Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Το φως σε κάθε ένα από τα σπίτια του μεγάλου, φαρδύ δρόμου έσβησε στις 11 ακριβώς. Οι άνθρωποι που κατοικούσαν στα διαμερίσματα έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να πάνε στις δουλειές τους. Ο δρόμος...

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Το φως σε κάθε ένα από τα σπίτια του μεγάλου, φαρδύ δρόμου έσβησε στις 11 ακριβώς. Οι άνθρωποι που κατοικούσαν στα διαμερίσματα έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να πάνε στις δουλειές τους.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος μικρά αυτοκίνητα που τσουλούσαν αθόρυβα. Τετράγωνα, στρογγυλά, παραλληλόγραμμα μικρά ηλεκτρικά αυτοκίνητα που στα τζάμια τους είχαν κολλημένους δίσκους ελέγχου και στο εσωτερικό ανθρώπους που κοιτούσαν συνεχώς στους καθρέφτες που υπήρχαν μέσα κι έξω στο ηλεκτρικό αυτοκίνητο.

Κανένας θόρυβος δεν έφτανε στα σπίτια παρά μόνο ένα ελαφρό θρόισμα από χιλιάδες λάστιχα.

Οι οδηγοί πήγαιναν ή γύριζαν σε εστιατόρια που έφαγαν σε πλαστικά πιάτα, με πλαστικά πιρούνια. Ήταν, η ιστορία λέει, μια μεγάλη πόλις αυτή. Κι είχε προβλήματα με τα καυσαέρια, τους θορύβους και τις μηχανές και κάποιος βρέθηκε κι έσωσε τους κατοίκους και σιγά σιγά η πόλις βρήκε, λέει, τον εαυτό της.

Πάνε χρόνια τώρα.

Μόνο οι παλιοί θυμούνται αμυδρά κάτι. Αν ρωτήσεις έναν απ’ αυτούς με καλό μυαλό και μνημονικό, θα σου πει πώς ήταν.

Ήταν, λένε, τότε που άρχισε η κίνησις για τ’ αυτοκίνητα. Διάφοροι βγήκαν κι είπαν ότι τ’ αυτοκίνητο καταστρέφει τον άνθρωπο και του κόβει χρόνια απ’ την ζωή.

Ταράχτηκαν, λέει η ιστορία, οι άνθρωποι.

Ζήτησαν να ληφθούν μέτρα.

Κι έγινε μια Επιτροπή Σωτηρίας.

Από ανθρώπους που ήταν γιατροί, επιστήμονες, μπακάληδες και θυρωροί ξενοδοχείων χωρίς ούτε έναν οδηγό.

Και τα μέτρα άρχισαν να λαμβάνονται.

Πρώτα είπαν όχι κλάξον, μετά όχι φώτα, μετά όχι εξατμίσεις, μετά όχι κινητήρες που βγάζουν καυσαέρια, μετά όχι κινητήρες που περνούν τις 4.500 στροφές και στο τέλος είπαν όχι κινητήρες.

Τελεία και παύλα.

Όσοι, είπαν, έχουν κινητήρα εσωτερικής καύσεως πρέπει να τον παραδώσουν για να καεί σε οξύ. Όσοι, είπαν, έχουν κινητήρες που γυρίζουν στις 7.000 στροφές είναι ένοχοι διότι θέτουν σε κίνδυνο την Δημόσια υγεία. Όσοι έχουν αυτοκίνητα σπορ, μεγάλου τουρισμού, αγώνων, αυτοκίνητα χαμηλά και καταραμένα θα συλλαμβάνονται αμέσως και θα παραπέμπονται σε δίκη με την κατηγορία ότι καταστρέφουν την Δημόσια υγεία.

Η ιστορία λέει ότι η Επιτροπή Σωτηρίας έδωσε 6 μήνες καιρό στους κατόχους για να παραδώσουν προς καταστροφή κάθε μηχανή εσωτερικής καύσεως.

Κι έτσι έγινε, λένε οι παλιοί.

Τεράστια καζάνια δούλευαν μήνες για να κάψουν χιλιάδες μοτέρ, αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες.

Κάποια μέρα η μεγάλη πόλις ξύπνησε και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ποδήλατα και σιγά-σιγά ηλεκτρικά αυτοκίνητα.

Χιλιάδες ηλεκτρικά αυτοκίνητα που σταματούσαν εμπρός σε μεγάλες πρίζες για να γεμίσουν τις μπαταρίες τους.

Υπήρχαν διάφορα μοντέλα. Υπήρχαν οικογενειακά με τέσσερις και οκτώ πόρτες που έπαιρναν άνετα τον οποιονδήποτε κύριο και την οποιαδήποτε τετράπαχη κυρία.

Υπήρχαν φορτηγά που μετέφεραν ντομάτες σε πλαστικά κουτιά με 25 χιλιόμετρα την ώρα. Τα οικογενειακά πήγαιναν με 40!

Τα σπορ μάλιστα με τις δύο θέσεις τους και την πλαστική τους καρότσα έφταναν τα 55!

