα από το ανθρώπινο—πεπρωμένο είναι το στοιχείο εκείνο που προσδίδει την ενότητα στο έργο του Σμιθ.

Πίσω από όλην αυτή την κατασκευή της εν λόγω μελλοντικής κοινωνίας και του πολιτισμού της Λυσιτέλειας, πίσω από την πολυπλοκότητα των όσων διαδραματίζονται και πίσω από τις χαρές ή τις λύπες των χαρακτήρων της κάθε ιστορίας βρίσκεται ο Σμιθ ο φιλόσοφος, ο οποίος αγωνίζεται με τρόπο παρόμοιο αυτού του Τειλάρ ντε Σαρντέν να συμφιλιώσει την επιστήμη με την θρησκεία, να επιτύχει, δηλαδή, μια σύνθεση που θα ρίξει φως στην φύση του ανθρώπου και το νόημα της ιστορίας.

 Οι ιστορίες του Cordwainer Smith συνιστούν το χρονικό μιας τεράστιας ιστορικής περιόδου, το οποίο καλύπτει τουλάχιστον δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια (αν και οι σχετικοί υπολογισμοί είναι πολύ προσεγγιστικοί) και αποτελούν ανάπτυξη του υλικού που ο συγγραφέας είχε συσσωρεύσει τόσο στο πρώτο του σημειωματάριο, όσο και σε ένα δεύτερο, το οποίο δυστυχώς χάθηκε σε μια επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1965 (συγκεκριμένα, στην Ρόδο).

Στην ιστορία «Οι Σαρωτές Ζουν Μάταια» η ανθρωπότητα έχει βγει, μεν, από τους Αρχαίους Πολέμους και την Σκοτεινή Εποχή που ακολούθησε, αλλά ζει ακόμη με την σκιά κάποιων συνεπειών από αυτές τις περιόδους. Άλλες ιστορίες υπαινίσσονται ότι η ανθρωπότητα πέρασε ολόκληρες χιλιετίες ιστορικής στασιμότητας, κατά την διάρκεια των οποίων οι αυθεντικοί γενετικώς άνθρωποι αναζητούσαν πίσω από τους ηλεκτροφόρους φράχτες των πόλεών τους μια τελειότητα πέρα από τα ανθρώπινα όρια, έχοντας αφήσει τους υπόλοιπους τόπους του πλανήτη (τις «Ερημιές») στους Μανσονγιάγγερ, τους Ασυγχώρητους και τα Θηρία.

Σε αυτόν τον μελλοντικό κόσμο καταφθάνουν οι αδελφές Φομ Αχτ, κόρες ενός Γερμανού επιστήμονα, ο οποίος είχε αναστείλει τις ζωτικές τους λειτουργίες και τις είχε στείλει στο διάστημα μέσα σε τεχνητούς δορυφόρους περί τα τέλη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Φομ Αχτ επιστρέφοντας στην Γη κατά τις τελευταίες μέρες της Σκοτεινής Εποχής έφεραν μαζί τους το «δώρο της ζωτικότητας» (μια έννοια αντίστοιχη της «ζωτικής δύναμης» του Μπεργκσόν) και το προσέφεραν και πάλι στην ανθρωπότητα.

Οι αδελφές Φομ Αχτ, οι οποίες ίδρυσαν την οικογένεια Φόμαχτ ή Βόμακτ, αντιπροσωπεύουν την δύναμη εκείνη μέσα στην φύση του ανθρώπου, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως καλή, είτε ως κακή, η οποία, όμως, σε τελική ανάλυση, είναι εξίσου πέραν του καλού και του κακού καθώς αποτελεί το αναγκαίο μέσο για την εκπλήρωση του ανθρώπινου πεπρωμένου μέσω της εξέλιξης.

Η διττή φύση των Φομ Αχτ ή Βόμακτ αλλά και της δύναμης που αντιπροσωπεύουν συμβολίζεται και στην ετυμολογία του ονόματός τους: το συνθετικό «Αχτ» είναι μια γερμανική λέξη με διπλή σημασία, αυτήν του «προγραμμένου» ή του «απαγορευμένου» και εκείνην της «προσοχής» ή της «φροντίδας». Όντως, οι Βόμακτ λειτουργούν πότε ως παράνομοι και πότε ως ευεργέτες της ανθρωπότητας σε όλο το έπος του Σμιθ.

