Η Τέχνη του Κινηματογράφου

Ο κινηματογράφος ή αλλιώς σινεμά η αποκαλούμενη και έβδομη τέχνη, δίπλα στην γλυπτική, την ζωγραφική, τον χορό, την αρχιτεκτονική, την μουσική, την φωτογραφία και την λογοτεχνία. Αρχικά εμφανίστηκε περισσότερο ως μια νέα τεχνική καταγραφής της...

Η Τέχνη του Κινηματογράφου

Ο κινηματογράφος ή αλλιώς σινεμά η αποκαλούμενη και έβδομη τέχνη, δίπλα στην γλυπτική, την ζωγραφική, τον χορό, την αρχιτεκτονική, την μουσική, την φωτογραφία και την λογοτεχνία. Αρχικά εμφανίστηκε περισσότερο ως μια νέα τεχνική καταγραφής της κίνησης και οπτικοποίησής της, όπως δηλώνει και ο ίδιος ο όρος (κινηματογράφος = κίνηση + γραφή).

Πρόδρομοι του κινηματογράφου.

Είναι γενικά δύσκολο να αναδειχθεί ένας μοναδικός εφευρέτης του κινηματογράφου, ως τεχνική της κινούμενης εικόνας. Επιπλέον, είναι γεγονός πως επί σειρά ετών ο άνθρωπος πειραματίστηκε πάνω στην προσπάθεια απεικόνισης της κίνησης. Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της τεχνικής του κινηματογράφου διαδραμάτισε η ανακάλυψη και διάδοση της φωτογραφίας, στα μέσα του 19ου αιώνα. Μία από τις πρώτες και ιδιαίτερα σημαντικές αναλύσεις της κίνησης με την βοήθεια φωτογραφικής μηχανής, έγινε περίπου το 1878, όταν ο Βρετανός φωτογράφος Edward Muybridge, έχοντας καταφέρει να αναπτύξει μεθόδους διαδοχικής φωτογράφισης, απεικόνισε την κίνηση ενός αλόγου, αποδεικνύοντας τότε, πως κατά την διάρκεια του καλπασμού του υπάρχουν στιγμές που τα πόδια του δεν έχουν επαφή με το έδαφος. Την ίδια περίπου εποχή, ο Γάλλος φυσικός Ετιέν Μαρέ κατόρθωσε να συλλάβει φωτογραφικά το πέταγμα ενός πουλιού με την βοήθεια μιας φωτογραφικής μηχανής με την δυνατότητα να αποτυπώνει 12 στιγμιότυπα ανά λεπτό.

Τα σημαντικότερα ίσως επιτεύγματα σχετικά με την ανάπτυξη της κινηματογραφικής τεχνικής έγιναν στα τέλη του 1880, με κυριότερο ίσως, την εφεύρεση του κινητοσκοπίου από τον Ουίλλιαμ Ντίκσον, ο οποίος εργαζόταν στα εργαστήρια του Έντισον. Το κινητοσκόπιο, ήταν μία μηχανή προβολής, με δυνατότητα να προβάλλει την κινηματογραφική ταινία σε ένα κουτί, το οποίο ήταν ορατό μόνο από έναν θεατή, μέσω μιας οπής. Η συσκευή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά επίσημα στις 20 Μαΐου του 1891, μαζί με την πρώτη κινηματογραφική ταινία.

Ο Έντισον θεωρούσε την εφεύρεση του κινητοσκοπίου ήσσονος σημασίας και ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ώστε να προβάλλονται οι ταινίες για περισσότερους θεατές. Επιπλέον δεν κατοχύρωσε την εφεύρεση διεθνώς, με αποτέλεσμα να είναι νόμιμη η αντιγραφή και εξέλιξή της στην Ευρώπη, όπου σύντομα εμφανίστηκε ως εισαγόμενο προϊόν.

Στη Γαλλία, οι αδελφοί Ογκύστ και Λουί Λυμιέρ, βασιζόμενοι στο κινητοσκόπιο του Ντίκσον, εφηύραν τον κινηματογράφο (cinematographe) που αποτελούσε μία φορητή κινηματογραφική μηχανή, λήψεως, εκτύπωσης και προβολής του φιλμ. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1895, έκαναν και την πρώτη δημόσια προβολή, στο Παρίσι. Η ημερομηνία αυτή αναφέρεται από πολλούς ως η επίσημη ημέρα που ο κινηματογράφος με την σημερινή του γνωστή μορφή έκανε την εμφάνισή του.