Το όριο στους δρόμους της Πολιτείας ήταν 70 χιλιόμετρα.

Όποιος τα περνούσε με τα πόδια, με το ποδήλατο ή με το αυτοκίνητο έχανε την άδεια από την Επιτροπή Σωτηρίας και δεν ξανάπιανε τιμόνι. Ήταν το μεγαλύτερο έγκλημα που μπορούσε να κάνει κανείς.

Μάλιστα, για να πιάνουν τους παραβάτες είχαν ειδικά αυτοκίνητα περιπολίας που είχαν 80 μπαταρίες κι έπιαναν τα 100 χιλιόμετρα την ώρα -αθόρυβα.

Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι. Σε κάθε γωνιά υπήρχε κι ένα αυτοκίνητο της Επιτροπής Σωτηρίας, βαμμένο μ’ ένα συνηθισμένο χρώμα, για να μην διακρίνεται από τους οδηγούς των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, που αμέσως τους έπιανε αν περνούσαν το Όριο.

Το Όριο είχε γίνει ταμπού, θεός, που όλοι τον προσκυνούσαν. Το Όριο και ένα άλλο πράγμα.

Η Τρύπα.

Η Τρύπα ήταν ένα ειδικό τετράγωνο πάνω στα πεζοδρόμια που έγραφε επάνω έναν αριθμό τον αριθμό του ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Οι οδηγοί που είχαν λεπτά μπορούσαν ν’ αγοράσουν τρύπα που μόλις καθόταν επάνω το ηλεκτρικό αυτοκίνητο με τον αντίστοιχο αριθμό, άνοιγε, το κατάπινε και το παρκάριζε. Αν δεν είχες χρήματα, δεν είχες Τρύπα κι έπρεπε να το αφήνεις στα βουνά γύρω απ’ την Πολιτεία και να κατεβαίνεις στην δουλειά σου με το τρόλλεϋ ή το ηλεκτροταξί.

Καμιά φορά, όταν έβρεχε, οι Τρύπες και οι δρόμοι γέμιζαν νερά και οι μπαταρίες των ηλεκτραυτοκινήτων σκούριαζαν και χάλαγαν και το ίδιο πάθαιναν κι αυτά και οι ιδιοκτήτες που ξόδευαν χιλιάδες δραχμές για να τα φτιάξουν, αλλά το αυτί της Επιτροπής Σωτηρίας δεν ίδρωνε και πολύ μ’ αυτά. Αυτά ήταν θέματα των οδηγών.

Βέβαια, υπήρχαν και οι άλλες ιστορίες.

Πως δεν ήταν όλοι οι οδηγοί είχαν ρίξει τους κινητήρες στο οξύ.

Μερικοί τους φύλαγαν σε σκοτεινά αμπάρια ή σε εξοχικά σπίτια και μία φορά το χρόνο, κρυφά, μάζευαν τους φίλους τους και τους έβαζαν εμπρός για λίγο έτσι για ν’ ακούσουν την εξάτμιση και να θυμηθούν τα ταξίδια που έκαναν στους φιδωτούς δρόμους της πατρίδας τους.

Μερικοί μάλιστα είχαν και ταινίες!

Από αγώνες που άκουγαν στα ονόματα Τάργκα Φλόριο, Λε Μαν, Νούρμπεργκρινγκ, Μόντσα, Ακρόπολις, Κέρκυρα, Ρόδος, Φιλέρημος και άλλα.

Ήταν πια γέροι, ψαρομάλληδες και μόλις άρχιζε η προβολή άφηναν τα δάκρυά τους να κυλούν για να μην τους δουν οι άλλοι. Στο τέλος, όμως, όλοι έκλαιγαν σαν παιδιά κι όταν το φιλμ τελείωνε έβγαζαν σκονισμένα άλμπουμ με φωτογραφίες των κατακόκκινων Φερράρι, των λευκών Χόντα και των πορτοκαλιών ΜακΛάρεν.

Μερικοί μάλιστα έβλεπαν κόκκινες Άλφα GTA και BMW 2002 και Κορβέτ Στίνγκ Ραίη και Κόμπρα.

Υπήρχαν όμως οι καταδότες που μόλις καταλάβαιναν ότι γίνεται προβολή ειδοποιούσαν τα αθόρυβα αυτοκίνητα και πολλοί ηλικιωμένοι περνούσαν τα τελευταία τους χρόνια στην φυλακή.

Έτσι λοιπόν εκείνο το βράδυ ο μεγάλος δρόμος ήταν γεμάτος από αυτοκίνητα ηλεκτρικά και οδηγούς που κρατούσαν μικρά πλαστικά τιμόνια.

Ήταν ήσυχα. Ζεστά.

Και ξαφνικά!

Ακούστηκε πρώτα από μακριά…

Οι οδηγοί κούνησαν τα κεφάλια τους και είπαν· αεροπλάνο.