Το δώρο, ωστόσο, της ζωτικότητας εγκαινιάζει και θέτει σε κίνηση έναν καινούργιο ιστορικό κύκλο, την ηρωική εποχή των Σαρωτών, των Αιχμοφωτιστών και των Αστροπλοιάρχων Κινήσεως. Το κύριο χαρακτηριστικό των πρώτων ιστοριών του Cordwainer Smith είναι ο άμεσος και λιτός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τον αντίκτυπο στον ανθρώπινο συναισθηματικό κόσμο που έχουν εμπειρίες καινοφανείς και παράξενες, όπως π.χ., η τηλεπαθητική συμβιωτική σχέση ανθρώπου και ζώου (γάτας)-συνεργάτη (στην ιστορία «Το Παιχνίδι του Αρουραίου και του Δράκοντα»), ή μια παρόμοια σχέση μεταξύ ανθρώπου και διαστημοπλοίου (στην ιστορία «Η Κυρία που Πλοήγησε την ‘Ψυχή’»).

Ο Λάινμπαρτζερ συμπεριέλαβε μέσα στα έργα του και προσωπικά του βιώματα. Ο γατίσιος χαρακτήρας «Κάπταιν Ουάου» που εμφανίζεται στην ιστορία «Το Παιχνίδι του Αρουραίου και του Δράκοντα», είναι εμπνευσμένος από έναν γάτο που είχε ο συγγραφέας στο σπίτι του στην Ουάσιγκτον. Η Κατ Μέλανυ, μια άλλη γάτα του, τον ενέπνευσε στην δημιουργία του χαρακτήρα της «Γ’ Μελλ», η οποία εμφανίζεται στην ιστορία «Η Μπαλλάντα της Χαμένης Γ’ Μελλ». Από την άλλη, οι συχνές εισαγωγές του Λάινμπαρτζερ στα νοσοκομεία και η εξάρτηση που είχε εκεί από τα ιατρικά μηχανήματα του έδωσαν υλικό για ιστορίες όπως «Η Κυρία που Πλοήγησε την ‘Ψυχή’», όπου αναφέρεται στον δεσμό ανθρώπου και μηχανής.

Στην ιστορία «Το Κάψιμο του Εγκεφάλου» αρχίζουμε να διακρίνουμε ήδη τα σημάδια της Επανάστασης της Ηδονής, μια μόδα που ο Λάινμπαρτζερ απεχθανόταν και στην δική του εποχή, η οποία έφερε το τέρμα της ηρωικής περιόδου αυτού του φανταστικού μέλλοντος. Το γεγονός της προσέγγισης της αθανασίας από τους ανθρώπους και της εξάλειψης των ασθενειών χάρη στην ουσία σαντακλάρα ή στρουν, η οποία παράγεται στον πλανήτη Νορστρίλια και λειτουργεί ταυτόχρονα ως πανάκεια και αναστολέας γήρανσης μπορεί να ελαφρύνει την ανθρώπινη ζωή από την απόγνωση μπροστά στην σύντομη διάρκειά της, αλλά της αφαιρεί νόημα.

Η πραγματική εμπειρία παραχωρεί την θέση της στην τεχνητή: ο ήρωας της ιστορίας «Χρυσό Ήταν το Πλοίο, Χο, Χο, Χο» απολαμβάνει την αισθητηριακή ηδονή χάρη σε μια συσκευή, η οποία διεγείρει άμεσα τα αντίστοιχα κέντρα στον εγκέφαλό του. Η εμφάνιση, ωστόσο, μιας τρομερής απειλής για την Γη, αναγκάζει τον ήρωα να εγκαταλείψει την συσκευή και την τεχνητή απόλαυση που του προσφέρει, και να αναλάβει πραγματική δράση, οπότε ανακαλύπτει ότι αυτός είναι ένας πολύ καλύτερος τρόπος να αισθανθεί ουσιαστική απόλαυση.

Η αγαθή τυραννία της Λυσιτέλειας εγκαινιάζει μία ουτοπία χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα ή εξάρσεις. Οι άνθρωποι ελευθερώνονται από τον φόβο του θανάτου, το βάρος του μόχθου και τον κίνδυνο του αγνώστου, αλλά χάνουν την αίσθηση της ελπίδας και της ελευθερίας. Οι υπάνθρωποι, ανθρωπόμορφοι υπηρέτες που δημιουργήθηκαν με την βοήθεια της γενετικής μηχανικής από τα ζώα προκειμένου να αναλάβουν όλες τις βαρειές δουλειές για λογαριασμό των ανθρώπων, είναι περισσότερο ανθρώπινοι από τους δημιουργούς τους. Το δώρο της ζωτικότητας φαίνεται, πλέον, να έχει χαθεί και η πορεία της ιστορίας να έχει καταλήξει σε αδιέξοδο.