Εκείνη την δημόσια προβολή παρακολούθησαν συνολικά 35 άτομα επί πληρωμή και προβλήθηκαν δέκα ταινίες συνολικής διάρκειας περίπου δεκαπέντε λεπτών. Οι πρώτες κινηματογραφικές ταινίες ήταν μικρής διάρκειας, παρουσιάζοντας συνήθως στατικά, μία σκηνή της καθημερινότητας.

Ένας από τους πρώτους κινηματογραφιστές που χρησιμοποίησε την διαθέσιμη τεχνική της εποχής με σκοπό την παραγωγή ταινιών κάτω από όρους τέχνης, υπήρξε ο Ζωρζ Μελιέ, ο οποίος θεωρείται και από τους πρώτους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες. Οι ταινίες του πραγματεύονταν θέματα από τον χώρο του φανταστικού, ενώ η ταινία του Ταξίδι στη Σελήνη (Le voyage dans la lune, 1901) υπήρξε πιθανότατα η πρώτη που προσπάθησε να περιγράψει ένα ταξίδι στο διάστημα. Επιπλέον, εισήγαγε τεχνικές οπτικών εφέ, ενώ για πρώτη φορά πρόβαλε έγχρωμες ταινίες, χρωματίζοντας την κινηματογραφική ταινία (καρρέ) με το χέρι.

Με αφετηρία τις νέες δυνατότητες που αναδείχθηκαν, ο κινηματογράφος μετασχηματίστηκε διεθνώς σε μία δημοφιλή μορφή τέχνης, ενώ παράλληλα πολλοί κινηματογραφικοί χώροι δημιουργήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την προβολή ταινιών. Εκτιμάται ότι το 1908, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχαν περίπου 10.000 κινηματογράφοι. Οι ταινίες της εποχής ήχαν διάρκειας δέκα έως δεκαπέντε λεπτών, αλλά σταδιακά η διάρκειά τους αυξήθηκε. Σημαντική συμβολή σε αυτό είχε ο Αμερικανός σκηνοθέτης D. W. Griffith, στον οποίο ανήκουν μερικά από τα πρώτα ιστορικά έπη του κινηματογράφου.

Το 1912 (ή 1911) ο θεωρητικός χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε δοκίμιό του τον όρο έβδομη τέχνη για να περιγράψει τον κινηματογράφο. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο κινηματογράφος παρέμενε χωρίς ήχο (βουβός κινηματογράφος) και συχνά οι προβολές ταινιών συνοδεύονταν από ζωντανή μουσική. Η ιστορία του ηχογραφημένου κινηματογραφικού ήχου ξεκίνησε το 1926, όταν η Warner Brothers παρουσίασε μία συσκευή (Vitaphone), η οποία έδινε τη δυνατότητα αναπαραγωγής μουσικής, μέσω ενός δίσκου που συγχρονιζόταν με την μηχανή προβολής της ταινίας. Βασισμένη σε αυτή την νέα τεχνολογία, στα τέλη του 1927, κυκλοφόρησε η ταινία The Jazz Singer, η οποία αν και κατά το μεγαλύτερο μέρος της ήταν βουβή, υπήρξε η πρώτη που περιείχε διαλόγους.

Περίπου την ίδια περίοδο με την προσαρμογή του ήχου, ξεκίνησαν συστηματικές προσπάθειες για την προσθήκη χρώματος. Έγχρωμες ταινίες είχαν ήδη εμφανιστεί από τις αρχές του 20ου αιώνα, μέσω του χρωματισμού των κινηματογραφικών καρρέ με το χέρι, μέθοδος που εγκαταλείφθηκε σταδιακά, σε συνδυασμό και με την αύξηση της διάρκειας των ταινιών. Ανάμεσα στις πρώτες συνθετικές μεθόδους προσθήκης χρώματος, υπήρξε η Technicolor, η οποία τελειοποιήθηκε το 1941 (Monopack Technicolor), αν και παρέμενε ακριβή λόγω των περίπλοκων σταδίων διαχωρισμού και εμφάνισης των χρωμάτων.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εμφανίστηκε επιπλέον το έγχρωμο αρνητικό φιλμ της εταιρίας Eastman Kodak, το οποίο δεν απαιτούσε διαδικασία διαχωρισμού των χρωμάτων. Αν και μέχρι την δεκαετία του 1950, η παραγωγή έγχρωμων ταινιών μειοψηφούσε, κατά την δεκαετία του 1960 και χάρη στην ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας, ο έγχρωμος κινηματογράφος επικράτησε.