Αλλά σε λίγο…

Ακούστηκε κοντύτερα. Άνοιξαν τα τζάμια κι έβγαλαν τα κεφάλια  έξω.

Ήταν ένας ήχος ολοκάθαρος, στακάτος, που δυνάμωνε και χαμήλωνε…

Μερικοί οδηγοί, οι γεροντότεροι, ανατρίχιασαν.

Το δέρμα τους μυρμήγκιασε και σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στα μέτωπά τους.

Σκέφτηκαν.

Κιβώτιο… ταχυτήτων… πέντε… έξι… πέντε… τέσσερα… τρία… δύο… τρία…

Μέτρησαν.

Σκέφθηκαν.

Εξατμίσεις. Τέσσερις. Τεράστιες. Ελεύθερες.

Τα ηλεκτραυτοκίνητα έκαναν δεξιά. Ο ήχος πλησίαζε… πλησίαζε… πλησίαζε και…

Μπραααμ.

Σαν μολύβι στα στομάχια ο ήχος. Κρατήθηκαν για να μην πέσουν από τον αέρα που μύρισε ξαφνικά φυτικό λάδι. Οι κυρίες πάγωσαν. Οι νέοι έμειναν με τα μάτια ολάνοιχτα στα πεζοδρόμια, οι παλιοί δάγκωναν τα χείλια τους.

Πέρασε και χάθηκε ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Κάποιος ψιθύρισε με δέος.

– Φερράρι Μπερλινέττα!

Κι η φωνή του σκεπάστηκε αμέσως από τις σειρήνες των αυτοκινήτων που ακολουθούσαν σφυρίζοντας με τις μπαταρίες τους στα 100 χιλιόμετρα.

Το κόκκινο αυτοκίνητο άνοιγε δρόμο μέσα στα ηλεκτρικά και έφευγε προς το βουνό.

Τα αυτοκίνητα της Σωτηρίας είδαν ότι έχαναν το παιχνίδι.

Ο εγκληματίας έφευγε γρήγορα. Μερικοί μάλιστα που πρόφτασαν να δουν το πρόσωπό του είπαν ότι χαμογελούσε κι είχε το κεφάλι ριγμένο πίσω. Ακόμη είπαν ότι ήταν μεγάλος, γύρω στα 70, αλλά λεβέντης!

Στο Αρχηγείο της Επιτροπής Σωτηρίας τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα.

Οι δεκάδες σταθμοί ελέγχου έδιναν συνεχώς την θέση του οδηγού.

Σιγά σιγά δεκάδες αυτοκίνητα της Επιτροπής άρχισαν να μαζεύονται σ’ ένα σημείο.

Σε μια στροφή έκλεισαν το δρόμο.

Ο άνθρωπος έφτασε, κατέβηκε στις ταχύτητες και προσπάθησε να περάσει ανάμεσά τους.

Οι εξατμίσεις της Φερράρι έφτυσαν τέσσερις γλώσσες φωτιάς.

Τα φρένα μύρισαν καθώς οι σιαγόνες έσφιξαν τους δίσκους.

Τα χέρια του γύρισαν το τιμόνι. Το λάστιχο του ακούμπησε στο χώμα.

Τ’ αυτοκίνητο έφυγε απ’ τον δρόμο και κύλησε στον γκρεμό!

Ακούστηκε μια έκρηξις.

Η φωτιά τύλιξε το όμορφο αμάξωμα.

Οι άνθρωποι της Σωτηρίας στέκονταν και κοιτούσαν.

Κάποιος σήκωσε το ραδιοτηλέφωνο και μίλησε στο Αρχηγείο.

– Τελείωσε. Κάηκε.

Περίμεναν μέχρι που η φωτιά έσβησε.

Κι έφυγε αθόρυβα.

Οι άνθρωποι πήγαν στα σπίτια τους και διηγήθηκαν το γεγονός στους δικούς τους.

Σε λίγες ώρες το ξέχασαν…

Η σκιά πλησίασε τα συντρίμμια κι έσκυψε.

Άπλωσε το χέρι και τράβηξε ένα κομμάτι αλουμίνιο.

Πάνω του είχε μια πλάκα που έγραφε:

Φερράρι 250 GT Μπερλινέττα. (Ferrari 250 Berlinetta by Scaglietti)

Το έβαλε με δέος στην τσέπη του.

Σαν ενθύμιο.

Από τον τελευταίο βασιλιά.

1967

@ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΒΑΘΑΣ

Στο δικτυακό τόπο www.kavathas.gr οι επισκέπτες μπορούν, αν έχουν υπομονή, να διαβάσουν όλα σχεδόν τα άρθρα που έχει γράψει από το 1959.

Μπορείς επίσης να αναζητήσεις το βιβλίο Fahrenheit 451, που πραγματεύεται κάτι παρόμοιο αλλά στο θέμα των βιβλίων.

Γράψε την άποψη σου ελεύθερα με ευπρέπεια κι ορθό λόγο.
Δεν επιτρέπεται η προπαγάνδα ή το κουτσομπολιό.

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.
Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

*