Στις ιστορίες που αναφέρονται σε αυτήν την τελευταία περίοδο την σωτηρία της ανθρωπότητας κρατούν στα χέρια τους οι υπάνθρωποι και κάποιοι πιο φωτισμένοι από τους Άρχοντες της Λυσιτέλειας, οι οποίοι τους ακούν και τους δίνουν προσοχή. Στην ιστορία «Η Νεκρή Αρχόντισσα της Πόλης των Κλόουν» οι περιφρονημένοι ζωικής καταβολής υπάνθρωποι και τα ρομπότ καλούνται να διδάξουν στους ανθρώπους το νόημα αυτής της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασής τους και να τους ελευθερώσουν από την φαινομενική μακαριότητά τους.

Ο Άρχοντας Τζέστοκοστ εμπνέεται από το μαρτύριο της σκυλο-γυναίκας Ντ’ Τζοάν και η Σαντούνα, χάρη στην εμπειρία που βιώνει στην ιστορία «Κάτω από την Παλιά Γη» μετασχηματίζεται στην Αρχόντισσα Άλις Μορ. Ο Τζέστοκοστ και η Μορ γίνονται οι αρχιτέκτονες της Επανεύρεσης του Ανθρώπου, ξαναφέρνοντας στην ανθρωπότητα την ελευθερία, τον κίνδυνο, την αβεβαιότητα, ακόμη και το κακό.

Παράλληλα με αυτά τα γεγονότα, μαθαίνουμε και για διάφορα άλλα μέρη του σύμπαντος της Λυσιτέλειας. Στην ιστορία «Τα Μικρογατειά της Μαμάς Χίττον» εξηγείται γιατί ο πλανήτης της Παλιάς Βόρειας Αυστραλίας είναι ένας από τους καλύτερα φρουρούμενους στον γαλαξία. Αλλά και ο πλανήτης Βαϊόλα Σαϊντήρια δεν είναι λιγότερο παράξενος. Επιπλέον, πού αλλού στο σύμπαν της επιστημονικής φαντασίας υπάρχει κόσμος σαν αυτόν της ιστορίας «Ένας Πλανήτης που Λεγόταν Σαγιόλ», όπου μια τολμηρή σύλληψη στον χώρο της γενετικής μηχανικής «παντρεύεται» με μια κλασσική περιγραφή της Κολάσεως.

Ο Cordwainer Smith προκαλεί την αίσθηση στον αναγνώστη ότι έχει διανυθεί ένα τεράστιο χρονικό διάστημα από την δική μας εποχή μέχρι αυτήν στην οποία τοποθετούνται οι ιστορίες του. Ο αιώνας μας φαντάζει στα μάτια των ανθρώπων εκείνου του πολύ μακρινού μέλλοντος σαν ένα σκοτεινό παρελθόν, πολύ δυσδιάκριτο μέσα από διάφορες αλληλεπικαλυπτόμενες και μισοξεχασμένες ιστορικές περιόδους.

Το σύμπαν του Cordwainer Smith θα παραμείνει απείρως μεγαλύτερο των όποιων σχετικών γνώσεών μας: ποτέ δεν θα μάθουμε ποιά ήταν η αυτοκρατορία εκείνη, η οποία κάποτε κατάκτησε τον πλανήτη Γη, ούτε το τι απέγινε ο γατολαός για τον οποίο διαβάζουμε στην ιστορία «Το Έγκλημα και η Δόξα του Κυβερνήτη Σούζνταλ», όπως και πολλά άλλα. Υπάρχει, ακόμη, αυτή η ανεκπλήρωτη αίσθηση της προσμονής: πού μας οδηγεί ο Σμιθ; Τι συμβαίνει μετά την Επανεύρεση της Ανθρωπότητας και την απελευθέρωση των υπανθρώπων χάρη στην Γ’ Μελλ; Ο Λάινμπαρτζερ αφήνει κάποιους υπαινιγμούς περί κοινής μοίρας ανθρώπων και ζωικής προέλευσης υπανθρώπων καθώς και για κάποιο πλήρωμα του χρόνου, αλλά όχι κάτι πιο συγκεκριμένο.

Το έργο του Cordwainer Smith θα διατηρήσει για πάντα τα αινίγματά του, όμως αυτό είναι μέρος της γοητείας του. Καθώς διαβάζουμε τις ιστορίες του συμμετέχουμε σε εμπειρίες το ίδιο πραγματικές και μυστηριώδεις, όσο και η ίδια η ζωή.

ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΛΥΣΙΤΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ
(οι χρονολογίες είναι προσεγγιστικές)

2000 μ.κ.ε. Η ξεχασμένη Πρώτη Εποχή του Διαστήματος

3000 μ.κ.ε. Η περίοδος των Αρχαίων Πολέμων κορυφώνεται με την πτώση όλων των εθνών πλην της Κίνας. Οι γνήσιοι γενετικώς άνθρωποι συγκεντρώνονται μέσα σε απομονωμένες πόλεις-φρούρια ενώ το μεγαλύτερο υπόλοιπο μέρος του πλανήτη έχει παραδοθεί στα Θηρία, τους Μανσονγιάγγερ και τους Ασυγχώρητους.