Η τέχνη τού κινηματογράφου και η τρισδιάστατη απεικόνιση

[…] Η ψυχαγωγική βιομηχανία τού κινηματογράφου στηρίζεται στην αποτύπωση επί τής οθόνης είτε τής πιο αληθοφανούς εικόνας τής πραγματικής ζωής, είτε τής πιο υπερβολικής ονειρικής ή επιστημονικής φαντασίας. Η τρισδιάστατη απεικόνιση, όπως ο πεντακάναλος ήχος, ή και κάθε προηγούμενη τεχνολογική ανακάλυψη, δεν μπορεί παρά να συνεισφέρουν στους παραπάνω στόχους. Δεν αποκλείεται το επόμενο βήμα να είναι η απόλυτη βύθιση σε ένα πλασματικό και αληθοφανέστερο περιβάλλον, με μυρωδιές, ήχους και αισθήσεις τού κόσμου που εικονίζεται στην κινηματογραφική οθόνη.

Η τέχνη τού κινηματογράφου αντίθετα, όπως και κάθε τέχνη, στηρίζεται στην μεταφορά, στον υπαινιγμό, στην υπέρβαση, στην αφαίρεση. Η αξία της δεν βασίζεται στις πληροφορίες, αλλά στην ποίηση. Οι λεπτομέρειες παίζουν μεγαλύτερη σημασία από τα γεγονότα. Και η καλλιτεχνική αλήθεια επιτυγχάνεται συνήθως μέσα από ένα φαινομενικό ψέμα και από μια ποιητική παραμόρφωση. Στην περίπτωση αυτή κάθε βήμα προς την κατεύθυνση μιας πιστότερης αναπαράστασης είναι εξ ορισμού ένα παραπάνω εμπόδιο στη δύσκολη πορεία προς την υπέρβαση και την καλλιτεχνική συγκίνηση. Μια συγκίνηση που πηγάζει από τα ποιητικά στοιχεία τού έργου και όχι από το περιεχόμενο των γεγονότων και των εικόνων.

Ευτυχώς, στα χέρια των μεγάλων ποιητών τού κινηματογράφου όλα τα τεχνολογικά ευρήματα-παγίδες στάθηκαν αφορμές για ακόμα σπουδαιότερα έργα. Όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες φοβήθηκαν αρχικά τις τεχνολογικές αλλαγές, αλλά κατάφεραν τελικά να τις χαλιναγωγήσουν. Η προσθήκη τού ήχου ή τού χρώματος έγινε στα χέρια τους στοιχείο ποίησης και μαγείας και όχι απλής περισσής αληθοφάνειας. Οι καλλιτεχνικές επιλογές τους, αναγκαστικά αυστηρότερες κάθε φορά που τα προσφερόμενα τεχνολογικά μέσα αυξάνουν, καταφέρνουν να εξουδετερώσουν τον σκόπελο τής πιστής αναπαράστασης.

Σε τέχνες που στηρίζονται από τη γέννησή τους σε μια τεχνολογική ανακάλυψη, όπως η φωτογραφία και ο κινηματογράφος, ο καλλιτέχνης είναι σχεδόν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις εξελίξεις τής τεχνολογίας που γέννησε τις τέχνες αυτές. Εξελίξεις όχι απόλυτα αναγκαίες, και που οδηγούν συνήθως σε φαινομενική τελειότητα τής επιφάνειας και όχι τής ουσίας των έργων. Μόνο που ο μεγάλος καλλιτέχνης τις αξιοποιεί, ο μέτριος υποκύπτει σε αυτές και ο κακός τις εκμεταλλεύεται. […] Πλάτων Ριβέλης στην Καθημερινή

FEDERICO FELLINI, 8 1/2 (1963)

Το 8½ είναι σουρεαλιστική κωμική-δραματική ταινία του 1963 σε σκηνοθεσία του Φεντερίκο Φελίνι και σενάριο των Φελίνι, Ένιο Φλαϊάνο, Τούλιο Πινέλι και Μπρουνέλο Ρόντι. Πρωταγωνιστεί ο Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι ως Γκουίντο Ανσέλμι, ένας διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης που υποφέρει από πνιγμένη δημιουργικότητα, καθώς επιχειρεί να σκηνοθετήσει μία ταινία επιστημονικής φαντασίας.

Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και το Όσκαρ Καλύτερων Κοστουμιών (για ασπρόμαυρη ταινία). Αναγνωρισμένη ως avant-garde ταινία και ως κλασική ταινία με εξαιρετική επιρροή, ήταν μεταξύ των κορυφαίων 10 στη λίστα του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου (BFI) για τις 50 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση σε μια δημοσκόπηση των σκηνοθετών του BFI το 2002. Επίσης, βρίσκεται στη συλλογή των 45 καλύτερων ταινιών του Βατικανού που έγιναν πριν από το 1995, την 100ή επέτειο του κινηματογράφου. Σήμερα θεωρείται μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.