4000 μ.κ.ε. Έλευση των Βόμακτ και επιστροφή της ζωτικότητας στο ανθρώπινο είδος.

5000 μ.κ.ε. Ηγεμονία Τζουίντζ. Την διαδέχεται η Λυσιτέλεια.

6000 μ.κ.ε. Η Δεύτερη Εποχή του Διαστήματος. Επανακατοίκηση του ερημωμένου μέρους της Γης. Οι άνθρωποι φθάνουν μέχρι τα κοντινότερα άστρα. Οι επιζώντες της παλιάς πλανητικής αποικίας «Παράδεισος Ζ΄» εγκαθίστανται στον πλανήτη Παλιά Βόρεια Αυστραλία (Νορστρίλια).

7000 μ.κ.ε. Πτώση της Κίνας. Ανακάλυψη της ουσίας στρουν.

8000 μ.κ.ε. Ανακάλυψη της επιπεδοδιαμόρφωσης (επαναστατικής μεθόδου διαστρικών ταξιδιών). Πρώιμα σημάδια της αντι-ουτοπίας.

9000 μ.κ.ε. Η Εποχή της Επιπεδοδιαμόρφωσης. Αποικισμός χιλιάδων πλανητών σε σύγκριση με τους μόλις 200 που είχαν αποικιστεί με την προηγούμενη μέθοδο διαστημικών ταξιδιών με χρήση των φωτοϊστίων.

10000 μ.κ.ε.Σταθεροποίηση της Ουτοπίας. Η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, χάρη στην ουσία στρουν, προγραμματίζεται στα 400 χρόνια. Οι άνθρωποι παύουν να αρρωσταίνουν και να γερνούν. Απλώς, στο τέλος των 400 χρόνων σταματά η παροχή του στρουν και πεθαίνουν. Εφαρμόζεται ο γενετικός προγραμματισμός των εμβρύων, η χρήση ρομπότ ολοένα και πυκνώνει, δημιουργούνται οι ζωικής προέλευσης ανθρωπόμορφοι υπάνθρωποι.

11000 μ.κ.ε. Πιθανή χρονολογία εμφάνισης των Νταϊμόνι: αυτοί είναι ανθρώπινης καταγωγής περιζήτητοι αρχιτέκτονες, οι οποίοι περιπλανώνται μέσα στον Γαλαξία. Οι Νταϊμόνι χρησιμοποιούν υπερεξελιγμένες μεθόδους και υλικά και κατασκευάζουν ασύλληπτα οικοδομήματα. Προσαρμογή του ανθρώπου σε περιβάλλοντα τόσο αλλόκοτα, όσο αυτό του πλανήτη Βαϊόλα Σαϊντήρια.

13000 μ.κ.ε. Άνοδος της Φωτεινής Αυτοκρατορίας και άλλων εν δυνάμει αντιπάλων τής Λυσιτέλειας.

14000 μ.κ.ε. Μαρτύριο της Ντ’ Τζοάν, αναγέννηση της Παλαιάς Ισχυρής Θρησκείας. Ίδρυση της γενεαλογικής γραμμής των Τζέστοκοστ.

15000 μ.κ.ε. Εμφάνιση της Αρχόντισσας Άλις Μορ, η οποία συνεργάστηκε με τον Άρχοντα Τζέστοκοστ στην καθιέρωση της Επανεύρεσης του Ανθρώπου.

Ιερή Ανταρσία. Ματιές στο Σύμπαν3

16000 μ.κ.ε. Πολιτικά δικαιώματα στους υπανθρώπους. Η οδύσσεια του Ροντ Μακ Μπαν.

Εξάπλωση της Επανεύρεσης του Ανθρώπου.

Απώτερο μέλλον: Κοινή μοίρα ανθρώπων και υπανθρώπων.

***
Το άρθρο αποτελεί μετάφραση του κειμένου ενός αμερικανού ερευνητή, του Τζων Τζ. Πηρς. Ωστόσο, σε κάποια σημεία του κειμένου, τα οποία αφορούν κυρίως τα περί θρησκευτικότητας του συγγραφέα, θεώρησα αναγκαίο -έχοντας ως οδηγό όχι μόνον ορισμένες μεταγενέστερες σχετικές αναφορές του ίδιου του Πηρς, αλλά και την προσωπική μου αντίληψη για το έργο του Cordwainer Smith- να κάνω ορισμένες διορθωτικές παρεμβολές, οι οποίες δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο. @ Yannis Tsamalis